Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Ο πόνος εδώ είναι ζεστός



Κάθε φορά  που γράφω  για τον τόπο έχω την εντύπωση πως κάποιες φορές ξύνω πληγές και κάποιες αυτοτραυματίζομαι.  Δυστυχώς κάποια κείμενα που θα ήθελα να έγραφα για τελευταία φορά, επανέρχονται φρέσκα σαν  να ήταν η πρώτη φορά.  Για τον τόπο και σήμερα,   που κατά βάθος όλοι αγαπάμε αλλά αυτήν την αγάπη δεν την μοιραζόμαστε.
Είμαστε ένας μικρός τόπος με ανθρώπους ανασφαλείς, κληρονομιά αιώνων σκλαβιάς, επιδρομών και καταπίεσης. Η έλλειψη σιγουριάς οδηγεί σε μια υπερβολική και αναγκαστική υπερτροφία του εγώ. Το εγώ νιώθει διαρκώς πως κινδυνεύει, οι μηχανισμοί αυτοπροστασίας θριαμβεύουν, ο εγωισμός γίνεται μέθοδος επιβίωσης.
Όσους κύκλους και να κάνουμε, όσο και να προσπαθούμε να απομακρυνθούμε νοερά, από τον μικρόκοσμο μας, η δίνη της καθημερινότητας, μας ρίχνει στην βαθιά λακκούβα της βάσης μας.
Ο Πεσόα δεν το είχε κουνήσει από την Λισσαβόνα και το αντιλαμβάνεται κανείς από τα απλά παραδείγματα, που χρησιμοποιούσε στα έργα του για να μπορέσει να υποστηρίξει τις φιλοσοφικές του ανησυχίες.
Στο λάκκο, γατί όσο και αν προσπαθούμε, όσο και να κλείνουμε τα μάτια, για να ταξιδέψουμε στο παραμύθι, ο τόπος μας επαναφέρει.
Ακόμα και σήμερα, που έχουμε δικτυωθεί με τον κόσμο όλον, η πραγματικότητα έχει τη δική της δυναμική.
«Το είδα με τα μάτια μου» λέμε και όχι στην τηλεόραση γιατί εκεί δεν μπορούμε να είμαστε αυτόπτες μάρτυρες.
Δυστυχώς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον τόπο, ο πόνος εδώ είναι ζεστός.
από την στιγμή που πέρασε τα χωρικά μας ύδατα η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, άρχισε να γίνεται κατανοητή. Σεισμοί λιμοί καταποντισμοί, στο γυαλί διαρκούν μέχρι το επόμενο δελτίο ειδήσεων, ενώ εδώ…

Ο τόπος λοιπόν, που ζήσαμε, και ζούμε. Ο τόπος που γίνεται ανάμνηση γλυκιά η πικρή που γίνεται προσμονή, που γίνεται κατάρα.
Είσαι, η Πράγα, η Αθηνά, η Ιθάκη. Είμαι Η Κέρκυρα το Ναύπλιο η Θεσσαλονίκη, παραφράζοντας την κυρία του ραδιοφώνου, που σχολιάζει τα τραγούδια  και    καταριέται τις αγάπες της.
«Πολιτείες με ιστορίες παλιές σαν τη ζωή και ιστορίες πρόσφατες σαν το χθεσινό σου γέλιο. Και σ’ όλες τις ιστορίες μέσα, οι μάνες με τα πύρινα μάτια που αγκάλιασαν με δύναμη τα παιδιά τους, άλλες για να προστατεύσουν και άλλες για να τα αποχαιρετίσουν. Αχ πολιτεία, που κρατάς τη θλίψη μου στο βυθό της θάλασσας σου, πολιτεία που μίσησα από τα βάθη του είναι μου, σε καταριέμαι να γεμίσεις ανέστιους, απάτριδες, αδέσποτους, διωγμένους. Να γεμίσουν οι δρόμοι σου ανήμερες ψυχές, τα σπίτια σου από ζωές άδικες. Μήπως και την επόμενη φορά που ξεβραστεί ένα παιδί στην πέτρινη αγκαλιά σου καταφέρεις να του δείξεις το δρόμο για το πατρικό του σπίτι.»
Ο πόνος εδώ είναι ζεστός
Τέλος φόρμας

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Μπαίνουμε στο ψέμα και το ζούμε



Ένα παλαιότερο σήμερα ,για νέους αναγνώστες, για παλιούς που το προσπέρασαν, για κάποιους που το ξέχασαν.  Όσο η ζωή αυτού του τόπου παίζεται στη μικρή οθόνη και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, θα το επαναφέρω. Σήμερα αποκτά μια ιδιαίτερη αξία, γιατί το μήνυμα τελικά έχει αποδέκτες τους ίδιους,  που βαυκαλίζονται χτυπημένοι από τη μέθη της μωροφιλοδοξίας τους.  Και έχει  αξία, γιατί ο αληθινός  κόσμος  ασχολείται με πιο σοβαρά πράγματα.
Το τίποτα κάνει μεγάλη φασαρία. Αξιοπεριφρόνητες σαχλαμάρες, που θεριεύουν εκ του μηδενός και γίνονται προβλήματα πρώτου μεγέθους εδώ στη μικρή μας πόλη.
Σάμπως ο δαίμων της καθημερινότητας να πλάθει καταστάσεις για να βρίσκουν δουλειά οι άεργες ψυχές.
 
Οι πραγματικοί άνθρωποι  δείχνουν ξένοι με όλο αυτό το πανηγύρι. Αν τους ρωτούσα γι’ αυτά που κυριαρχούν στην τοπική επικαιρότητα,  είμαι βέβαιος που θα εισέπραττα μόνο μια λέξη:«Μαλακίες».
Δεν είναι τόσο μεγάλα, γιατί επιμένουμε; Δεν είναι τόσο σπουδαία, για να μπούνε στην βιτρίνα. Τα μεγεθύνουμε για να χωρέσει το επαρχιώτικο κόμπλεξ, για να δούμε τον μικρόκοσμό μας, μεγάλο. Για να επισημοποιήσουμε την ύπαρξη μας.
Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη.
«Η αλήθεια του καθενός είναι ο δρόμος του», λέει η λαϊκή σοφία, δηλαδή το ψέμα του.  Αυτοί επιμένουν να σκηνοθετούνε το ψέμα για να τους χωρέσει .  Δε τους  αρκεί η ήπια βόλτα στα στενά σοκάκια, δε βολεύονται  με την γαλήνη που μας δωρίσανε, γι’ αυτό κάνουνε φασαρία χωρίς αιτία. Γι’ αυτό βαφτίζουμε τα σοκάκια λεωφόρους.
Σκηνοθετούνε γεγονότα και ύστερα παίρνουνε τη βολική θέση του θεατή, σχολιάζουν κιόλας. Μπαίνουνε στο ψέμα και το ζούνε. Το βαφτίζουνε σημαντικό για να κερδίσουν όσο τον δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί τους.
Τα μπαλόνια όμως, γεμάτα αέρα κοπανιστό πόσο  θ’ αντέξουν… θα σκάσουν!

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Ημέρα της και γυναίκας και του άνδρα



Ημέρα της γυναίκας  την Κυριακή  και ευκαιρία να την αφιερώσουμε και  στον άνδρα, που δεν ευτύχησε να έχει δική του μέρα, ένα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά γι’ αυτό το αδύναμο φύλλο, αφιερωμένο εξαιρετικά στις γυναίκες…με την ευχή κάποια μέρα να προσθέσουμε στη γιορτή τους και τη δική μας.
«…Κι αφού η γυναίκα τον άντρα μονάχα να τον αγαπάει μπορεί και τίποτε άλλο, θα κάνω εγώ, ένας άντρας, το εγκώμιο γι' αυτό το αυτοδημιούργητο θαύμα που είναι ο άντρας. Χαριστικά θα βάλω πρώτη στη σειρά τη συμβολή της γυναίκας, που σίγουρα βοηθάει να συντελεσθεί, κυρίως με το ανεκτίμητο (και κατ' εξοχήν γυναικείο) χάρισμά της, που είναι ο αλάθητος ρεαλισμός της. Χωρίς αυτόν ο άντρας θα παράπαιε, ακόμα θα περιπλανιόταν, θα είχε χαθεί μέσα στις ομίχλες των επικών του φαντασιώσεων -ένα χάρισμα που η γυναίκα, αν το θελήσει, μπορεί να το μεταποιήσει σε θανάσιμο ανδροκτόνο εργαλείο - αν θελήσει να υπονομεύσει, χρησιμοποιώντας το, όλες τις ευσυγκίνητες μυθολογίες, που χάρη σ' αυτές και αποκλειστικά μ' αυτές ο άντρας επιβιώνει.
Χειρώνακτας του πολιτισμού αλλά και εγκέφαλός του, έκτισε από την αρχή τον κόσμο με μέτρο τον άνθρωπο. Κι αν αυτός ο κόσμος φαίνεται να είναι ανδροπρεπής, εκεί που χρειάζεται γίνεται θηλυκός, πολύ τελειότερα απ' ό,τι θα τον έπλαθε η ίδια η γυναίκα: χάρη στον άντρα η τέχνη κατοικήθηκε από εξαίσιες (αν και ανύπαρκτες) γυναίκες και πήραν γυναικείο όνομα οι πιο αυστηρές εξουσίες της ζωής, ενώ κράτησε για τον εαυτό του τον δυστυχισμένο ρόλο του ηττημένου, δηλαδή αυτός επωμίστηκε με αυταπάρνηση τη μεταφυσική μοίρα της ήττας που βαραίνει το ανθρώπινο γένος.
Δεν δέχθηκε χαρμόσυνους αγγέλους όπως η Θεοτόκος, δεν έπεσε σε ερωτική έκσταση όπως η Αγία Θηρεσία, ταπεινά κι αγόγγυστα υπηρέτησε τη θητεία του στα τάγματα του Θεού. Δεν είχε μεγαλομανιακές ακουστικές ψευδαισθήσεις όπως η Ιωάννα της Λορραίνης - ανώνυμος αφανίσθηκε σε ατέλειωτους και άδικους πολέμους (και καμιά δεν έχει σημασία ότι ο ίδιος τους ξεκίνησε), εξοντώθηκε σε ισόβιες δουλείες. Ανιδιοτελής, αθώος αλλά ευφυής, εύπιστος με τη θέλησή του, εύθραυστος και χωρίς - σε αντίθεση με τη γυναίκα - να επιζεί του θρυμματισμού του, ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους, από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση τού πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόμους γενναίος.
Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών. Αυτός είδε τα όνειρα όταν ήρθαν οι μεγάλες νύχτες κι όλα αυτά από το τίποτα, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από κανέναν. Έχοντάς τα όλα αντίξοα, και πιο πολύ αντίξοη τη γυναίκα που τον αγάπησε.
Και λυπηθείτε τον, με την πιο ευγενικιά, την πιο τρυφερή λύπη, γι' αυτή την απέραντη, την ως το τέλος αβοήθητη μοναξιά του. Δείτε τον, παραμερίζοντας τις αγορίστικες κομπορρημοσύνες του, τα απελπισμένα χάδια της μάνας του -παραμερίστε τα όλα: τα αφηρημένα αγγίγματα της γυναίκας του, τα αρπαχτικά και φιλημένα χεράκια των παιδιών του και δείτε τον σε όλη του την ανέχεια. Και μη του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει. Και αν αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί..»

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Και τι να πεις…



Δεν είναι και ο καλλίτερος χρόνος να εκφράσουμε τις σκέψεις μας.  Για μας που βρισκόμαστε  μια ζωή στην απέναντι όχθη, που μάθαμε να στεκόμαστε κριτικά στις λογικές που προηγήθηκαν, που δεν ακολουθήσαμε το συρμό της ευκολίας, καταδικάζοντας χωρίς δεύτερη σκέψη ό,τι μας ενοχλούσε προσωπικά, που κανένα δένδρο δεν εμπόδισε το βλέμμα μας, να δει πέρα μακριά, η νέα πραγματικότητα μας αποσυντονίζει.  Βιώνω εκείνον  το χρόνο, των αλλεπάλληλων σεισμικών δονήσεων και περιμένω μια σταθερά για να πιαστώ από κάπου. Τι να πεις και σε ποιον να τα πεις.   Αυτές τις μέρες, δύσκολα μου βγαίνουν οι λέξεις. Ακόμα και τα παραμύθια ημιτελή τα παρατάω. Ημιτελή παραμύθια, με επιλόγους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά. Και δεν φτάνει αυτό, εδώ στην μικρή μας πόλη,  ορατότης μηδέν. Με ποιον να συμμαχήσεις ; Ποιανού το μέρος να πάρεις και να ενώσεις τη φωνή σου. Δεν βγαίνει κιχ. Δεν είναι ότι βράζουνε όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν βράζουνε με τίποτα.   Είναι πολλά που θέλω να γράψω σήμερα και από πού ν’ αρχίσω. Αν δεν καταλάβατε με τον εαυτό μου τα έχω πρωτίστως, που πέρασε  τα πενήντα, βλέποντας όλα γύρω του να γκρεμίζονται και τώρα περιμένει τα παιδιά, ελπίζοντας ότι σ’ αυτό που υποστηρίζει δεν θα εισπράξει ακόμα μια απογοήτευση. 
Στα δικά μας παραμύθια και πάλι, μόνο που αυτά τα παραμύθια είναι καλό να μην τα διηγούμαστε στα παιδιά. Είναι τα παραμύθια αυτής της δήθεν πόλης, αυτών των δήθεν που πρωταγωνιστούν. Επιμελώς αποφεύγω τα τοπικά συμβαίνοντα. Καμία διάθεση σνομπισμού, αγάπης θα έλεγα που έγινε δίκοπο μαχαίρι. Μέχρι τώρα μου συνέβαινε αποσπασματικά, για πρόσωπα, για μέρη αγαπημένα, για στιγμές, για μήνες και για χρόνια. Τελευταία ο τόπος έγινε πόλη και νησί, και ο χρόνος είναι λίγο πριν λίγο μετά, όπως και οι άνθρωποι λίγο πριν, λίγο μετά…Η άρνηση γενικεύτηκε, αυτός ο τόπος ο ευλογημένος τελικά είναι καταραμένος.
Τόσα χρόνια «στο γύρω γύρω όλοι», ζαλίστηκα. Τόσα χρόνια, οι ίδιοι και οι ίδιοι, τα ίδια και τα ίδια, κουράστηκα. Απογυμνωμένοι από αξίες, στερημένοι από οράματα, με ανεπάρκεια πνευματική και θράσος που περισσεύει, αποτυγχάνουν ακόμα και στην διαχείριση της μιζέριας.
Το έχουμε εξαντλήσει το θέμα. Την επομένη δεν υπάρχει διάθεση για επανάληψη. Ότι είχαμε να πούμε το είπαμε και το ξαναείπαμε. Μετά απ’ αυτή την κατάχρηση, η γοητευτικότερη λύση είναι να αφεθούμε στις σιωπές.
Εδώ που φτάσαμε δεν ξέρω τι να πω. Ξεχάσαμε να περπατάμε. Τα «δύο βήματα μπρος και ένα πίσω», ακούγεται δογματικό γι’ αυτό πήγαμε πίσω ολοταχώς. Τώρα πάλι από την αρχή, σαν κουρασμένοι ηθοποιοί που επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά το ρόλο.


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Για τη βλακεία της εξουσίας, ο λόγος



Αυτή η απάθεια που οδήγησε στις προσωπικές διαδρομές, έχει κόστος. Όταν οι ανίκανοι αποτελούν την  ομάδα κρούσης, τι προκοπή να περιμένεις; Οι σημερινές «πρωτοπορίες»  επιλεχτήκαν από τον άμαχο πληθυσμό.  Tα σπαταλάω τα λόγια,   σήμερα   γιατί η καταλόγηση ευθυνών, πρέπει να λάβει υπόψη της όλα τα δεδομένα. Όταν μάλιστα έχεις να κάνεις με  ρετάλια της πολιτικής, δεν μπορείς να αγνοείς και τα ελαφρυντικά. Να στείλεις στην κρεμάλα τη βλακεία;  Πέντε καραμπινάτες  περιπτώσεις από χθες μέχρι σήμερα,  με αναγκάζουν, να  επαναφέρω το θέμα με σαφή  προσδιορισμό.  Περισσότερο  το κάνω,  σαν  άσκηση  ψυχραιμίας    γιατί μπορεί η βλακεία να είναι ανίκητη, πρέπει όμως όταν  βρεθούμε απέναντι της,   αυτό να καθορίζει και τη στάση μας.  
Ο μοναδικός που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα: βλάκας είναι αυτός που προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο, αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα και υφίσταται ζημιά και ο ίδιος. «Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες χρήματος, χρόνου, ενέργειας, ησυχίας και καλής διάθεσης, λόγω των απίθανων πράξεων κάποιου παράλογου πλάσματος που μας τυχαίνει τις πιο απρόσμενες στιγμές και ζημιώνει, ακυρώνει και δυσκολεύει τη ζωή μας, χωρίς να έχει απολύτως τίποτα να κερδίσει από τις πράξεις του», γράφει ο Τσιπόλα. Ένα πράγμα είναι λοιπόν ξεκάθαρο: η βλακεία έχει μια ευκρινή κλίση να μεταφράζεται σε πράξεις, και αυτό την καθιστά επικίνδυνη.
 


Η βλακεία είναι ασυναίσθητη και υποτροπιάζει. «Ο κίνδυνος της βλακείας προέρχεται από τον βλάκα που δεν ξέρει ότι είναι βλάκας», εξηγεί ο Τσιπόλα. «Αυτό δίνει μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα στην καταστρεπτική δράση της». Ο βλάκας δε γνωρίζει τα όριά του, παραμένει προσκολλημένος στις πεποιθήσεις του και δεν ξέρει πώς να αλλάξει, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει επ’ άπειρον τα ίδια λάθη.
Σε κλινικό επίπεδο, η βλακεία είναι η χειρότερη ασθένεια, γιατί είναι αθεράπευτη. Ο βλάκας έχει την τάση να επαναλαμβάνει πάντα την ίδια συμπεριφορά, γιατί δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη ζημιά που προκαλεί και συνεπώς δεν μπορεί να αυτοδιορθωθεί.
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία: η εξουσία. «Η εξουσία αποβλακώνει», έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε. Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες.
Γι’ αυτήν τη βλακεία ο λόγος,  που δεν προκαλεί γέλια αλλά κλάματα…

Ο χρόνος τα φωτίζει αλλιώς

Ο Αύγουστος έχει έναν δικό του τρόπο να μπερδεύει τον χρόνο. Κάθε απόγευμα, όταν το φως της δύσης αρχίζει να σβήνει, μοιάζει να κλέβει κάτι ...