Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Περισσεύω σε ένα παρελθόν που προσπάθησα να γίνει μέλλον

Να συνεχίσουμε, απ’ αυτό το οριακό σημείο που δεν σου ξεκαθαρίζει αν έχεις μπροστά σου ανηφόρα ή κατηφόρα.  Όσο περνάει ο καιρός, έχω την αίσθηση ότι περισσεύω σε ένα παρελθόν που προσπάθησα να γίνει μέλλον, γιατί αυτό που ήθελα, ήταν μόνο το μέλλον του.
Στο νου μου έρχονται εκείνα τα παραμύθια, που μας μετέφεραν σε κόσμους, που όλα καλώς καμωμένα ήταν και αναρωτιέμαι, πως καταλήξαμε... Δεν είμαστε οι κακοί και όμως χάσαμε.
Η εθνική επέτειος του ΟΧΙ σε λίγες μέρες. Για άλλη μια φορά το μπλε μου φέρνει αποστροφή, αποστροφή για τα όσα προηγήθηκαν. Αποστροφή, που στο βωμό του εθνικού ιδεώδους, εγκλημάτησαν, στέρησαν την ανθρώπινη ελευθέρια. Και όμως το μπλε είναι της θάλασσας και οι αποχρώσεις του, του ουρανού. Έτσι πεθαίνουν οι λέξεις. Και όμως, σ’ αυτήν την επέτειο τιμάμε τους νέους με τα «πρησμένα γόνατα που τους έλεγαν αλήτες». Δικαίως θα με ρωτήσει κάποιος. Τίποτα αισιόδοξο, τίποτα θετικό δεν φαίνεται στον ορίζοντα; 


Τόσες λέξεις κάθε μέρα για μαύρες περιγραφές; Είναι θέμα οπτικής. Από την δική μου, οι προβληματισμοί χρησιμεύουν σαν ενισχυτικό φωτισμού. Όσο περισσότερο μαύρο, τόσο περισσότερο φως. Χρησιμοποιώ το χειμώνα, έχοντας πάντα στο μυαλό μου την άνοιξη, ανάβω κεριά του επιταφίου για να υποδεχτώ το αναστάσιμο φως. Πως αλλιώς, θα μπορούσαμε να πορευτούμε; Πως αλλιώς θα βγει αυτή η ανηφόρα, αν εκεί στο τέρμα, δεν μας περίμενε ένα ποτήρι νερό; Και φως υπάρχει στον ορίζοντα… Για να μην ξεχνιόμαστε είναι όλο αυτό το μαύρο που φαίνεται. Πίσω από τις λέξεις, που δεν χαϊδεύουν, κρύβεται η ζωή. Από εδώ πάνω φαίνεται καθαρά.
Επιστρέφουμε στην εθνική επέτειο. «Σε αυτή τη γιορτή του έθνους και του λαού δεν υπάρχει χώρος για προδότες και για επιγόνους των προδοτών», έγραφε παλαιότερα ο Στάθης στο «ναυτίλο», «αυτός που κρατάει τη σημαία είναι που της δίνει το νόημά της, άλλο η σημαία στα χέρια του Παπαφλέσσα κι άλλο στα χέρια ταγματασφαλίτη συνεργάτη των Ναζί. Άλλο η σημαία στα χέρια του αντάρτη παπά και του ελεύθερου πολιορκημένου στο Πολυτεχνείο κι άλλο στα χέρια του αληταρά που χαιρετά φασιστικά»

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Ναι η ζωή!

Ένα από τα καλά της πρεσβυωπίας, είναι ότι μας ενεργοποιεί τη μνήμη και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα στην ανηφόρα της ζωής. Στην ανηφόρα; Ποια ανηφόρα, μακάρι να είχε πολλά χιλιόμετρα ακόμα και ας μας δυσκόλευε. Το ευχάριστο είναι ότι το μέγεθος του βαθμού, φτάνει στο σημείο, να συνεχίζουν τα μάτια μας, να βλέπουν ανήφορο τον κατήφορο, που έχει ξεκινήσει. Και προχωράμε και προχωράμε… χωρίς κίνδυνο να γλιστρήσουμε, αφού οι άγιες μέρες της νεότητας μας επανέρχονται στη μνήμη και μας στηρίζουν. Έτσι γλυκά θα βουλιάξουμε χωρίς να το μάθουμε ποτέ. Αυτοί που φεύγουν, από την τσέπη τους δε λείπει το εισιτήριο της επιστροφής και ας μην γυρίσουνε ποτέ...
 

Και προχωράμε, σ’ αυτήν τη συναρπαστική διαδρομή, την κατηφόρα, που ευτυχώς δεν βλέπουμε, πάντα με την θεωρία στο τσεπάκι να ντύνει την πράξη, έχοντας κατά νου, ότι ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα… Προσπαθώ να θυμηθώ και επαναλαμβάνω. Κείμενα της ίδιας εποχής πριν 3 χρόνια έχουν μια φρεσκάδα, λες και έχουν γραφτεί αύριο. Πολλές φορές, αναρωτιέμαι διαβάζοντας πρόσφατα περασμένα, αν ήμουν εκεί. Πέρα από την ημερομηνία, που μπαίνει χωρίς τη θέληση μου, ουδέν. Τελικά κάθε δευτερόλεπτο ζωής είναι μοναδικό. Δεν είναι αποτέλεσμα έμπνευσης αυτό που αποτυπώνεται στο χαρτί, είναι η στιγμή που το κάνει μοναδικό. Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο, όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… “να χτίζεις στην άμμο σα να ’ναι στην πέτρα”. Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή.
Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που δολοφονήθηκε ο Κένεντι, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της Β..Δ Κέρκυρας, ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Σερίφη».
Νιώθεις ότι όλα είναι εκεί, πριν και μετά από σένα. Νοιώθεις ότι το «Για πάντα» και να θέλεις δεν μπορείς να το προδώσεις και ας γνωρίζεις ότι σίγα σιγά τελειώνει. Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί. «Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες αλλά όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.




Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Για αυτούς που αρνούνται να φορούν προσωπεία

Η επιλογή της αποχής από το προσκήνιο της πολιτικής, δεν αποτελεί πρωτοτυπία, απεναντίας χαρακτηρίζει τη στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών, που σέβονται τον εαυτό τους και τους γύρω τους, που δεν έχουν την ευχέρεια να αραδιάζουν ψέματα, που αισθάνονται άσχημα αν δεν είναι συνεπείς στις δεσμεύσεις τους και αρνούνται κάθε πρωί να φορούν προσωπεία.
Υπάρχουν και κάποιοι που συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, μόνο για να πανηγυρίσουν την εκλογή τους. Είναι αυτοί που για μια στιγμή, θέλουν να επιβεβαιωθούν, να ξεπεράσουν κάποιο παιδικό τραύμα, να δείξουν ότι κάτι αξίζουν. Είναι αυτοί που δεν αξίζουν τίποτα. Ενώ έχουν κινήσει γη και ουρανό για να γραφτεί το όνομα τους σε μια εκλόγιμη θέση, την επομένη δρομολογούν τις διαδικασίες που θα τους δώσουν την ευκαιρία να μην κάνουν τίποτα. Γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους ψηφοφόρους τους, απέχουν από τις συνεδριάσεις και από κάθε δραστηριότητα και ικανοποιούνται μόνο από το γεγονός που αποτελούν μέλη μιας ομάδας. Για αυτό άλλωστε και δεν παραιτούνται. Οι χειρότεροι! Για τους άλλους και τα φαινόμενα «πολιτικού» τυχοδιωκτισμού που παρατηρούνται στην μικρή μας κοινωνία, αυτά δεν είναι αποτέλεσμα παρθενογέννησης. Είναι η φυσική συνέπεια, πρόσκαιρων συμμαχιών, εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών, μεγάλων η μικρών συμφερόντων, που αποτελούν ξένα στοιχεία στην προσπάθεια για μια δημιουργική, προοδευτική κατεύθυνση που έχει ανάγκη ο τόπος. Στοιχεία, ξένα προς την πολιτική πραγματικότητα που επιθυμεί το σύνολο της κοινωνίας.
 

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι απαραίτητο συστατικό στη συλλογική πολιτική λειτουργία. Τα περιστασιακά πολιτικά σχήματα, και οι συμμαχίες εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών, εκτός από το άδοξο τέλος, ποτέ δεν προσέφερα ουσιαστικό έργο στο Λαό.
Από το αλισβερίσι που παρατηρείτε κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, μέχρι το Βατερλό που ακολουθεί στην μετεκλογική περίοδο, αποδεικνύεται ανάγλυφα πως εννοούν τη φιλία αυτοί που την επικαλούνται αλλά και τι ασημαντότητες καθορίζουν την πολιτική τους στάση.
Η πολιτική είναι στίβος δοκιμασίας, που μέσα εκεί ο καθένας καταθέτει τη ψυχή του για το κοινωνικό σύνολο. Είναι δοκιμασία ανθρώπινων σχέσεων, που ξεχωρίζει η πραγματική φιλία, που ξεχωρίζει, η εντιμότητα, η σταθερότητα, το ήθος.
Το έχω διατυπώσει με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Η ουσία είναι ότι σήμερα δεν το προσπερνάω  με αδιαφορία. Δεν αντέχω να ζω, μέσα σ’ αυτήν την ελαφρότητα του «φαίνεσθαι».
Με εννοιολογικά  θραύσματα, λαϊκίστικα στερεότυπα, γενικεύσεις αλλά και υπεραπλουστεύσεις προσπαθούν να δημιουργήσουν  μία εικόνα, που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Πως λοιπόν να αντέξεις μέσα σε ένα  τέτοιο περιβάλλον ψευτιάς και υποκρισίας; Πώς ν’ αντέξεις, μέσα σε ένα  θλιβερό «φαίνεσθαι», όταν  γνωρίζεις πολύ καλά το «είναι»;
Πώς να αντέξεις αν δεν συγκρουστείς; Και μπορεί να χάσεις, θα κερδίσεις όμως ελεύθερες ανάσες και  κυρίως αυτοσεβασμό.


Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Που να βρω τη θέση μου, μέσα σε ένα χώρο που ξέχασε τι υπηρετεί ;

Τις φιλοδοξίες μου για θέσεις και αξιώματα στην πολιτική τις εξάντλησα στα χρόνια της νεότητάς μου. Από τις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής μου, υπήρξε μια καθολική αποστροφή. Τώρα που το σκέφτομαι, η άρνηση μου να βρίσκομαι στο προσκήνιο, οφείλεται στην κακή ποιότητα της διαλεκτικής, που στερούνταν θέσεις και αντιθέσεις και προφανώς συνθέσεις. Στις μακρόσυρτες και ανούσιες συνεδριάσεις, που μου στερούσαν πολύτιμο χρόνο από την πραγματική ζωή και δοκίμαζαν τα όρια της υπομονής μου. Στην υποκρισία που κυριαρχούσε, μέσα από δημόσιες σχέσεις, να φτιάξεις μια εικόνα αρεστή στο ευρύ κοινό, που δεν είχε καμία σχέση με τον εαυτό σου. Στην όλο και πιο στημένη προβολή, που επέβαλαν πλέον τα Μ.Μ.Ε και κυρίως η τηλεόραση. Το πιο σημαντικό όμως είναι, ότι η πολιτική διέρρηξε τους δεσμούς της με την ιδεολογία και τα κίνητρα των περισσοτέρων που διεκδικούν αξιώματα, δεν πηγάζουν μέσα από την ανάγκη να υπηρετήσουν την κοινωνία. Τη στάση μου αυτή την περιέγραψα εν αρχή, με ένα κείμενο πριν δυο χρόνια, όταν μετά την σταδιακή υποβάθμιση της πολιτικής στα χρόνια που κυριαρχούσε ο πάλαι ποτέ δικομματισμός, ήρθε και η “πρώτη φορά αριστερά” για να δώσει τη χαριστική βολή.

Ακόμα δεν έχω βρει τη «θέση μου» στην πολιτική. Τη θέση μου, όχι την καρέκλα. Τη θέση απέναντι στην καρέκλα. Ξεκινάω ιχνηλατώντας, σπρώχνοντας με τα χέρια μου το σκοτάδι, στην προσπάθεια να ανακαλύψω το χρόνο εκείνον τον ελάχιστο, της επιστροφής στον τόπο του εγκλήματος. Φαντάζομαι… βουτιές τριάντα δευτερολέπτων - τόσο αντέχω - είναι αυτές οι επισκέψεις, σ’ αυτό το μαγνητικό πεδίο, που με τραβάει σχεδόν πάντα, για μια τζούρα, από την περήφανη απουσία μου. Πολλές βουτιές όμως…
Λέτε κάπου εκεί ανάμεσα να βρίσκεται η θέση μου; Κάπου εκεί ανάμεσα να έχω στήσει τη ζωή μου; Κάπου εκεί ανάμεσα, σε μια λεπτή γραμμή που δεν χωράει καμία καρέκλα, ίσα ίσα τα πόδια μου, στυλωμένα από πείσμα και υπομονή. Και όταν κάνει το πρώτο βήμα, το άλλο περιμένει απέξω, έτοιμο να πατήσει γερά για να δώσει το τέμπο στη μεταβολή.
Δεν θα μπορούσε αυτή η διαδρομή να είχε άλλη εξέλιξη. Οι μεγάλες ταχύτητες ξοδεύτηκαν μπρος και πίσω, κυρίως πίσω. Αν σε κάθε σου βήμα στήνεις και μια μάχη είναι επόμενο να φτάσεις καθυστερημένος. Όταν σανίδωνα το γκάζι για να προσπεράσω, ήταν για να βρεθώ, όσο πιο γρήγορα μπορούσα εκεί που με περίμενε ο κόσμος μου. Εκεί που μπορούσα να αναπνεύσω.
Και που να βρω τη θέση μου, μέσα σε ένα χώρο που ξέχασε τι υπηρετεί ;

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

“Δημόσιες σχέσεις”. Παρουσία ανταποδοτική. Αηδία!

Προσπάθησα να ξεφύγω κοιτώντας συνεχώς το ρολόι μου. Κακή επιλογή. Αυτά που γράφω, δεν είναι αυτά. Αυτά είναι λόγια της σιωπής, που θέλει να με προστατεύσει.
Εδώ και κάποια χρόνια, μπορεί και να με διασκέδαζαν, στην χειρότερη περίπτωση με άφηναν αδιάφορο, σήμερα με αηδιάζουν. Ίσως και να μη φταίει αυτό καθ’ εαυτό το τελετουργικό, αλλά η ψευτιά και η υποκρισία, που διαχέεται σε όλο το μήκος και το πλάτος του σκηνικού, που έχει στηθεί για την κάθε είδους τελετή.
Και ύστερα, όλες αυτές οι χιλιοπαιγμένες παραστάσεις, δεν μου προκαλούν πλέον κανένα ερέθισμα. Ούτε να κλάψω ούτε να γελάσω. Και είναι τέτοια η αποστροφή, που φτάνει από την «τελετή έναρξη των ολυμπιακών αγώνων», μέχρι την κοπή πίττας του συλλόγου των απανταχού της κάθε κωλοπετινίτσας.


Όταν επαναλαμβάνω κείμενα περασμένα, είναι γιατί ο χρόνος σπρώχνει το χώρο και με εκτινάσσει σε καταστάσεις πυκνότητας, Επαναλαμβάνουμε για να βρεθούμε στην αρχή. Το μεσοδιάστημα μια τρύπα στο νερό. Να γράψω κάτι επιπλέον, δε μπορώ. Θα κρυφτώ σ’ αυτές τις λέξεις, που όταν γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ίσως γίνω πιο κατανοητός.
Με πνίγει η αντίφαση όπως και τούτη τη πόλη. Βρώμικη μέσα και έξω. Λίγες εξαιρέσεις μόνο να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Έχει μια λάμψη δε λέω, μια αρχοντιά μια ιστορία πονεμένη. Έχει μια ομορφιά κρυμμένη σε κάτι σοκάκια χωρίς λάμπες να καίνε τα βράδια.
Με ποιον να συμμαχήσεις; Ποιανού το μέρος να πάρεις και να ενώσεις τη φωνή σου. Δεν βγαίνει κιχ. Δεν είναι ότι βράζουνε όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν βράζουνε με τίποτα.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η πολιτική μας εγκατέλειψε και τη θέση της πήραν, φιλόδοξοι τσαρλατάνοι, μαυραγορίτες με κονκάρδες, που τις φορούν ανάλογα την περίσταση, πολλοί μαλάκες που ζουν και αναπνέουν, για λίγα λεπτά δημοσιότητας. Τσίρκο που δίνει παραστάσεις σε κενά καθίσματα.
Συνειδητοποιώ με τα χρόνια, ότι αυτή η γενική αποστροφή μου σε κάθε είδους τελετή, θρησκευτική, εθνική, κοινωνική, αθλητική, από γάμο μέχρι κηδεία που λέει ο λόγος, δημιουργήθηκε από την απόρριψη πλέον σε ότι έχει να κάνει με το «φαίνεσθαι»
Δημόσιες σχέσεις”. Παρουσία ανταποδοτική. Αηδία!

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Το πετσί μας είναι που γδέρνουν τόσα χρόνια

«Με μολύβι και χαρτί», μου εξομολογήθηκε σήμερα ένας φίλος επιχειρηματίας, «για να είμαι συνεπής απέναντι στο κράτος, στους εργαζόμενους και στον εαυτό μου, πρέπει κάθε μήνα να βάζω 18.000 ευρώ από την τσέπη μου, που δεν έχω.
Με χαρτί και με μολυβί, χωρίς να το παιδεύουμε άλλο το θέμα, με άγνωστες ξένες λέξεις, με ασαφείς οικονομικούς όρους, με αγορές αγνώστου διαμονής. Επτωχεύσαμε! Με χαρτί και με μολύβι. Και όχι τώρα, εδώ και πολύ καιρό.
Και τα μνημόνια; Τα σκληρά μέτρα λιτότητας που δεν έχουν τελειωμό; Οι αιματηρές θυσίες του λαού για να ξεπεράσει η πατρίδα την κρίση; Όλα αυτά με χαρτί και μολύβι, είναι για να σκεπάσουν το λάκκο με περισσότερο χώμα. Κάτι χρυσά δόντια και κάτι ξεχασμένα δαχτυλίδια είναι, που απέμειναν. Το πετσί μας είναι, που γδέρνουν τόσα χρόνια.
«Προς τι» έγραφα παλαιότερα και θα μπορούσε και σήμερα να το πούμε. Προς τι όλη αυτή η φασαρία; Αφού το μείον είναι πλάκα βαριά, ασήκωτη.
Όταν το κράτος ζητάει προκλητικά παραπάνω απ’ αυτό που μπορεί να πληρώσει ο πολίτης, έχει υπογράψει την χρεοκοπία του . Όταν οδηγούνται πολίτες στη φυλακή γιατί δεν έχουν να πληρώσουν και αυτοί που τους οδήγησαν βρίσκονται στην θέση του κατήγορου, έχουμε δικτατορία.
Όχι μέτρα, ούτε χιλιόμετρα, δεν πρόκειται να μετακινήσουν χιλιοστό προς τα πάνω, την χρεοκοπημένη χώρα. Υπακοή, σ’ αυτή, την τρελή πορεία σημαίνει όλο και πιο βαθιά, στο λάκκο της χρεοκοπίας.
Να μην πληρώσει κανένας το άδικο. Να μη ρίξει κανείς ό,τι του έχει απομείνει στο βαρέλι δίχως πάτο.

Και τότε; «Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, ραγιάδες κι αν δεν αντιδράσουμε δραστικά» όπως γράφει ο συμπατριώτης μας Γιώργος Ρούσης παραθέτοντας προς τεκμηρίωση, ένα μικρό δείγμα επαναστατικών κειμένων, «πολύ φοβάμαι ότι ακόμη κι αν το πράξουμε αργότερα, θα είναι πολύ αργά».
1792 κείμενο με τίτλο «Η εγκαθίδρυση του δεσποτισμού», του μεγάλου γάλλου επαναστάτη Ζαν Πολ Μαρά,
«Μερικές φορές ο ηγεμόνας, για να επιβουλευτεί την ελευθερία περιμένει τη στιγμή της εκδήλωσης μιας ανησυχητικής κρίσης, που έχει προετοιμάσει ο ίδιος, τότε, με το πρόσχημα της φροντίδας για τη σωτηρία του κράτους προτείνει καταστροφικά μέτρα, που τα καλύπτει με το πέπλο της αναγκαιότητας, του κατεπείγοντος, των περιστάσεων, της κακοδαιμονίας των καιρών. Εγκωμιάζει την αγνότητα των προθέσεών του, εκφωνεί μεγάλα λόγια για την αγάπη του δημοσίου συμφέροντος, διαλαλεί τη μέριμνα της πατρικής του αγάπης. Κι αν δει ότι υπάρχει δισταγμός για να γίνουν δεκτές οι προτάσεις του, βάζει αμέσως τις φωνές: Πώς, δεν θέλετε; Ε, τότε βγείτε μόνοι σας από την άβυσσο! Κανείς δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί, κι ο καθένας αφήνεται στο έλεος των πραγμάτων, παρ' όλο που δεν έχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που κρύβουν τα μέτρα αυτά, όπου κάτω από το όμορφο περίβλημα βρίσκονται τα πιο μοχθηρά σχέδια. Η παγίδα αποκαλύπτεται όταν δεν υπάρχουν πλέον χρονικά περιθώρια για να αποφευχθεί: τότε ο λαός σαν το λιοντάρι που πέφτει μέσα στα δίχτυα κρυμμένα κάτω από τα φυλλώματα, παλεύει για να τα σπάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να μπλέκεται περισσότερο».Πολύ φοβάμαι ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι καθόλου απίθανη και σήμερα. Αν όπως υπογραμμίζει ο Ρουσό ναι μεν «η βία είναι εκείνη που δημιούργησε τους πρώτους σκλάβους, η δειλία τους όμως (είναι εκείνη) που διαιώνισε τη σκλαβιά
Σε μας εναπόκειται να αποδείξουμε το αντίθετο. Και να μην ξεχνάμε ό,τι όπως λέει και ο Τάσος Λειβαδίτης, «εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν και σένα και σαν εμένα. Υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια τις τύχες του κόσμου. Να το θυμάσαι αυτό».

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

Δε θέλω να μείνω μόνος

Θέλω να μείνω μόνος", με το θέλω να επιβάλλεται από έναν εγωισμό κόντρα σε επιθυμίες.
«Όλοι γυρίζουν κάποτε σ' ένα νησί, σε μια γυναίκα, στο ανέφικτο… στην κοιλιά της μάνας τους, στα σπλάχνα της γης, στη μόνη αληθινή μοναξιά τους …» Θέλω να μείνω μόνος».
Μόνο του ήρθε το παράπονο. Ακάλεστο. Για να ζητήσει τα δίκια του. Για να δικαιολογήσει την ύπαρξη μου. Όχι, δεν μπήκε στον κόπο των λογαριασμών, αγνόησε το πάρε δώσε της συναλλαγής των συναισθημάτων, άλλωστε κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Ήρθε για να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία, δίνοντας έμφαση στο κόμπο που πνίγει το λαιμό και σε κείνο το απροσδιόριστο βάρος στο στήθος. Και ξέρετε σ’ αυτές τις λεπτές ισορροπίες των συναισθημάτων, αρκούν δυο μάτια, τέσσερις λέξεις και μια σιωπή.
Σήμερα «Μια ευλαβική ανάμνηση». Φαίνεται απέραντος αυτός ο κόσμος ο μικρός και αν δεν τινάξεις το κεφάλι να δεις λίγο πιο πέρα, σε εγκλωβίζει. Κάπως έτσι χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, μια κουταλιά νερό, γίνεται ωκεανός και μας πνίγει. Η φυλακή είναι εδώ. Προσπαθώντας να διαφυλάξουμε τα όποια συμφέροντά μας, κτίζουμε τους χώρους διαμονής μας, νοητά κελιά, που στερούνται έξοδο. Τα συμφέροντα μας βρίσκονται έξω από τους κύκλους. Φαντάζομαι τον εαυτό μου, μια απειροελάχιστη κουκίδα στο κέντρο του κύκλου, τρισεκατομμύρια κύκλοι με αγκαλιάζουν θανάσιμα. Φαντάζομαι τον εαυτό μου στο κέντρο μια απέραντης πεδιάδας με ελεύθερες διαδρομές, χωρίς υπόκυκλους. Αντικρίζοντας σχηματικά την κατάσταση, σ’ αυτήν τη διαρκή της κίνηση, ζαλίζεσαι. Οι αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις ενισχύουν το παρανοϊκό τοπίο. Να κλείσω τα μάτια, ή να αρχίσω ν' ανοίγω σύνορα;
 

Ν' ανοίξω τα μάτια με ένα βιβλίο που φρόντισε η φίλη μου η Ελένη να βρει και να το αφιερώσει στο αληθινό
«Κάθε αληθινή φιλία είναι ένα απόκτημα διαρκές. Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού. Χρειάζεται πολλή άνεση και μεγάλος συγκρατημός. Ανταλλαγές λόγων. Μεγάλη σιωπή. Και προπαντός σεβασμός. Το συναίσθημα της ελευθερίας του άλλου. Της αξιοπρέπειάς του. Την παραδοχή. Θυμάμαι πάντα το κοριτσάκι στο βιβλίο του Μοντερλάν που δεν έχει δώσει όνομα στη γάτα του. "Και πώς τη φωνάζεις;" την ρωτούν. "Δεν τη φωνάζω, έρχεται όποτε θέλει". Έτσι είναι οι φίλοι».Στο βιβλίο «Μια ευλαβική ανάμνηση». Της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Και για τον έρωτα:
«Όταν αγαπάς, όταν είσαι ερωτευμένος, όλα γίνονται από μόνα τους. Δε χρειάζονται θυμοί, φόβοι, αντάρες. Έρωτας σημαίνει να τα δίνεις όλα στον άλλον, αλλά να σέβεσαι την ατομικότητά του. Σημαίνει να μη χάνεται ο κόσμος γύρω σου όταν απομακρύνεσαι, γιατί τότε γίνεται εξάρτηση. Η ερωτική πράξη είναι μυσταγωγία, είναι ιερή και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Ο έρωτας είναι έρωτας όταν δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Είναι η βάση για όλα».Όσο για την αγάπη: «Η Αγάπη είναι δράση, είναι προσπάθεια να βοηθήσεις τον άλλον να αναπτυχθεί. Ακούμε τακτικά να λένε ότι μας αγαπούν. Τα κριτήρια όμως είναι υποκειμενικά, όπως και το κίνητρο. Οτιδήποτε κάνουμε για τον άλλο γίνεται γιατί το θέλουμε εμείς, γιατί καλύπτει μια δική μας εσωτερική ανάγκη, είναι επιλογή μας. Η αγάπη αλλάζει τον εαυτό μας, τον μεγαλώνει».Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς για το μεγαλείο της: «Δεν θέλω να μου δίνουν διαστάσεις ή να μου προσδίδουν ιδιότητες που δεν έχω. Είμαι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, που ζυμώνει το ψωμί του για να φάει, που λατρεύει τα ζώα, τα φυτά, τους φίλους και νιώθει ευτυχισμένος όταν τ’ αγαπάει όλα αυτά, χωρίς να περιμένει να τον αγαπήσουν».
Μετά απ΄ αυτά... Δε θέλω να μείνω μόνος...



Αχ χρόνε…

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα. Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στον δι...