Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

"Ο ήλιος πλένει τ' όνειρο της γης"

Το ραδιόφωνο παίζει Μελίνα. Πριν δυο μέρες και 27 χρόνια πέταξε για την γειτονιά των αγγέλων. Κυριακή σήμερα. Αύριο ημέρα της γυναίκας. “Με την Κυριακή συμφωνούμε απόλυτα. Έτσι κι αλλιώς είναι η μέρα των οικογενειακών μας θανάτων”.


Το παρακάτω παλαιότερο και σημερινό. Στον ουρανό, γεμάτες βαριές μάζες σύννεφα, προσπαθούν να ξεγελάσουν την εποχή. Αυτή την ώρα της ημέρας, που άρχισε φανερά να μεγαλώνει, χαραμάδες ρόδινες και χρυσές σου δημιουργούν απορίες. Ένα κράμα από μυρωδιές του χειμώνα που φεύγει και της άνοιξης που έρχεται, διαπερνούν την ατμόσφαιρα. Είναι γοητευτική αυτή η στιγμή της αμφιβολίας.
Στο μεταίχμιο μεταξύ άνοιξης και χειμώνα , σε εκείνο ακριβώς το σημείο που σε ξεγελά , ανασύρω από το συρτάρι της μνήμης μου , όλες εκείνες τις πράξεις , που μου δίνουν το δικαίωμα να καταδικάσω τον εαυτό μου. Η εφηβεία μου ξεσηκώνεται και αρχίζει τις διαδηλώσεις. Το μεγάλο πανό, μου θυμίζει εκείνα που ήθελα να υπηρετήσω. Ποια είναι όμως η ποιότητα της ζωής; Συντρίφτηκε στην καθημερινότητα.
Οι χαραμάδες έγιναν ποτάμια, πλημμύρισε, χρυσάφι ο ουρανός, Οι βαριές μάζες από τα απομεινάρια του χειμώνα , παραγκωνίστηκαν.
Θα αφήσω ελεύθερη την πλημμύρα των αισθημάτων, μήπως και γλιτώσω από την αφόρητη ξηρασία της σιωπής. Θα κλειστώ σ’ ένα λευκό φύλλο για να γεννηθεί η αιχμηρή μαγεία των λέξεων, αυτών που θα οδηγήσουν στην πράξη, στο αποτελέσματα ενός χειροποίητου μοντέλου . Αρνούμαι να συμπλεύσω σε ρεύμα προς τα πίσω . Η κόλαση που κουβαλάω εδώ εκτεθειμένη στο άπλετο φως. Οι καπνοί δεν εμποδίζουν τον ουρανό να λησμονήσει το γαλάζιο.
Ημέρα της γυναίκας αύριο. Να είσαι γυναίκα είναι μεγάλο πράγμα, Μπροστά στο θαύμα του προσώπου σου, και κείνου του κορμιού, που με απορυθμίζει, αντιμετωπίζω τη ζωή με αφοσίωση υπηρέτη. Όταν τη νύχτα όμως με αλυσοδένεις με κρίκους αγωνίας, μου δυναμώνει ο πόθος της φυγής και ωθεί το πάθος μας σε ρίξεις ...
Τι θέλω; Τη θέλω, ντυμένη με το άσπρο του πάγου και το κόκκινο της φωτιάς, όπως πρέπει να είναι μια ζωή, σε μια αέναη διαδικασία εναλλαγής, για να μπορείς να τη ζήσεις. Τη θέλω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία

Είμαστε οι ίδιοι πηλίκο και υπόλοιπο

"Καμιά φορά πιστεύουμε ότι νοσταλγούμε έναν μακρινό τόπο ενώ στην πραγματικότητα νοσταλγούμε μόνον το χρόνο που ζήσαμε εκεί, τότε που ήμασταν πιο νέοι και πιο φρέσκοι.
Έτσι λοιπόν μας ξεγελάει ο χρόνος : φορώντας τη μάσκα του χώρου. Αν ταξιδέψουμε ως εκεί, θα συνειδητοποιήσουμε την πλάνη μας"
Σχόλιο ενός φίλου σε ένα παλαιότερο κείμενό μου.




Τον ευχαρίστησα για τη συμπαράσταση, μόνο που το πένθος για εκείνη την ανεκπλήρωτη στιγμή παραμένει και είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει μέχρι τέλους. Το «Αν ταξιδέψουμε ως εκεί», το ξέρουμε καλά ότι δεν θα γίνει ποτέ. Η νοσταλγία έχει να κάνει με το γεγονός σε εκείνο το χρόνο. Άλλα και αν αποφασίσουμε τελικά το ταξίδι, στον προορισμό της νοσταλγίας, είναι βέβαιο ότι θα έχουμε κάνει λάθος στο χρόνο, οπότε…
Δυστυχώς μας πήραν τα τρένα , μας πήραν και τα λεωφορεία, πως να ταξιδέψουμε; Τα οχήματα, μεταφοράς που διαθέτουμε στο χρόνο, δεν διαθέτουν όπισθεν.
Σήμερα όπως λέει η ραδιοφωνική μου φίλη «το μόνο που μας παίρνει από καιρού εις καιρόν είναι τα κλάματα. Που μεγαλώσαμε, που φύγαμε, που δεν αλλάξαμε, που νικήσαμε, που χάσαμε, που οπισθοχωρήσαμε, ό,τι τέλος πάντων κάνει κάθε άνθρωπος στην ζωή του»

Η ζωή που σκοτώσαμε είναι τελικά αυτή μου νοσταλγούμε, μόνο, για να τελειώσουμε αισιόδοξα, όπως τα παραμύθια η ζωή δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν αναδρομική έκθεση... «Οι πίνακες που χαρακτηρίζουν κάθε μας εποχή, είναι και δέρμα μας και βλέμμα μας και πίκρα μας και λόγια μας και βάδισμα μας. Είμαστε οι ίδιοι πηλίκο και υπόλοιπο ταυτόχρονα. 

Γίναμε πρώτοι μαθητές

Έχω την αίσθηση ότι η εκπαίδευση των ανθρώπων να δέχονται ασυζητητί καθημερινές εκπτώσεις στη ζωής τους, στηρίζεται στην επανάληψη. Μια κακή τηλεόραση, που κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερη, άμεσα συνδεδεμένη με την εκάστοτε εξουσία (οικονομική και πολιτική), αποτελεί το βασικό μοχλό σ’ αυτήν την προσπάθεια υποταγής.


Λέξεις κλισέ, επαναλαμβάνονται μέχρι να κουράσουν, να χάσουν το νόημα τους, να εξατμιστούν, να προκαλέσουν στους δέκτες, ανοσία. Κάπως έτσι σταδιακά οπισθοχωρήσαμε, χωρίς να βρίσκουμε λόγια να εκφράσουμε το σήμερα, αφού τα ξοδέψαμε στο χθες.
Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά, για να δούμε το βαθμό προόδου, της προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Τα τρία τελευταία χρόνια αν δείτε τους δείχτες ανοχής και οπισθοχώρησης, θα αντιληφθείτε το μέγεθος της δόσης των ψυχιατρικών σκευασμάτων που μας πότισαν. Με καθημερινές επαναλήψεις το μάθαμε το μάθημα μας. Γίναμε πρώτοι μαθητές.
Τίποτα δεν υπήρξε χθες. Κανείς δεν αμφιβάλει για την ταχύτητα που όλα κινούνται, αυτό όμως δεν προϋποθέτει και την απόλυτη λήθη. Το ξέρουμε είναι άσχημα τα πράγματα. Αυτή η καταστροφή όμως, που κάθε μέρα μπαίνει στα σπίτια μας από τους τηλεοπτικούς δέκτες, μας δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά. Είναι δυνατόν να ζούμε ακόμα ; Μπορεί κάποια στιγμή να απαλλαγούμε από τα σκουπίδια, από τα άλλα σκουπίδια όμως της πληροφόρησης, πως;
Τελικά είναι πολύ περισσότερα αυτά που γίνονται κάθε μέρα στην τηλεόραση απ’ ότι στην πραγματικότητα. Όλα τα προβλήματα μικρά ή μεγάλα που μας απασχολούν, στο γυαλί αποκτούν μία άλλη διάσταση. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται ακραία και απειλούν με βιβλικές καταστροφές, η δραματοποίηση της πραγματικότητας δεν ακολουθεί τους δημοσιογραφικούς κανόνες. Για το καλύτερο αποτέλεσμα επιστρατεύονται σκηνοθέτες του κινηματογράφου.
Οι πολιτικοί βγάζουν μεροκάματο στα τηλεοπτικά παράθυρα και αποτελούν πλέον μέρος του παιγνιδιού, βλέπω τόσες φορές κάποια πρόσωπα, που νομίζω που έπιασαν δουλειά στο κανάλι…
«Παρουσιαστές αναλυτές, καλεσμένοι, εν ταχεία εξελίξει τηλεοπτικοί εθνοσωτήρες όλοι, κάτοχοι της απολύτου αληθείας και της απολύτου σωτηρίας, βρίσκουν καθημερινά τρόπο να περάσουν στην τηλεόραση τους μεγαλύτερους ή μικρότερους φασισμούς τους, εκφραστές υποτίθεται ενός λαού από τον οποίον κάνουν ότι μπορούν για να ξεχωρίσουν. Γιατί φασισμός τι είναι; φασισμός κατ’ αρχήν είναι να βγαίνεις και να κολακεύεις ως περιούσιος αυτούς που στην πραγματικότητα και με την πρώτη ευκαιρία περιφρονείς. Να ανεμίζεις φιλολαϊκές σημαίες απλώνοντας το φαρδύ πισινό σου πάνω σε μια παχιά στρώση εκατομμυρίων...»
Η τελευταία παράγραφος, από ένα παλαιότερο άρθρο της κ. Αποστολοπούλου για τον φασισμό της τηλεόρασης.

Της Άνοιξης που αντιστέκεται στη βαρβαρότητα

 



Το έγραψα πέρυσι παρέα με την Κική Δημουλά, το γράφω φέτος με συντροφιά τον Γιάννη Ρίτσο. Είμαστε ακόμα εδώ πολεμώντας τον ίδιο μας τον ίσκιο. Μπορεί οι επαναστάσεις, που ονειρευτήκαμε να μην έγιναν ποτέ, μας έβαλαν όμως στη διαδικασία να κυνηγάμε το ανέφικτο και περάσαμε καλά. Το λένε και τα παιδιά μας. Το τελευταίο είναι το μεγάλο βάρος. Τα παιδιά, που έχουν υποψιαστεί ότι ήταν καλύτερα τότε από τώρα.
Πώς να προχωρήσουμε όμως με αυτές τις διαπιστώσεις, γίνεται να ξαναγράψουμε την ιστορία απ’ την αρχή, γυρνώντας πίσω;
Δεν γίνεται. Γι’ αυτό συχνά πυκνά δραπετεύουμε, από τη θλίψη, με την βοήθεια των ποιητών. Αυτή τη θλίψη, που όσο και να προσπαθεί η άνοιξη δεν μπορεί να την κρύψει. Με το «α» το στερητικό όπλο ανά χείρας, γιατί πως αλλιώς να προχωρήσουμε, σε μια διαρκή αφαίρεση ζωής, για να μείνει στο τέλος, το πιο πολύτιμο κομμάτι της ψυχής μας. Λίγη ψυχή.
Είναι μαγικό να συναντάς τη σκέψη σου αλλού γραμμένη, με άλλες λέξεις, που ήθελες να χρησιμοποιήσεις και εσύ. Είναι μαγικό μέσα από ένα στίχο να διαβάζεις την ιστορία σου. Χρωστάμε πολλά στους ποιητές για τον κερδισμένο χρόνο.
Είναι μαγικό να συναντάς τη σκέψη σου την ανεπεξέργαστη, την συγκεχυμένη, την ανασφαλή, την γεμάτη ερωτηματικά και όλα με μιας να γίνονται φως. Να σε βγάζουν από την αγωνία, να σβήνουν τα ερωτηματικά, να σου δημιουργούν καινούργια βάση δεδομένων, να σου χαρίζουν χρόνο και ώθηση για παραπέρα. Ο Γιάννης Ρίτσος με την εαρινή συμφωνία του, για το φως που μου χάρισε μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά.

“Τις νύχτες αφουγκραζόμουν
τους θρόους της σιγής…
Κ’ ήρθες εσύ.
Έτσι σεμνός ανθρώπινος ακέριος
έτσι πασίχαρος κι αθώος
θα περάσω
κάτω απ’ τις ανθισμένες ακακίες
των χαδιών σου
και θα ραμφίσω
το πάμφωτο τζάμι του έαρος...
Βηματίζεις
μέσα στα σκονισμένα δώματά μου
μ’ ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα
που ευωδιάζει πράσινα φύλλα
φρεσκοπλυμένο ουρανό
και φτερά γλάρων
πάνω από θάλασσα πρωϊνή.
Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες
από κείνες που παίζουν
τα πολύ εύθυμα παιδιά
στις εαρινές εξοχές.
Είναι της Άνοιξης αυτά, της Άνοιξης που αντιστέκεται στη βαρβαρότητα.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

Τι θα ήταν ο Ρωμαίος και Ιουλιέτα χωρίς την αυτοκτονία τους;



Αν σήμερα ο Κουφοντίνας είναι ο Αρχιεκτελεστής της 17 Νοέμβρη, αύριο μετά τον θάνατο του από την απεργία πείνας τι θα είναι; Αφήστε την απάντηση, δεν την ξέρουμε, εκείνο που ξέρουμε είναι, ότι αν είναι άλλο το φινάλε του, άλλος θα είναι και αυτός.
Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές. Εκ των υστέρων αποσαφηνίζουμε προθέσεις και συναισθήματα. Κι από την νοσταλγία μας ανασύρουμε τα μεγέθη, ακριβώς επειδή τελικά “ δεν υπάρχει ιδέα δίχως την ανάγκη να ντυθεί μια νεκρή σάρκα, αθανασία δίχως την ανάγκη ενός τάφου”


“Αλήθεια αναρωτηθήκατε ποτέ τι θα ήταν ο Ρωμαίος και Ιουλιέτα χωρίς την αυτοκτονία τους;” γράφει η φίλη μου Ελένη Γκίκα, οι γυναίκες του Ζαλόγγου, οι τριακόσιοι του Λεωνίδα χωρίς την θυσία τους; Ο Ιησούς Χριστός δίχως τον σταυρικό του θάνατο; Ο Κένεντι χωρίς τον δολοφόνο του και ο Ναπολέων χωρίς το Βατερλό του; Τίποτα δεν θα ’ταν γιατί αν ήταν άλλο το φινάλε τους, άλλοι θα ήταν και αυτοί.”
Και αν αυτοί ήταν άλλοι , θα έλλειπε ακριβώς εκείνο το φινάλε που έκανε το άστρο τους να λάμψει. Και να φωτίσει. Να γίνει σύμβολο και θρύλος. Και ας απαιτήθηκε η νεκρή σάρκα για να ντυθεί η ιδέα κι ας χρειάστηκε ένας τάφος για να φωτίσει η αθανασία κι ας είναι εκείνα τα δάκρυα του τέλους που χρίζουν πάντοτε έναν έρωτα αιώνιο και αθάνατο.
“Μεγαλώσαμε με την ψευδαίσθηση του δέντρου και έτσι εύκολα και γρήγορα βρεθήκαμε στο έλεος της φωτιάς.” σιγοψιθύριζε η φίλη του ραδιοφώνου. “Είδαμε τους προφήτες μας ντυμένους αρχιερείς ν’ αδυνατούν να κοιτάξουν κατάματα το τέλος τους, είδαμε τους αγίους μας να εξαργυρώνονται, να τρελαίνονται ή να πεθαίνουν. Όχι δεν τραγικοποιώ καμία κατάσταση. Τα θεωρώ όλα μαχητά μολονότι ξέρω ποιος θα χάσει όλες, μα όλες, τις μάχες που γίνονται πίσω από την πλάτη του. Ο κύβος ερρίφθη -επί του παρόντος. Είδαμε τα καινούργια ρούχα. Ελπίζουμε να μην ανακαλύψουμε μέσα τους το Μανωλιό πάλι.”
Αν σήμερα ο Κουφοντίνας είναι ο Αρχιεκτελεστής της 17 Νοέμβρη, αύριο μετά τον θάνατο του από την απεργία πείνας τι θα είναι;

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Γεννηθήκαμε θλιμμένοι ή γίναμε;

Μια αφόρητη μπόχα αναδύεται από παντού. Το χειρότερο είναι ότι γίνεται μια προσπάθεια να μετατρέψουν τα ειδεχθή εγκλήματα σε πιπεράτες ιστορίες. Και ακόμη χειρότερο... σκοτώνουν ό,τι πιο όμορφο μας χαρίζει αυτή η ζωή. Τον έρωτα.




Γεννηθήκαμε θλιμμένοι ή γίναμε;
Είναι επόμενο. Σε μια κοινωνία στερημένη από αξίες. Σε μια κοινωνία που κάθεται πίσω από την κλειδαρότρυπα. Σε μια κοινωνία που έχει μετατραπεί σε κρεατομηχανή. Σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από το τρίπτυχο “σπέρμα αίμα ψέμα”, αυτά τα φαινόμενα να εκδηλώνονται με μεγαλύτερη συχνότητα.
Δεν θα πάρω θέση πίσω από την κλειδαρότρυπα. Δεν συμμετέχω σ΄ αυτό το ομαδικό μπανιστήρι, άρα δεν έχω και τίποτα συνταρακτικό να σας αποκαλύψω. Την λύπη μου προσπαθώ να εκφράσω για τα απανωτά πλήγματα που δέχεται ο πολιτισμός μας. Δεν είναι μόνο τα γεγονότα που μας αμαυρώνουν, είναι και τα γύρω απ΄ αυτά, ο τρόπος που τα παρουσιάζουν, ο τρόπος που τα καταδικάζουν και ο τρόπος που τα υπερασπίζονται.
Η μπόχα έρχεται από παντού. Από την επικοινωνία , από την δικαιοσύνη, από την πολιτική. Ντροπή. Μια μεγάλη ντροπή.
Τι να γράψω για τη Δικαιοσύνη που ξέχασε ότι έχει καταργηθεί η θανατική ποινή στη χώρα μας; Για την Υπουργό Πολιτισμού που αν ήταν στην Ιαπωνία θα είχε κάνει Χαρακίρι; Για τον Πρωθυπουργό που την στηρίζει; Μόνο τη λύπη μου εκφράζω και την ελπίδα ότι οι δυνάμεις του καλού και πάλι θα νικήσουν, γιατί οι δικές τους δυνάμεις, είναι κατώτερες των προθέσεών τους.
Ας φύγουμε από τις σκιές θα μελαγχολήσουμε.
Άνοιξα τον Ελύτη και ήρθε η Άνοιξη

“Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς
και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια”
III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Λίγο πριν την Άνοιξη οι νοσταλγίες;

Είναι απ’ τα κείμενα που όταν ξαναβρεθούν μπροστά σου, σου δημιουργούν ένα κράμα αγωνίας και επιθυμίας να τα ξαναμοιραστείς. Είναι σαν μια αγαπημένη γωνιά του σπιτιού σου, που επιθυμείς διακαώς να την δείξεις σ΄ αυτούς που σε επισκέπτονται για πρώτη φορά.



Αυτή η εποχή λίγο πριν τον ερχομό της άνοιξης, με βοηθά, να αποδράσω από την επικαιρότητα. Εκεί που υμνώ την τεχνολογία συγχρόνως την βλαστημάω. Οι φιλίες έχουν γίνει γραπτά μηνύματα και περνούν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, που μας δίνουν την δυνατότητα να έχουμε επαφή με φίλους, σπανίως όμως τους βλέπουμε, και όταν τους δούμε, δεν έχουμε και πολλά να πούμε. Κερδίζουμε καθημερινά σε ευκολίες και χάνουμε σε συναίσθημα. Αυτή η προσθαφαίρεση, δεν ξέρω τελικά τι άθροισμα θα βγάλει. Για την ώρα και εννοώ εκείνες τις μονοψήφιες ώρες, που σε πετάνε ανελέητα στον εαυτό σου και σου ζητάνε διευθύνσεις και ονόματα, έχω μείον
Λίγο πριν την Άνοιξη νοσταλγίες; Όχι ακριβώς.Δυστυχώς βρίσκομαι στην ανάγνωση της τρίτης επιστολής. Μιλάω για αυτές τις μονολεκτικές που έχουμε στείλει στον εαυτό μας, η πρώτη προστακτική: Μεγάλωσε! Η δεύτερη ερωτηματική: Μεγάλωσες; Η τρίτη επικριτική: Μεγάλωσες! Δεν χωράει καμία αμφιβολία. Το μείον το σημερινό είναι αποτέλεσμα των χρόνων. Αν δεν τα είχα ζήσει γιατί να διαμαρτύρομαι; Μπορώ να χάσω κάτι που δεν έχω; Και εμείς είμαστε φορτωμένοι με στιγμές ωραίες - για τις άσχημες δεν γίνεται λόγος - που το σημερινό περιβάλλον δεν τους επιτρέπει ν’ ανθίσουν.
Δυστυχώς είμαστε παραλήπτες της τρίτης επιστολή. Όταν είχαμε λάβει την πρώτη όπως τα σημερινά παιδιά, η αφαίρεση δεν είχε σκάσει μύτη, μόνο η πρόσθεση, λαίμαργη και αχόρταγη μας καθόριζε την πορεία. Η δεύτερη πέρασε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με ερωτηματικά που δεν απαντήθηκαν ποτέ εκείνα τα χρόνια, μέχρι να έρθει η τρίτη και η τελευταία για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία.
Ευτυχώς που υπάρχουν και οι παλιές φωτογραφίες για να θυμόμαστε λίγο τα πρόσωπα και να μετράμε τα χαμένα. 

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...