Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

Ξέρετε αυτά τα πράγματα είναι αλληλένδετα

Ψάχνω κάτι να με εμπνεύσει , όχι να γράψω, να ξεσηκωθώ. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, όλα αυτά τα κείμενα, τα θυμωμένα, τα μελαγχολικά, τα απαισιόδοξα ακόμα και τα αισιόδοξα, που κάθε μέρα σας προσφέρω σκέτα, και σας σκοτίζω το κεφάλι, πρέπει να τα συνοδεύσω και από μια πράξη ηρωική. Κάποιες τουφεκιές στον αέρα για την τιμή των όπλων, μια αυτοσχέδια βόμβα, μια απεργία πείνας. Μια πράξη τέλος πάντων. Ξέρετε αυτά τα πράγματα είναι αλληλένδετα, πρώτα χρειάζομαι κάτι να μου δώσει πάθος , να βάλει φωτιά στην άκρη μου για να δω που θα φτάσει και εγώ με την σειρά μου, όχι με ωμές αλήθειες αλλά με όμορφα ψέματα να προσπαθήσω να φτιάξω την αυριανή πραγματικότητα. Όχι από αυτό που γίνεται, αλλά από αυτό που τελικά πιστεύω πως μπορώ να κάνω. Δεν θα σας πουλήσω αισιοδοξία και παρηγοριά , αλλά θα σταματήσω να δηλητηριάζω με ήττα τα γραφόμενά μου


Άντε να γράψεις Αύγουστο και να ξημερώνει Σεπτέμβρης.
Τα είχε όλα αυτός ο Αύγουστος, Περισσότερο όμως στην κάθε Δύση της ημέρας του, έκλεβε φως της ανατολής, για να χαρίσει στις ανήσυχες ζωές, το όνειρο χωρίς εκπτώσεις. Είναι εκείνο το φως, που σβήνει το χρόνο, που καθαρίζει το μυαλό, που σε γυρίζει στα χρόνια τα παιδικά που όλα τα μπορούν . Είναι εκείνες οι στιγμές που σβήνουν τα «ίσως» και τα «μη».
Η μελαγχολία δεν γνωρίζει εποχές, πηγάζει μέσα από δυσκολίες, όχι απ’ αυτές που ζούμε, αλλά απ’ αυτές που περιμένουμε. Ξημερώνει φθινόπωρο και έχουν ενδιαφέρον τα παρακάτω. Ο Πεσσόα εντοπίζει την ευτυχία στα πλέον προσπελάσιμα σημεία.
«Μακάριος είναι αυτός που δεν απαιτεί από τη ζωή περισσότερα απ’ όσα αυτή του δίνει αυθόρμητα, καθοδηγούμενος από το ένστικτο της γάτας, που αναζητεί τον ήλιο όταν υπάρχει ήλιος, και όταν δεν υπάρχει, τη ζέστη, όπου κι αν αυτή βρίσκεται, Μακάριος είναι αυτός που παραιτείται από την προσωπικότητα του μέσω της φαντασίας του. Μακάριος τέλος αυτός που παραιτείται από τα πάντα και από τον οποίο, δεν μπορεί κανείς να πάρει ούτε να στερήσει κάτι. Ο χωρικός, ο αναγνώστης μυθιστορημάτων και ο απόλυτος ασκητής, αυτοί οι τρεις είναι οι μακάριοι της ζωής. Δεν μπορώ να είμαι τίποτα, ούτε τα πάντα: είμαι το γεφύρι που ενώνει αυτό που δεν έχω και αυτό που δεν θέλω».
Ελάχιστοι ανήκουν σ΄ αυτές τις τρεις ομάδες οι υπόλοιποι αναζητούμε την απόλυτη ευτυχία σε άλλες διαδρομές και επειδή δεν θα την βρούμε ας οπλιστούμε με θάρρος κρατώντας για πισινή αυτά που αναφέρει ο Πεσσόα. 

Ξημερώνει Κυριακή

Σήμερα μια μέρα καθόλα καλοκαιρινή, έχει μια γεύση φθινοπώρου. Και αρώματα έχει, και αγγίγματα και ήχους. Τι νοσταλγούμε; Δεν ξέρω, το παρελθόν ωστόσο το νιώθω . «Η νοσταλγία νιώθεται, κατασκευάζεται, σαρκώνει την ύλη» γράφει ο Νίκος Ξυδάκης. Η νοσταλγία ό,τι θέλει κρατάει. Κρατάει γεύσεις, μυρωδιές, ήχους, εικόνες. Τα χρόνια προβάλλονται ανάκατα.

Κάνω μια προσπάθεια να βρω λέξεις , όχι για να περιγράψω, δεν περιγράφεται, για να πλησιάσω τα συναισθήματα που γεννά η ύλη της νοσταλγίας : ό,τι θυμόμαστε, ό,τι ζήσαμε, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε, ό,τι έχουμε ανάγκη, τόσο που να το ζούμε ξανά και ξανά. Το σκηνικό παρά την κλιματική αλλαγή παραμένει το ίδιο. Ιόνιο, γαλαζοπράσινο, μας τυλίγει και μας θυμίζει, καθώς διασχίζουμε το καλοκαίρι - όλο και πιο αραιά είναι αλήθεια, αφού τα χρόνια κάθονται πάνω μας σαν σκόνη - μια αναλαμπή και αφήνει να χυθεί ορμητική η ανάμνηση μέσα μας.

«Έρμονες», εκεί βαφτίστηκα, εκεί έμαθα να κολυμπώ, βουτιές απ’ το, πρώτο μικρό βράχο το « κασάρι» στις πρώτες μου απόπειρες , ύστερα από το μικρό , και τέλος από τον μεγάλο της «αστραπής». Ο Τούρκος αντίκρυ μαρμαρωμένος να δίνει τροφή στην παιδική φαντασία μας δυναμώνοντας το θρύλο.
Ακούω αυτή την ύλη: τη νιώθω με όλες τις αισθήσεις μου. Παρέες εφήβων, όνειρα γεμάτοι, κορμιά μαυρισμένα , ιδρωμένα από το ποδαρόδρομο, η θάλασσα βαθιά, προσκαλεί. Μία στιγμή μαγική εκεί κάπου από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβρη ξαναζεί , έρχεται σαν αστραπή και μας ταράζει.
Πάμε… είπα, σαν άλλοτε να τρέξουμε όλοι μαζί και να χαθούμε στα βαθιά. Είναι τόσο ισχυρή η ύλη της νοσταλγίας που μηδενίζει το κοντέρ. Ύστερα έρχεται γλυκά για να κάνει το απόγευμα αφόρητα γλυκό και να προχωρήσει πέρα από την επαφή του σώματος με το αλμυρό νερό. Να μας γεμίσει άρωμα Ambre Solaire από τα σώματα των τουριστριών, να μας επαναφέρει την αμηχανία από τα πρώτα βλέμματα, τα πρώτα αγγίγματα, τα πρώτα σκιρτήματα , και ύστερα καμάρι και αυτοπεποίθηση, ντυμένοι στα ασπρόρουχα, να νομίζουμε ότι γίναμε άνδρες. Μια τέτοια νύχτα στους «Έρμονες» ένοιωσα τον εαυτό μου ενήλικο . Εκεί συνάντησα την έκπληξη της ύπαρξης, σπαρτάρισε το σώμα μου όταν με πρόλαβε ξύπνιο η αυγή, σε ερωτικό παραδομό.
«Μια τέτοια νύχτα» όπως καταλήγει ο Ξυδάκης «σφραγίζει το σώμα για πάντα. Γίνεται καταγωγή. Αυτή τη νύχτα νοσταλγούμε πάντα. Μια αναλαμπή, ο διακαμός του σαρκίου μας, ιδού: το Αρχιπέλαγος της καταγωγής μας. Η ύλη της νοσταλγίας.»

Εγώ τώρα τι να γράψω;

Μην περιμένετε να σας φωτίσει η συζήτηση στη βουλή για τις υποκλοπές. Μασκαρεμένες αλήθειες θα ακούσετε, που αποτελούν πλέον βασικό συστατικό της πολιτικής μας ζωής . Οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη όλη την αλήθεια για να ζήσουν, υποστηρίζει ο ρεαλισμός της «πολιτικής», αντίθετα η μασκαρεμένη αλήθεια, η κατακερματισμένη πληροφόρηση, η φαλκιδευμένη ανακοίνωση, τους είναι πιο απαραίτητες.


Έχω την αίσθηση ότι ζούμε στο απόλυτο ψεύδος, Η επικαιρότητα, αποδίδεται μέσα από την εικονική πραγματικότητα. Ένα επίχρισμα, ένα πακέτο ψέματα, δεμένα φιόγκο.
Που κρύβεται η αλήθεια; Και είναι καλά κρυμμένη. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη το παραμύθι και αυτή την αδήριτη ανάγκη έρχεται να καλύψει με τον καλύτερο τρόπο, ο βομβαρδισμός πληροφοριών και αποκαλύψεων της μισής πάντοτε αλήθειας, που εκπορεύεται μέσα από μια διαδικασία των ισχυρών, συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ.
Είναι τόσος όγκος των πληροφοριών που οι αληθινές φωνές χάνονται μέσα στο βουητό, μπερδεύονται στο πλήθος.
Σήμερα ενώ αλλεπάλληλα ρεπορτάζ ξεσκονίζουν το γεγονός, συνταρακτικές αποκαλύψεις μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι μαθαίνουμε την αλήθεια, τα «όλα στο φως» τα σκεπάζει, βαθύ σκοτάδι και θα πάρει χρόνο για να ξημερώσει.
Εγώ τώρα τι να γράψω; Όσο και αν προσπαθήσω στο περιθώριο, μακριά από κραυγές και πολυχρησιμοποιημένες λέξεις, έρχονται στιγμές που καταθέτω τα όπλα. Όχι, δεν γράφω από υποχρέωση. Στην αναμονή της επόμενης λέξης, ανακαλύπτω.
Γράφω γιατί δεν έχω τι να πω, είναι και οι απέναντι τοίχοι, που όχι μόνο δεν ακούν αλλά είναι και ανίκανοι να προκαλέσουν αντίλαλο. Αυτές οι λέξεις όμως της αταξίας του μυαλού, φεύγουν σε άγνωστους προορισμούς δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποια συνάντηση.
Καμία λαμπρή ιδέα, δεν μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία κατά την διάρκεια των γεγονότων. Γράφω καθυστερώντας τις λέξεις… «Λάμπα σβησμένη που ο χρυσός της λάμπει στο σκοτάδι χάρη στη μνήμη του φωτός που χάθηκε… Λέξεις που αφέθηκαν, όχι στον άνεμο, αλλά στο έδαφος, από τα δάκτυλα που δεν τις έσφιγγαν, σαν φύλλα ξερά που είχαν πέσει σ’ αυτά από κάποιο δέντρο αόρατα ακαθόριστο…»
Επιστρέψω στην αρχή. "Δυστυχώς, όσο και να προσπαθείς, στο δια ταύτα, πάντα ανακαλύπτεις μια χαλασμένη παρτίδα για την οποία δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Και δεν μιλάμε για φρούτα. Κάποιες πληγές έχουν κακοφορμίσει τόσο, που δεν υπάρχει ίαση"

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

Και αυτό θα περάσει

Είναι από τις μέρες, που δε γράφεις για κανέναν και όμως υπάρχει η βεβαιότητα ότι μέσα απ’ αυτές τις μπερδεμένες λέξεις, κάποιοι θα νοιώσουν το δικό τους αίμα να τις διαπερνά. Είναι από τις μέρες, που ενώ γράφεις στον ενικό, απευθύνεσαι στον πληθυντικό.


«Συνειδητοποιώ πως αυτήν την εποχή εκείνα που με βοηθάνε να συνεχίζω είναι αυτά που ξεχνάω», δεν θέλω να γυρίσω πίσω, μόνο εκείνη η παιδική χαρά, η απέραντη ευχαρίστηση, για τα πιο απλά, για τα ελάχιστα, για το τίποτα, πως να το κάνουμε μου λείπει.
“Ακούγεται φυγομαχία, μπορεί και να είναι, όμως το ξόδεμά σου σε διαλόγους, που γίνονται σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις, είναι σπαταλημένο νερό. Και το νερό δεν είναι ανεξάντλητο...” Να ξαναγράψω για όλα αυτά τα κωμικοτραγικά που συμβαίνουν εδώ στην μικρή μας πόλη ; Είναι σπαταλημένο νερό.
Δεν είναι η ήττα, που με ρίχνει στο πάτωμα, είναι η επανάληψη και η απογοήτευση, που μου τσιμεντάρει τα όνειρα και μου αφαιρεί κάθε διάθεση. Ευτυχώς η ιστορία είναι κατηγορηματική. Και αυτό θα περάσει. Λίγος χρόνος χρειάζεται και μια σπίθα που νομοτελειακά, ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, θα ανάψει...
Θα συνεχίσουμε στην «ουτοπία» κόντρα στο σημερινό αυτονόητο. Κόντρα στην πολιτική, που απορροφήθηκε από το lifestyle. Μπορεί η τηλεόραση να νίκησε τον άνθρωπο, την παραδοσιακή σχέση όμως, με την ανάμνηση της διαμαρτυρίας, εμείς θα την κρατήσουμε.

Όχι άλλο βάρος, δεν αντέχουν οι ώμοι μας. Δεν έχω πρόθεση να μεταφέρω τη θλίψη, που δεν έχω, και να προσθέσω ακόμη περισσότερη σε αυτό το επιβαρυμένο περιβάλλον. Αν με ρωτήσετε πως θέλω να πεθάνω, θα ήθελα στα γέλια, αλλά μπορώ;
Και τώρα μέσα από τις λέξεις, που βγαίνουν με δυσκολία πρέπει να παραδεχτώ, αυτό προσπαθώ να κάνω, με την ελπίδα να αποκτήσω παραστρατημένες παρέες, που θα βγουν από την πορεία της «εθνικής οδού» και θα τραβήξουν μπροστά από τους παράδρομους… Οι κεντρικές αρτηρίες δεν οδηγούν πουθενά, η μάλλον οδηγούν, εκεί που άλλοι σε οδηγούν. Στην προκαθορισμένη πορεία των προβάτων. Επί σφαγής. Υπάρχουν και μικρές φλεβίτσες, που αν η παρέα μεγαλώσει γεννιούνται αρτηρίες… 

Σήμερα τα στοιχεία είναι αδιάσειστα

Η πραγματικότητα έχει μερικές φορές τόσο καλές ιδέες, που αρκεί να γράψεις αυτά που σου υπαγορεύει. Σήμερα τα στοιχεία είναι αδιάσειστα. Άρχισα να μελετάω τον “οδηγό επιβίωσης για έναν αδιάκριτο κόσμο” έψαξα τις ασφαλιστικές δικλίδες, γιατί κάποιοι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν περισσότερα για τον εαυτό μου απ ΄ ό,τι εγώ ο ίδιος.


Έζησα παιδί τη χούντα και στα μάτια μου αποτυπώθηκε ο φασισμός χωρίς προσωπεία, ένας φασισμός που μου απαγόρευε να ακούω μουσική Θεοδωράκη, που μου έλεγε τις ειδήσεις ανάποδα, αλλά εγώ μπορούσα να τις αντιστρέφω και να μαθαίνω την αλήθειά. Έζησα ένα φασισμό που σκότωνε εν ψυχρώ, ήξερα όμως τον απέναντι, με προκαλούσε και με οχύρωνε. Με έκανε να λειτουργώ ενωτικά με συσπείρωνε.
Σήμερα νοιώθω το φασισμό να με τυλίγει. Ένας πολυδιάστατος φασισμός, χοροπηδάει σε κάθε μας βήμα. Τον συναντάω με τη μορφή του προοδευτικούλη, που μου ανεμίζει το λάβαρο της δημοκρατίας. Τον συναντάω στη δουλειά μου, στο λεωφορείο, στην εφορία, στο γήπεδο, στο σχολείο, στο κόμμα, στην εκκλησία, στο σούπερ μάρκετ, στην τηλεόραση, στον υπολογιστή, στο κινητό, δίπλα μου.
Νόμισα πως τον νίκησα, γελάστηκα. Η χούντα, άλλα και οι σημερινοί δηλωμένοι οπαδοί της, είναι αστεία υπόθεση μπροστά στο φασισμό με τα χίλια πρόσωπα. Έχετε αντικρίσει εκείνο το ιδιαίτερα απεχθές της δήθεν πληροφόρησης; Μικροί Γκεμπελίσκοι, επικίνδυνοι δικτατορίσκοι, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, δηλητηριάζουν τη ζωή μας, προσπαθώντας να παρουσιάσουν την υστερία για πρόοδο και το προσωπικό για γενικό.
Πως να τους αντιμετωπίσεις; Σκορπίζουνε οι άνθρωποι και βρίσκονται να κάνουν άλλα, αντί άλλων, παρέα με ανθρώπους αδιάφορους, με έρωτες ευκαιριακούς, με γάμους συμβατικούς και δουλειά μονάχα για το καρβέλι. Μοναδική ελπίδα εκείνος ο κρυμμένος επαναστάτης, που υποπτεύομαι ότι κάπου θα υπάρχει. 

«Μόνο τα κύματα ξέρουν. Άλλος, κανείς»

Αφορμή μια μέρα από εκείνες που έγιναν τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, που στο τέλος διαπιστώνεις ότι δεν έγινε τίποτα ή για να ακριβολογώ, δεν θυμάμαι τίποτα. Το μόνο που θυμάμαι ένα υπέροχο αυγουστιάτικο χειροποίητο κείμενο, της Τζωρτζίνας Τζήλιου, που νοστάλγησε τις παλιές ερωτικές επιστολές, γραμμένες στο χέρι και αποφάσισε να υπαγορεύσει ένα γράμμα σ’ έναν άγνωστο ζητώντας του να της το στείλει, για να ζήσει ό,τι δεν έζησε.




…………………………………………………………………………………………………………
Το αποφάσισα: για ένα διάστημα, μέχρι το χέρι να συνηθίσει στα παλιά θα σταματήσω να γράφω στον υπολογιστή.
Έρχεται σιγά σιγά χωρίς να καταλάβεις και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι υπάρχει δυσκολία να πιάσεις το μολύβι με την άνεση που κάποτε είχες, να γράψεις εκείνα τα όμορφα καλλιγραφικά. Μέχρι νεωτέρας, δηλαδή μέχρι το χέρι να ξαναθυμηθεί, τα κείμενα θα είναι χειροποίητα.
………………………………………………………………………………………………………
Μια μικρή γεύση από την αυγουστιάτικη επιστολή της Τζωρζίνας.
«Θα μου γράψω συναισθήματα φοδραρισμένα με λέξεις, κεντημένα με επιχειρήματα καθαρά, σφιχτά όπως τα κοφτά σχέδια στα τραπεζομάντιλα.» Θα μου πω: «Σε αγαπάω πεζά, ξερά, ανεπιτήδευτα. Δεν ξέρω τι σόι λόγια θα μου βγουν, πάντως δεν καλλωπίζω την ασχήμια με το στανιό. Δεν έχω έμπνευση για έμμετρα ποιήματα, μα έχω τα εργαλεία που μου χάρισες.
Δεν είμαι ποιητής. Δεν είσαι η μούσα μου. Είμαι ο χτίστης κι εσύ το αλφάδι για μια πραγματικότητα στα μέτρα μας. Είσαι η καθημερινότητά μου και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο ξεχωριστό.
…Να ανήκουμε στα εύθραυστα. Να σπάμε και να κολλάμε ξανά. Να στοκάρω τις ρωγμές μου με τα υλικά της αποθήκης. Να γαζώνεις τα ξηλώματά σου με τη Singer ραπτομηχανή της γιαγιάς…»
……………………………………………………………………………………………
Στο κυνήγι του χρόνου, θα φτάσουμε κάποια στιγμή όχι μόνο να ξεχάσουμε να γράφουμε, αλλά και να μιλάμε. Για τα μαθηματικά δεν γίνεται λόγος. Το ένα και ένα σε λίγο θα τον υπολογίζουμε για έντεκα

Στη ζωή μας την άκρως βιαστική, το έχουμε νιώσει, όταν αδειάζουμε, στη χάση και στη φέξη, λίγο να σκεφτούμε… Όταν επιταχύνουμε διαρκώς, καθημερινώς για να χαθούμε: από τον αληθινό εαυτό μας, τις βαθύτερες σκέψεις μας, τις βασικές αλήθειες και αρχές της όντως ζωής.
Ούτε ένα δευτερόλεπτο κενό. Πρόγραμμα ακόμα και στο ύπνο. Με θεωρίες άλλοθι και μια ζωή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας. Το διαπιστώνουμε αυτό στα όνειρα μας, τινάζοντας ξαφνιασμένα το κεφάλι μας.
Στη «βραδύτητα» ο Μίλα Κούντερα, επιμένει: «Στα υπαρξιακά μαθηματικά, η εμπειρία της ζωής λαμβάνει τη μορφή δύο στοιχειωδών εξισώσεων: ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης. Ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης»
Ο χρόνος τελικά είναι αυτός που μας λείπει περισσότερο και χτίζει ένα κόσμο που χάνει την μνήμη του. Η ζωή αποκτά την ταχύτητα του φωτός, γίνεται δηλαδή ένα τίποτα.
……………………………………………………………………………………………
Να σας πω επίσης ότι η Τζωρζίνα, αφού έλαβε την επιστολή που έγραψε στον εαυτό της, τη διάβασε με προσοχή . Ύστερα δίπλωσε το χαρτί το έκλεισε προσεκτικά σε ένα μπουκάλι και το έριξε στην θάλασσα. Μόνο τα κύματα ξέρουν. Άλλος, κανείς! 

Ο δρόμος που δεν περπάτησα


Το θυμήθηκα αυτές τις μέρες, μαζί με το δρόμο που δεν περπάτησα, το μυθιστόρημα που δεν έγραψα, όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, που ποτέ δεν ήμουνα με τους νικητές (με τις προτελευταίες που ήμουν, καλύτερα να μην ήμουν) και με εκείνο τον κόσμο που ονειρεύτηκα και ποτέ δεν άλλαξε…
Τι να πεις… όταν ο άλλος ερωτά και απαντά, όταν ενώ ακόμα ψάχνει τον εαυτό του, μπορεί να γνωρίζει τι κρύβει ο άλλος στη ψυχή του, όταν βαφτίζει με άλλες λέξεις την πραγματικότητα προσπαθώντας να την αποφύγει, σιωπάς… Και ακούς ευλαβικά την κυρία που παίζει δημιουργικά με τους τίτλους των τραγουδιών.


«Μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι.” Μεγάλη κουβέντα. Και ακόμα μεγαλύτερη εκείνο το “πάντα γελαστοί και γελασμένοι” οι φίλοι του Χάρου. Αυτός είναι ο ορισμός του ωραίου θανάτου. Γελασμένοι να φύγουμε. Τα έξυπνα πουλιά ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα, ας φτιάξουν πάλι εξάδυμους πύργους και σιδερένια χαμόγελα.
Εμείς θέλουμε να πεθάνουμε στον ίσκιο ενός ονείρου, στην άκρη μιας ιδέας, στην αγκαλιά μιας λυτρωτικής ψευδαίσθησης. Γελασμένοι, κοροϊδεμένοι, γοητευμένοι από ένα θαύμα που δεν καταφέραμε».
Στο κυνήγι για ακόμα ένα θαύμα, που πάλι δεν θα καταφέρουμε, γιατί ποτέ δεν πιστέψαμε στα θαύματα, αντίθετα δώσαμε όλο μας το είναι σ’ αυτή την πανέμορφη διαδρομή. Και προχωράμε και προχωράμε... για να μην φτάσουμε ποτέ... 

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....