Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Να κλείσει ο δρόμος – να ανοίξει η Κέρκυρα





Ένας δρόμος που κουράστηκε να σηκώνει το βάρος μας.
Μια πόλη που απαιτεί να ξαναγίνει δική της.

Η Κέρκυρα του αύριο δεν περνά από εδώ. Ο δρόμος στα Μουράγια κλείνει.
Όχι γιατί το θέλησε η πόλη, αλλά γιατί δεν άντεξε άλλο.
Χρόνια τώρα βουλιάζει κάτω απ’ το βάρος των οχημάτων, των λεωφορείων, των απορριμματοφόρων και της αδιαφορίας.

Η καθίζηση δεν είναι φετινή, κρατάει χρόνια.
Κάθε τόσο ανοίγει μια νέα ρωγμή, σπάνε οι σωλήνες, ξεχύνονται λύματα στη θάλασσα, κι εμείς το προσπερνάμε με μια δικαιολογία και μια κορναρισμένη υπομονή.

Μόνο που η καθίζηση δεν είναι πια στο οδόστρωμα. Είναι μέσα μας. Στις αποφάσεις που αναβάλλουμε, στα «ας το αφήσουμε για μετά», στην πόλη που μικραίνει σιωπηλά κάτω απ’ το βάρος της συνήθειας.

Ο δρόμος στα Μουράγια ζητάει την ελευθερία του κι αυτή τη φορά, μαζί του τη ζητά κι η πόλη. Όχι άλλη επισκευή. Απελευθέρωση.

Η πλειοψηφία των πολιτών το λέει χρόνια τώρα:
να γίνει ο παραλιακός δρόμος πεζόδρομος,
να δοθεί πίσω στους ανθρώπους, στα βήματα, στις ανάσες, στα καλοκαιρινά του ηλιοβασιλέματα.
Να πάψουν να περνούν βαριά οχήματα πάνω από τα τείχη του παραλιακού μετώπου,
ούτε λεωφορεία μέσα από την καρδιά μιας πόλης – μνημείου.
Η Κέρκυρα δεν αντέχει άλλο το βάρος, ούτε των οχημάτων, ούτε των δικαιολογιών.

Κι όμως, υπάρχουν εκείνοι που αντιδρούν.
Όχι οι κακοί, οι βολεμένοι, οι φοβισμένοι.
Οι “πραγματιστές” του βολικού χάους.
Εκείνοι που νομίζουν πως η ζωή θα σταματήσει αν αλλάξει διαδρομή.
Μόνο που η ζωή σταματά όταν δεν περπατιέται.

Η Δημοτική Αρχή έχει μπροστά της μια σπάνια ευκαιρία:
να γράψει ιστορία ή να χαθεί μέσα της.
Να πει πως το κέντρο της πόλης δεν είναι διάδρομος διέλευσης,
είναι δημόσιος χώρος, είναι ανάσα, είναι πρόσωπο.
Δεν είναι ουτοπία, είναι αυτονόητο.

Οι εικόνες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, φτιαγμένες με τεχνητή νοημοσύνη, δείχνουν μια Κέρκυρα φωτεινή, με ανθρώπους, ποδήλατα, παιδιά και μουσική.
Κι όμως, αυτή η ψεύτικη εικόνα μοιάζει πιο αληθινή απ’ τη δική μας. Γιατί εμείς μάθαμε να ζούμε μέσα στη μιζέρια του εφικτού.
Να λέμε «έλα μωρέ» εκεί που θα ’πρεπε να λέμε «ως εδώ».

Αν όχι τώρα, πότε;
Αν όχι εμείς, ποιοι;
Ο δρόμος στα Μουράγια ας μείνει κλειστός για τα αυτοκίνητα,
για να ανοίξει επιτέλους για τους ανθρώπους.
Για να σταματήσουμε να ονειρευόμαστε μια άλλη Κέρκυρα
και να αρχίσουμε να τη φτιάχνουμε.

Η φωτογραφία - με την βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης - από τη Σελίδα "Τα παράπονά σου στον Δήμαρχο"


Το τρίπτυχο: Εν αρχή - Εν μέσω - Εν κατακλείδι

Σ


ήμερα και τρία μαζί. Από την αφέλεια στην αποδοχή, κι ανάμεσα, η ζωή περνάει σιωπηλά κι εμείς μαζί της.


Εν αρχή

Εν αρχή, λοιπόν, ήταν η βεβαιότητα.
Όλοι ξέραμε τι θέλαμε, ποιοι είμαστε, πού πάμε.
Είχαμε έτοιμες απαντήσεις, τακτοποιημένες σαν βιβλία στη σειρά,
χωρίς να υποψιαζόμαστε ότι κάποτε θα σκονίζονταν όλες, ίδιες και αχρησιμοποίητες.
Μιλούσαμε πολύ τότε.
Για τα πάντα. Για το μέλλον, για τη φιλία, για την αλήθεια.
Κάθε λέξη έμοιαζε με νίκη, μέχρι που καταλάβαμε πως οι περισσότερες ήταν απλώς θόρυβος.
Η σιωπή, που τότε τη φοβόμασταν, ήταν τελικά το πιο τίμιο πράγμα που είχαμε να πούμε.
Εν αρχή, υπήρχε η βιασύνη.
Να ζήσουμε, να προλάβουμε, να ξεχωρίσουμε.
Να εξηγήσουμε στον κόσμο ποιοι είμαστε πριν μάθουμε οι ίδιοι.
Ήταν μια εποχή που το “έχω δίκιο” ακουγόταν σαν απόδειξη ύπαρξης.
Τώρα γελάω.
Γιατί βλέπω πως όσα βιαστήκαμε να ονομάσουμε “αλήθειες”,
ήταν απλώς πρόχειρες εκδοχές μιας άγνοιας με αυτοπεποίθηση.
Κι όσα προσπεράσαμε, σιωπηλά και δειλά, αυτά κράτησαν.
Εν αρχή ήταν η βεβαιότητα.
Στο τέλος, η αμφιβολία.
Κι ανάμεσά τους, όλη η ζωή που δεν χωράει σε καμία από τις δύο.
Κι έτσι, κάπως φυσικά, φτάσαμε στο εν μέσω.
________________________________________

Εν μέσω

Εν μέσω, λοιπόν.
Εδώ που τίποτα δεν αρχίζει στ’ αλήθεια και τίποτα δεν τελειώνει οριστικά.
Οι αρχές έχουν χάσει τον ενθουσιασμό τους και οι κατακλείδες το νόημά τους.
Μένει το ανάμεσα, αυτό το αμήχανο διάστημα όπου προσποιούμαστε πως ξέρουμε προς τα πού πηγαίνουμε.
Δεν μιλάμε πια τόσο.
Όχι γιατί δεν έχουμε τι να πούμε, αλλά γιατί καταλάβαμε πως ό,τι αξίζει να ειπωθεί, χρειάζεται σιωπή γύρω του.
Μαθαίνουμε σιγά σιγά να μην εξηγούμε.
Να μη δικαιολογούμε τα πάντα, να αφήνουμε τα ερωτήματα να στέκουν χωρίς συνοδεία.
Εν μέσω χρόνου, φίλων, υποχρεώσεων, παρεξηγήσεων.
Η ζωή περνάει όχι με γεγονότα, αλλά με μικρές μετατοπίσεις: ένα βλέμμα λιγότερο, μια επιμονή που ξεθύμανε, μια συνήθεια που έμεινε από αδράνεια.
Δεν είναι ούτε ήττα ούτε νίκη, απλώς μια πιο ήσυχη κανονικότητα.
Κάποτε μας τρόμαζε η στασιμότητα.
Τώρα τη λέμε ισορροπία.
Ίσως γιατί μόνο στο εν μέσω μπορούμε να σταθούμε όρθιοι χωρίς την ανάγκη να έχουμε δίκιο ή άδικο.
Εν μέσω, εκεί όπου όλα συνεχίζονται και τίποτα δεν χρειάζεται να εξηγηθεί.
Η πιο δύσκολη φάση, κι όμως η πιο ανθρώπινη:
η ζωή όπως πραγματικά συμβαίνει, χωρίς πρόλογο και χωρίς επίλογο.
Και έτσι, από το εν μέσω, φτάνουμε στο εν κατακλείδι.
________________________________________
Εν κατακλείδι

Έχεις δίκιο, λέγαμε τότε, το έλεγες, το έλεγα, ποιος ξέρει;
Ήταν η πιο κομψή έξοδος από μια κουβέντα που δεν άντεχε άλλο.
Μια φράση-ομπρέλα για να μην βραχούμε από τις συνέπειες των λέξεων.
Τώρα το λέω πιο σπάνια. Ίσως γιατί δεν χρειάζεται.
Οι άνθρωποι δεν ζητούν πια απαντήσεις, μόνο επιβεβαίωση ότι έχουν ήδη δίκιο.
Κι εγώ, από ένα σημείο και μετά, τους το χαρίζω. Είναι πιο οικονομικό.
Κάποτε έψαχνα κι εγώ τις χαμένες μου απαντήσεις.
Νόμιζα πως τις είχα ρίξει κάπου, μέσα σε παλιές φωτογραφίες, σε κάτι συρτάρια που μυρίζουν ναφθαλίνη και απόπειρες.
Τώρα δεν ψάχνω. Ό,τι χάθηκε, μάλλον δεν άξιζε να σωθεί.
Το μέλλον δεν έγινε ποτέ παρόν, απλώς κουράστηκε να περιμένει.
Έχεις δίκιο, ξαναλέω μερικές φορές, για να τελειώνουμε.
Και δεν έχεις, αλλά δεν πειράζει.
Οι σωστές απαντήσεις έρχονται όταν δεν καίγεται πια κανείς να τις δώσει.
Οι ημιτελείς συζητήσεις είναι οι πιο ανθεκτικές.
Συνεχίζονται μέσα μας, σιωπηλά, σαν επαναλήψεις μιας σειράς που δεν θα βγάλει ποτέ φινάλε.
Μέχρι που ένα βράδυ, λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος, λες «άστο καλύτερα».
Και κοιμάσαι ήσυχος , νικημένος, αλλά ήσυχος.
Τελικά, ίσως αυτό να σημαίνει ωριμότητα:
να ξέρεις πότε να μην έχεις δίκιο και να το λες με αυτοπεποίθηση. 

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Η βροχή που δεν έπεσε


Τα σύννεφα υποσχέθηκαν μια κάθαρση κι εμείς, ευκολόπιστοι όπως πάντα, υψώσαμε τα βλέμματα περιμένοντας κάτι να μας σώσει. Ένα ξέπλυμα, έστω, για να ξεκολλήσει από πάνω μας η σκόνη της συνήθειας. Μα η μέρα πέρασε στεγνή, κι ο ουρανός, κουρασμένος θεατής, γύρισε αλλού το βλέμμα.


Στο νησί, που ξέρει από βροχές καλύτερα απ’ όλους, αυτό έμοιαζε σχεδόν ύποπτο. Οι κεραμοσκεπές περίμεναν το γνώριμο χτύπημα της σταγόνας, μα τίποτα. Οι δρόμοι μύριζαν χώμα που διψάει χρόνια, και οι άνθρωποι περπατούσαν σιωπηλοί, με εκείνη τη βεβαιότητα πως τίποτα πια δεν αλλάζει, μόνο υπόσχεται. Οι ομπρέλες έμειναν διπλωμένες σαν παλιές δικαιολογίες, κι οι λακκούβες, άδειες, περίμεναν κι αυτές ένα θαύμα της μετεωρολογίας.

Η πόλη έμοιαζε να καταλαβαίνει. Ίσως και να ειρωνευόταν τη δική μας ανάγκη να πιστέψουμε πως κάτι έρχεται, μια βροχή, μια αλλαγή, μια φωνή που θα σηκωθεί. Μα τίποτα δεν ήρθε. Ούτε μια σταγόνα, ούτε μια εξήγηση. Μόνο η γνώριμη σιωπή που στάζει μέσα μας πιο σταθερά κι από νερό.

Κάπου στην Πίνια, ένας γέρος κοίταζε τον ουρανό και χαμογελούσε. «Δεν θα βρέξει», είπε. «Μα καλά να είμαστε, έχουμε μάθει να στεγνώνουμε». Κι έτσι συνέχισε η μέρα, σαν τίποτα να μην είχε συμβεί. Και ίσως πράγματι, τίποτα να μην συνέβη.

Μόνο η υπόσχεση έμεινε να αιωρείται, σαν εκείνη τη μικρή ψευδαίσθηση που κρατά ακόμη τις πόλεις όρθιες: ότι κάπου, κάποτε, θα πέσει η βροχή. Μέχρι τότε, η Κέρκυρα θα συνεχίζει να μυρίζει βροχή, ακόμη κι όταν δεν βρέχει, γιατί κι αυτό, όπως όλα, είναι θέμα μνήμης. 
Δείτε λιγότερα

Η τελευταία πολυτέλεια

Κάποτε η πολυτέλεια φοριόταν. Τώρα τη φορά η σιωπή. 


Κάποτε ήταν να έχεις. Τώρα είναι να μη χρειάζεσαι.

Οι πόλεις γυαλίζουν, τα πρόσωπα φωτίζονται, αλλά ο άνθρωπος θαμπώνει. Κυνηγάει σκιές από ειδοποιήσεις, μετράει την αξία του σε views και likes. Κι όμως, εκεί που δεν ακούγεται τίποτα, αρχίζει ξανά η ζωή.

Η νέα χλιδή δεν αγοράζεται. Είναι ο χρόνος που δεν σου κλέβουν, η στιγμή που δεν χρειάζεται κοινό. Μια σιωπή χωρίς άγχος, μια κουβέντα χωρίς σκοπό, μια ανάσα χωρίς μάρκα. Η πολυτέλεια είναι να μη σε βρίσκουν. Να σβήνεις το κινητό και να ανάβεις εσένα.

Η μοναξιά - η αληθινή, όχι η επιβεβλημένη - είναι το τελευταίο καταφύγιο. Όποιος αντέχει να μείνει μόνος, σώζει κάτι από την ανθρωπιά του. Γιατί η μοναξιά δεν είναι έλλειψη, είναι πολυτέλεια υψηλής ραπτικής, ραμμένη πάνω σου, όχι για να σε δείχνει, αλλά για να σε χωρά.

Παλιά βγαίναμε στη βροχή χωρίς να σκεφτούμε το μαλλί. Τώρα κοιτάμε τον ουρανό και ρωτάμε αν έχει Wi-Fi. Δεν βλέπουμε τη δύση, ψάχνουμε το κατάλληλο φίλτρο να τη διορθώσουμε. Κι όμως, το θαύμα βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο φως που σβήνει χωρίς να το αποθηκεύεις.

Οι τελευταίες πολυτέλειες του ανθρώπου δεν πουλιούνται, δεν διαφημίζονται, δεν χρειάζονται κοινό. Είναι μια σιωπή που δεν μετριέται σε ντεσιμπέλ, ένα βλέμμα χωρίς λεζάντα, μια απουσία που δεν ζητά εξηγήσεις. Ένας περίπατος χωρίς GPS.

Είναι να μην έχεις τίποτα να πεις και να μη χρειάζεται. Γιατί ό,τι δεν πουλιέται, δεν διαφημίζεται. Κι ό,τι δεν διαφημίζεται, ίσως τελικά αξίζει να το κρατήσεις

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Ένας καιρός που σκέφτεται να βρέξει

 


Υπάρχουν μήνες που δεν χρειάζονται ημερολόγιο, μόνο μνήμη. Ο Νοέμβρης είναι ένας απ’ αυτούς. Έρχεται κάθε φορά σαν ψίθυρος απ’ τη γενιά που μίλησε με κραυγή.  Σαν σιωπή απ’ τους νεκρούς που δεν ξεχάστηκαν.  Σαν ανάσα απ’ τους ζωντανούς που δεν λύγισαν.

Ο Νοέμβρης πάντα μάς ταξιδεύει. Για εμάς, υπήρξε προθάλαμος ενηλικίωσης. Εκεί βαφτιστήκαμε στην αθωότητα των ονείρων και στην πολιτική της ελπίδας. Εκεί μάθαμε πως η ελευθερία δεν χαρίζεται, κερδίζεται. Και πως το τίμημά της είναι η μοναξιά.

Από τότε, κάθε Νοέμβρης κουβαλάει μέσα του την υγρασία της μνήμης, έναν ουρανό έτοιμο να βρέξει, μια πόλη που ανασαίνει αργά, σαν να περιμένει κάτι που δεν έρχεται. Κάθε χρόνο νομίζουμε πως αλλάξαμε, μα ο Νοέμβρης επιστρέφει για να μας θυμίσει πως απλώς μεγαλώσαμε.

Σε κάθε γωνιά της χώρας ο Νοέμβρης έχει το ίδιο βλέμμα, πικρό και γλυκό μαζί. Το βλέμμα εκείνων που πίστεψαν πως η δημοκρατία δεν είναι υπόθεση επετείου αλλά καθημερινής αξιοπρέπειας. Και κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, το βλέμμα αυτό μάς γυρεύει. Μας μετρά. Μας δοκιμάζει.

Γιατί ο Νοέμβρης δεν ζητά δάκρυα, ζητά συνέχεια. Ζητά να θυμηθούμε ότι  το Πολυτεχνείο δεν ήταν το τέλος, αλλά η αρχή μιας ατέρμονης συνομιλίας με τον εαυτό μας,  για το ποιοι είμαστε, τι ανεχόμαστε, τι φοβόμαστε.

Και μέσα σ’ αυτή την εποχή της απομόνωσης, που οι άνθρωποι μιλούν με οθόνες και όχι με βλέμματα, ο Νοέμβρης ξαναφέρνει την ανάγκη της συνάντησης. Να ξαναβρεθούμε, να μοιραστούμε λόγια και σιωπές, να σπάσουμε τις γυάλες με τα χρυσόψαρα και να θυμηθούμε πως η ελευθερία γεννιέται πάντα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.

Νοέμβρης μήνας, με έναν καιρό που όλο σκέφτεται να βρέξει. Κάποτε ταξίδευε μ’ ένα κουρασμένο λεωφορείο, τώρα περιμένει σε μια στάση που γράφει «Ελπίδα». Κι όσο υπάρχουν λέξεις, τραγούδια και μνήμες, θα υπάρχει κι εκείνο το φως που δεν έσβησε ποτέ, αυτό που κάθε Νοέμβρη μάς θυμίζει ποιοι ήμασταν και ποιοι ακόμη μπορούμε να γίνουμε.

Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τον Νοέμβρη. Γιατί μέσα στη θολή του βροχή κρύβεται πάντα μια υπόσχεση: τίποτα δεν τελείωσε οριστικά, όσο κάποιος ακόμη θυμάται.

 

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Πριν ανάψουν τα φώτα

 


Τον περασμένο Γενάρη, λίγο μετά τις γιορτές, είχα γράψει για τον χριστουγεννιάτικο διάκοσμο της πόλης. Όχι για να μεμψιμοιρήσω, αλλά για να επισημάνω πως αν θέλουμε να αποκτήσουμε μια πόλη με αισθητική και ταυτότητα, ο σχεδιασμός πρέπει να ξεκινά εγκαίρως. Είχα προτείνει να συγκροτηθεί μια μικρή ομάδα ανθρώπων του πολιτισμού, της αγοράς, της εκπαίδευσης, σε συνεργασία με τον Δήμο. Να σχεδιάσει από νωρίς τις γιορτές, να δώσει νόημα, συνέχεια, ρυθμό. Να πάψει κάθε Δεκέμβρη να μοιάζει με πρόχειρο πανηγύρι χωρίς ψυχή

Για χρόνια, ο χριστουγεννιάτικος διάκοσμος ήταν απλώς μια υποχρέωση. Λίγα φώτα, μερικά σκηνικά, δυο-τρεις εκδηλώσεις κι αυτό ήταν όλο. Η εικόνα μιας πόλης που παλεύει να γιορτάσει χωρίς να έχει σχεδιάσει τίποτα. Μια πόλη που στολίζεται την τελευταία στιγμή, όπως κάποιος που ντύνεται βιαστικά για να προλάβει το τραπέζι. Έναν μήνα πριν τα Χριστούγεννα, περιμένουμε να «ανάψουν τα φώτα» χωρίς να έχει προηγηθεί σκέψη. Κι όμως, τα φώτα δεν ανάβουν μόνα τους. Θέλουν ιδέα, σχέδιο, μεράκι, ανθρώπους που αγαπούν τον τόπο και τον βλέπουν λίγο πιο πέρα από τη βιτρίνα.

Δεν χρειάζονται μεγάλα ποσά, αλλά κοινή λογική και φαντασία. Ένας στολισμός που να σέβεται το περιβάλλον και τον χαρακτήρα της πόλης, να φωτίζει όχι μόνο το κέντρο αλλά και τις γειτονιές. Μια γιορτή που να καλεί τους πολίτες να συμμετέχουν, όχι να παρακολουθούν αμήχανα.

Η αισθητική δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι τρόπος σκέψης, μέτρο πολιτισμού, και τελικά, πολιτική πράξη. Ο τρόπος που στολίζεις την πόλη σου, δείχνει πώς την αγαπάς. Και κάθε στολισμένος δρόμος είναι ένα μήνυμα προς τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Μήνυμα που μπορεί να λέει “είμαστε εδώ, ενωμένοι, δημιουργικοί, φιλόξενοι”.

 

 

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν πριν ανάψουν τα φώτα. Όχι για να προλάβουμε τον Δεκέμβρη, αλλά για να ξαναβρούμε τον τρόπο να βλέπουμε τη γιορτή ως δημιουργία, όχι ως αγγαρεία.
Για να μη μείνει και φέτος η πόλη μας στο σκοτάδι της συνήθειας. Για να μη μείνουμε πάλι ένα χωριό μέσα στην πόλη μας.

 

 

 

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Η μνήμη ως άλλοθι


Κάθε χρόνο θυμόμαστε λίγο παραπάνω και δημιουργούμε λίγο λιγότερο. Και κάπως έτσι, η μνήμη έγινε το πιο βολικό μας άλλοθι.


Κάθε Οκτώβρη, βγαίνει η χώρα στους δρόμους να θυμηθεί.
Σημαίες, μπάντες, μαθητές σε ίσιες γραμμές, πολιτικοί σε στραβές.
Μια τελετουργία που μυρίζει ναφθαλίνη και βεβαιότητα.
Η Ελλάδα γιορτάζει ξανά τη μνήμη της, σαν να φοβάται να συναντήσει το παρόν της.

Κάθε χρόνο τα ίδια. Στεφάνια, ομιλίες, σιωπηλές στιγμές που μοιάζουν περισσότερο με ρουτίνα παρά με τιμή. Κάθε σχολείο ένα μικρό υπουργείο εθνικής ανάτασης. Κάθε πλατεία, ένα πρόχειρο Ηρώο. Κι η χώρα, σ’ ένα αέναο replay, να χειροκροτεί τον εαυτό της.

Δεν είναι πως δεν σεβόμαστε το παρελθόν. Είναι πως δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με το παρόν. Προτιμάμε τις αναμνήσεις από τις ιδέες. Τις πομπές από τα έργα. Τις φωτογραφίες από την ευθύνη. Έχουμε γίνει ένας λαός που ποζάρει μπροστά στην Ιστορία αντί να τη συνεχίζει.

Στις παρελάσεις δεν προχωρά η Ιστορία, απλώς κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό της.
Όσο εμείς βαδίζουμε με ρυθμό στρατιωτικό, η πραγματικότητα μένει στάσιμη, σε σχολεία χωρίς αίθουσες, σε νησιά χωρίς γιατρούς, σε πόλεις που μαραζώνουν από τα σκουπίδια και την απουσία.

Η σημαία κυματίζει, αλλά ο αέρας δεν αλλάζει.
Έχουμε γίνει ειδικοί στη μνήμη.
Ξέρουμε να θυμόμαστε, όχι να συνεχίζουμε.
Κάθε γιορτή είναι και μια μικρή αναβολή της ευθύνης μας.
Κάθε στεφάνι, μια δικαιολογία για όσα δεν φυτέψαμε.

Η Ιστορία δεν ζητά μνημόσυνα, ζητά συνέχεια.
Δεν θέλει άλλες λέξεις πάνω σε εξέδρες, θέλει χέρια στη γη, ιδέες στο φως,
νέους που να δημιουργούν χωρίς να χρειάζονται εμβατήρια για να πιστέψουν στον εαυτό τους.

Ας κάνουμε, λοιπόν, το πρώτο βήμα έξω απ’ τη γραμμή.
Ας αφήσουμε τις στολές να ξεθωριάσουν και τις παρελάσεις να σιωπήσουν.
Γιατί η πραγματική πατρίδα δεν βρίσκεται στα πανηγύρια της μνήμης, αλλά σε κάθε άνθρωπο που προσπαθεί, καθημερινά,
να μην την αφήσει να πεθάνει από αδράνεια.

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....