Μόλις γύρισα από το αντιφασιστικό συλλαλητήριο. Για το Παύλο πήγα και για τον κάθε Παύλο που έχει πέσει θύμα της φασιστικής θηριωδίας. Για να εκφράσω τα αντιφασιστικά μου αισθήματα τίποτε άλλο. Άλλη φορά θα πάω να διαμαρτυρηθώ για την υγεία, για την παιδεία, για την εργοδοσία, για όλα τα άλλα που άκουσα απόψε, που όμως δεν ήταν της στιγμής.
Όχι, δεν γράφω από υποχρέωση. Στην αναμονή της επόμενης λέξης, ανακαλύπτω.
«Χωρίς βουλή χωρίς Θεό», μελοποιώντας έτσι την αταξία του νου μου και δίνοντας με αυτόν τον τρόπο διάσταση στις σκέψεις, που ξεπερνούν το εφήμερο του παρόντος μου. Γράφω γιατί δεν έχω τι να πω, είναι και οι απέναντι τοίχοι, που όχι μόνο δεν ακούν αλλά είναι και ανίκανοι να προκαλέσουν αντίλαλο. Αυτές οι λέξεις όμως της αταξίας του μυαλού, φεύγουν σε άγνωστους προορισμούς δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποια συνάντηση.
Καμία λαμπρή ιδέα, δεν μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία κατά την διάρκεια των γεγονότων.
Γράφω καθυστερώντας τις λέξεις…
«Λάμπα σβησμένη που ο χρυσός της λάμπει στο σκοτάδι χάρη στη μνήμη του φωτός που χάθηκε… Λέξεις που αφέθηκαν, όχι στον άνεμο, αλλά στο έδαφος, από τα δάκτυλα που δεν τις έσφιγγαν, σαν φύλλα ξερά που είχαν πέσει σ’ αυτά από κάποιο δέντρο αόρατα ακαθόριστο…»






