Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

«ιδιωτικό» ό,τι μας συμφέρει και «δημόσιο» ό,τι δεν μας αφορά

Βλέποντας τον όγκο των σκουπιδιών, αυτές τις μέρες που ήταν κλειστός ο ΧΥΤΑ του Τεμπλονίου, τρόμαξα. Όχι από τα σκουπίδια. Τρόμαξα από την συμπεριφορά των κατοίκων αυτής της πόλης... Όχι κάποιων ασυνείδητων, αυτά τα τεράστια βουνά από σκουπίδια, δεν μπορούν να τα δημιουργήσουν κάποιοι. Αυτή η εικόνα ντροπής είναι εικόνα που χαρακτηρίζει την πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της πόλης, την παιδεία ενός Λαού, που περηφανεύεται για τον πολιτισμό του. Δεν θα συνεχίσω, γιατί αυτές οι λέξεις που βγαίνουν δεν γράφονται.
Σε παλαιότερο   ρεπορτάζ της κυριακάτικης «Καθημερνής» γράφει η Μαρία Κατσούνακη «Αθήνα, μια βρώμικη πόλη – δυστυχώς…», ( όπου Αθήνα βάλτε Κέρκυρα ). Πληροφορούμαστε, μεταξύ άλλων, από τους δημάρχους της Στοκχόλμης, του Μπέρμιγχαμ και της Δουνκέρκης, την πολιτική περισυλλογής απορριμμάτων, τις μεθόδους που εφαρμόζουν, τα κονδύλια που δαπανούν. Και κυρίως: παντού υπάρχουν ειδικοί χώροι, τα σκουπίδια δεν εκτίθενται στους δρόμους, όσοι δεν υπακούουν τιμωρούνται με υψηλά πρόστιμα. Όμως οι Κερκυραίοι είναι, ως γνωστόν, «νοικοκυραίοι». Γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα (Ευρωπαίο) πολίτη πώς να απομακρύνουν τη βρωμιά, να την ξεφορτωθούν, γιατί εκτός σπιτιού - διαμερίσματος, πρόκειται για μια «άλλη πόλη». Μια Κέρκυρα που ανήκει αποκλειστικά στον δήμαρχο και στους πολιτικούς της, που δεν είναι στη δική μας δικαιοδοσία, που υπόκειται σε διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς. Ξένο έδαφος, δηλαδή. Και συμπεριφερόμαστε αναλόγως.
Ας μην προχωρήσουμε σε πιο σύνθετες έννοιες, όπως διαχωρισμός απορριμμάτων. Γιατί τότε, αν είμαστε (πολιτειακά) υπεύθυνοι και με στοιχειώδη (αστική) αξιοπρέπεια θα πρέπει να βάλουμε τα κλάματα ως μετεξεταστέοι με ανυπέρβλητα μαθησιακά προβλήματα. Έως ότου επιτύχουμε τις επιδόσεις (όλων) των άλλων Ευρωπαίων, θερμή παράκληση προς τον Δήμο Κερκυραίων: Μήπως θα μπορούσατε κ. Δήμαρχε να εγκαταστήσετε έναν υπάλληλο έξω από κάθε κάδο, ο οποίος να αναλαμβάνει να εξυπηρετεί τους πολίτες εκείνους με ανεπτυγμένο αίσθημα καθαριότητας που σιχαίνονται να χρησιμοποιήσουν τον μηχανισμό; Και αν αυτό το μέτρο σάς φαίνεται δαπανηρό, μήπως συμφέρει καλύτερα να τοποθετήσετε ένα ηλεκτρονικό σύστημα που να αντιδρά στην εντολή «κάδε, άνοιξε». Με κίνδυνο βέβαια να εκτοξεύεται η εντολή μαζί με τα απόβλητα από τους ορόφους. Γιατί πάντα θα επιλέγουμε την πιο ξεκούραστη λύση. Γιατί πάντα «ιδιωτικό» θα σημαίνει ό,τι μας συμφέρει και «δημόσιο» ό,τι δεν μας αφορ
ά


Αυτήν την πόλη την απροσδιόριστη και για να μην την αδικήσω θα προτιμούσα καλύτερη να ήταν άδεια. Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία.
«Η πόλη μας μοιάζει να εγκληματεί πρωτόγνωρα: Μας ενθαρρύνει τα μέγιστα να θαφτούμε στη σκόνη της. Απλανείς μας χρειάζεται «με τα χέρια μας να βουλιάζουν στις τσέπες και να παίζουν τα κλειδιά των δικαιωμάτων μας.»   
Συνέχισε αγαπητή αναγνώστρια: «Βγήκα στην πλατεία. Δεν είχε κρύο. Μόνο φύσαγε πολύ. Τα μαλλιά μου, το σακάκι μου, τα έσπρωχνε επίμονα ο αέρας. Θέλησα να μείνω εκεί, με χέρια και σακάκι ανοιχτά να με χτυπά ο αέρας και να διώχνει τις λύπες. Να με περάσει ολόκληρη ένας αέρας που θα πάρει μαζί του θυμούς και πίκρες, χρωστούμενα και αδιέξοδα. Όλα να τα πάρει μακριά. Κι εγώ να μείνω εκεί, στη μέση μιας πλατείας φαρδιάς, ανοιχτής, και να ανασαίνω μια καινούργια πνοή. Να γεμίζω τα πνευμόνια μου με καθαρό αέρα, το μυαλό μου με καινούργιες ιδέες. Να μη λερώνεται τίποτα απ’ τους λεκέδες του χτες.
Εκεί που η σκέψη είναι ελεύθερη, απαλλαγμένη από συμβάσεις συμφερόντων, κοινωνική υποχρέωση και συγκατάβαση εξ ανάγκης.
Εκεί που η πόλη μου ντύνεται τα καλά της και μιλά για τους ανθρώπους της, παλιούς και καινούργιους και τα έργα τους.
Μα τι λέω; Ένας αέρας ήταν, και κράτησε λίγο, όσο κρατούν τα όνειρα στη χώρα των λεπρών. Λερωμένα τα πάντα κι η πλατεία κι η πόλη κι η χώρα κι ο κόσμος.
Μόνο η σκέψη, ίσως καθαρίσει αν μπορεί κανείς να ψηλώσει, για να συναντήσει καθαρό αέρα.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Το ξεπλυμένο κόκκινο δεν αντέχει στο φως

Μάταια ψάχνω κάποιες λέξεις.   Δεν υπάρχουν τέτοιες,   που να μπορούν να κλείνουν τους  δρόμους, τους πεπατημένους. Τα βήματα τις περισσότερες φορές αυτενεργούν. Εμείς μένουμε να σχολιάζουμε.  Εκ του ασφαλούς δε λέω, όμως μέχρι εκεί.
Τώρα δεν έχω άλλες. Και οι ίδιες χάνουν την αξία τους, αν επαναληφθούν.
Μόνο στο χρόνο ελπίζω.  Και στο φως.  Ας μην  μείνουμε  άλλο στις σκιές, θα μελαγχολήσουμε. “Ας είναι αυτά τα τελευταία  λόγια σε μια ζωή  που μας διέψευσε. Πολύ μουντάδα  και αυτό το ξεπλυμένο κόκκινο χώμα,  που άφησε τη φυσική του θέση,  και ταξίδεψε στον ουρανό για να μας κρύψει τον ήλιο, που θα πάει,  πάλι στο χώμα θα βρεθεί.”
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απαλλαγούμε από τον θύτη, με τα θύματα όμως; Πώς να υπάρξουν ανατροπές, όταν το μεγάλο σώμα του κοινωνικού ιστού, παραμένει σταθερό σε νοοτροπίες, παρελθόντων ετών; Ο,τι λέμε και ό,τι κάνουμε, υπαγορεύεται από μια σκοπιμότητα, κληρονομιά των χρόνων της επίπλαστης ευμάρειας και της εικονικής πραγματικότητας που προηγήθηκαν.
Αυτό περιμένουμε τελικά, τη δική μας σωτηρία. Ελπίζουμε ότι εμείς θα επιβιώσουμε και άλλοι θα πεθάνουν. Ζούγκλα. Μπορεί να μας πήραν και τα σώβρακα, μας έμαθαν όμως να σκεφτόμαστε καπιταλιστικά δηλαδή ατομικά και αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά. Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή.
«Και πώς να βρεις εφαρμογή σ’ αυτόν τον κόσμο. Το κακό είναι ότι όποιος δεν μπορεί να αφομοιωθεί, να εξομοιωθεί να γίνει φωτοτυπία, τον απομακρύνει, τον αποκόπτει, τον ξερνάει. Όποιος κάνει μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιεί τον βηματισμό του, βρίσκεται εκτός. Ο κόσμος όταν δεν βουλιάζεις στα νερά του, είναι μια ξένη πόλη».
 

Όσο  οι επαναλήψεις, αποτελούν μέρος της επικαιρότητας, τόσο σκάβουμε πιο βαθιά το λάκκο μας. Τόσο μένουμε σε χρόνο νεκρό  από τα ίδια και τα ίδια. Τελικά αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει.
Ευτυχώς τα αμυντικά συστήματα ακόμα λειτουργούν αποτελεσματικά. Είναι φυσικό μετά από τόσες επιθέσεις, να έχουν αναπτύξει μια ευχέρεια στις αποκρούσεις. Θα το επαναλάβουμε:
“Όχι, δεν θα γίνεις στήλη άλατος από ένα άδικο Θεό.  Θα χάσεις τις λέξεις όμως, που ανακάλυψες.  Όπως: «θέλω να περπατώ όλο το δρόμο», «θέλω να κάνω όλο το ταξίδι», «θέλω να ζω».   
Που είναι η ζωή σου; Την έβαλες σε μια γραμμή  και ύστερα την έσφιξες πάνω σου, έτοιμη να σε πνίξει...”
τελικά η μάχη που δώσαμε και χάσαμε δεν μας δίνει σήμερα τη δυνατότητα ν' αντέξουμε την ήττα. Άλλο είναι γενναίοι και ηττημένοι και άλλο ηττημένοι δειλοί και προδομένοι...

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Τα “όλα στο φως “ ένα βαθύ σκοτάδι

Για την αλήθεια που είναι επαναστατική γράφαμε χθες, για τις μασκαρεμένες αλήθειες, που αποτελούν βασικό συστατικό της πολιτικής μας ζωής σήμερα. Οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη όλη την αλήθεια για να ζήσουν, υποστηρίζει ο ρεαλισμός της «πολιτικής», αντίθετα η μασκαρεμένη αλήθεια, η κατακερματισμένη πληροφόρηση, η φαλκιδευμένη ανακοίνωση, τους είναι πιο απαραίτητες.
Έχω την αίσθηση ότι ζούμε στο απόλυτο ψεύδος, Η επικαιρότητα, αποδίδεται μέσα από την εικονική πραγματικότητα. Ένα επίχρισμα, ένα πακέτο ψέματα, δεμένα φιόγκο.          
Που κρύβεται η αλήθεια; Και είναι καλά κρυμμένη. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη το παραμύθι και αυτή την αδήριτη ανάγκη έρχεται να καλύψει με τον καλύτερο τρόπο, ο βομβαρδισμός πληροφοριών και αποκαλύψεων της μισής πάντοτε αλήθειας, που εκπορεύεται μέσα από μια διαδικασία των ισχυρών, συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ.
Είναι τόσος όγκος των πληροφοριών που οι αληθινές φωνές χάνονται μέσα στο βουητό, μπερδεύονται στο πλήθος
Η ιστορία μας έχει δείξει ότι γεγονότα, που διαδραματίστηκαν κατά τον παρελθόν χρειάστηκαν να περάσουν δεκαετίες για να μπορέσουμε να τα προσεγγίσουμε. Χρόνος ικανός για να σβήσει το πόνο και να αποτρέψει το λαό να ταυτισθεί μαζί τους.
Έτσι, όπως υποστηρίζει ο Κωστής Παπαγιώργης, «ποτέ ο αμερικανός πολίτης δεν ταυτίσθηκε με τις αγριότητες του Βιετνάμ, οι Γερμανοί με τα κρεματόρια, οι Γάλλοι με τις σφαγές στην Αλγερία, οι Έλληνες με τις ωμότητες του ’22. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία σαν τερατώδης οργανισμός, ο,τι και αν καταπιεί, έχει ανάγκη να κρατάει πάντα το σάλιο της καθαρό. Γνωρίζει τις πληροφορίες για τα σάπια κρέατα, αλλά η μπουκιά της παραμένει μυστηριωδώς αγνή».
Σήμερα ενώ αλλεπάλληλα ρεπορτάζ ξεσκονίζουν το γεγονός, συνταρακτικές αποκαλύψεις μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι μαθαίνουμε την αλήθεια, τα «όλα στο φως» τα σκεπάζει, βαθύ σκοτάδι και θα πάρει χρόνο για να ξημερώσει. Στην πραγματικότητα τελείτε ένας ευφυής καταμερισμός αποκαλύψεων με τελικό αξίωμα ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη το παραμύθι. Δυστυχώς στις μέρες μας το εμπόριο της αλήθεια δεν το αγγίζει καμία κρίση.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

“Η αλήθεια του ψέματος τους θα ανατραπεί μόνο από την αλήθεια των ονείρων μας…”

Αυτό το διάστημα της αναμονής είναι πολύ επώδυνο τελικά. Θα περιμένω είπα, να δω που θα σκάσει η μπίλια. Η εικόνα της κυβέρνησης σήμερα όμως ψαλιδίζει τις ελπίδες για το κόκκινο.Το να συγκρουστούμε κάποια στιγμή με το παρελθόν μας, είναι μια επώδυνη διαδικασία. Όταν έρθει η στιγμή να παραδεχτούμε λάθη, οι λέξεις βγαίνουν δύσκολα, βασανιστικά θα έλεγα. Πάντα στο τέλος υπάρχει μια μικρή δικαιολογία για να αμβλύνει τις εντυπώσεις. Σε καμία περίπτωση βέβαια, η εξομολόγηση δεν διαγράφει τις πράξεις μας, που αδίκησαν, που πόνεσαν που προκάλεσαν ζημιά στους γύρω μας, αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό.
Δεν γράφω τίποτα καινούργιο προσπαθώ ξεκινώντας από τα αυτονόητα, να καταλάβω, τι είναι εκείνο που δίνει ασυλία στους πολιτικούς που μας κυβερνούν, να λειτουργούν με τόση αναξιοπιστία απέναντι στο Λαό, χωρίς να νοιώθει ποτέ κανείς την ανάγκη, να απολογηθεί για εκείνα που μας έλεγε χθες και για τα αλλά που μας λέει σήμερα.
Βεβαίως και δεν ανακάλυψα την Αμερική, όμως απορώ πως αυτή η παρωδία αντέχει στο χρόνο, όταν είναι πρόδηλο και στον πιο ανυποψίαστο ψηφοφόρο, ότι δεν μπορεί αυτός που μέχρι χθες έλεγε όλα αυτά, ο ίδιος χωρίς να κοκκινίζει με την άνεση που του δίνει η σιωπηρή αποδοχή, να λέει σήμερα ακριβώς τα αντίθετα.
 

Οι πολιτικοί που μας κυβερνούν λειτουργούν λες και έχουν πάρει απαλλαγή από την ιστορία. Κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει παρελθόν, γινόμαστε συνένοχοι σε μια διαδικασία που νομιμοποιεί τη λήθη για ότι εγκληματικό έχει διαπραχθεί.. Ότι συνέβη χθες σβήνεται με τη γομολάστιχα του σήμερα και το σήμερα με του αύριο.
Και θα συνεχιστεί όσο η απάντηση απέναντι σε αυτή την διαρκή απάτη είναι « Έτσι είναι η πολιτική». Κινδυνεύουμε να το πιστέψουμε. Το χειρότερο θεωρούμε το ψέμα στην πολιτική σαν κάτι φυσιολογικό και δεν μας ενοχλεί. Η πολιτική χρειάζεται ελιγμούς, αλλά και ήθος, χρειάζεται βήματα μπροστά και πίσω, αλλά και αξιοπιστία.
Η αλήθεια όμως αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της αριστεράς που πιστεύουμε, και όπως έχει γράψει ο Γκράμσι «Η αλήθεια είναι επαναστατική»
“παραμένει προοδευτική, δραστική και ανατρεπτική. Η αλήθεια είναι αυτή που προκαλεί το status quo και τις ψευδαισθήσεις της κοινωνικής ακινησίας. Η αναζήτηση της αλήθειας και η τελική έκφραση της είναι πράξεις κατακριτέες, επικίνδυνες, τρομοκρατικές για την υπάρχουσα κατάσταση, για την σταθερότητα του παρόντος κόσμου, την ασφάλεια της στημένης καθημερινότητας μας. Η αλήθεια δεν περιορίζεται στη έκφραση, αλλά πάνω από όλα είναι μια οργανωμένη και πολυεπίπεδη επαναστατική πράξη η οποία έχει σκοπό να κινήσει ένα βήμα μπροστά το αργόσχολο μυαλό μας, τον σκουριασμένο κόσμο μας, να εξιτάρει τα τελματωμένα αισθήματα μας. Αυτός ο κόσμος βολεύει τους επιφανειακούς, την ωμή αναισθησία, την σιωπή που εναλλάσσεται με την μηχανική καταφατικότητα. Αυτός ο κόσμος προστατεύεται από το πέπλο των παραισθήσεων και των αυταπατών που μας γεννά το δήθεν δικαίωμα να βλέπουμε βιτρίνες μέσα από την κλειδαρότρυπα. Η αλήθεια τους όμως, είναι η καταπίεση, η εκμετάλλευση και η ασφυξία που νιώθουμε μέσα στα στενά και συντηρητικά όρια που μας επιβάλλει η «αγυρτεία» τους. Η αλήθεια του ψέματος τους θα ανατραπεί μόνο από την αλήθεια των ονείρων μας…




Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Και ούτε που φαίνεται εκείνη η κατηφόρα...

Ένα διαχρονικό κείμενο που ανασύρω από τις αποθήκες, για να συμπληρώσει το χθεσινό «Δεν έχω πρόβλημα με την ηλικία», είπα. «Σιγά μη σε πιστέψουμε», ήρθε η αντήχηση. Θα που πείτε η αντήχηση επαναλαμβάνει, έτσι γίνεται συνήθως, αυτή τη φορά όμως δεν άντεξε το ψέμα. Ανεμίζω και πάλι μνήμες. Ανοίγω πληγές και οι φόβοι αναπόφευκτοι. Στη διασταύρωση και πάλι εκεί ακριβώς που τελειώνει η ανηφόρα και αρχίζει η κατηφόρα. Στο σημείο μηδέν, εκεί που στυλώνεις τα πόδια και διαβεβαιώνεις τον εαυτό σου, ότι ποτέ δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα. Και όλα αυτά, με άγνοια παντελή, για το τι θα ακολουθήσει. Το «τι ωραία που μεγαλώνουμε», ακούγεται καλό σαν ευχή, αλλά φτάνει πια, μεγαλώσαμε, ας σταματήσει ο χρόνος για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας εδώ, να ωριμάσουμε είπαμε να μην σαπίσουμε. Ειλικρινά δεν νοσταλγώ τα νιάτα, πιστεύω πως η κορύφωση βρίσκεται κάπου στη μέση, με τις επιδόσεις να έχουν κάνει τα απαραίτητα χιλιόμετρα και να ρολάρουν καλύτερα, σαν στρωμένη μοτοσικλέτα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι αξία μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στη μέση ηλικία που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.
Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.
«Η ώρα των δακρύων έχει καλύτερη αίσθηση του χρόνου και ως εκ τούτου μεγαλύτερη διάρκεια», μονολογεί η ραδιοφωνική μου φίλη. «Διότι το πηγάδι για να δώσει νερό, πρέπει τα ποτάμια και οι λίμνες να έχουν καταβάλει το ποσοστό τους. Γεμίσεις, γεμίζεις, δημιουργείς μια τεχνητή πλημμύρα για να μην εκτεθείς, φωνάζεις, όλους τους απόκληρους να έρθουν να ξεδιψάσουν, βάζεις στα σκυλιά νερό να μην γαβγίζουν και τρομάξουν τις ώρες που έρχονται, αλλά πάλι κάτι μένει. Δικό σου, για ποτέ και για πάντα, κάτοπτρο των οφειλών σου στη μνήμη και είναι τα μάτια οι μόνες εκβολές για να στεγνώσει ο ύπνος σου. Έτσι πιστεύαμε εμείς, οι όχι νέοι, οι όχι παλιοί. Οι ανάμεσα, με το διστακτικό βήμα του νικημένου στρατιώτη».
Τι μεσολάβησε από τότε μέχρι σήμερα; Μιας συνεχής μετατόπιση, στο μεσοδιάστημα, στο σημείο μηδέν. Μια απέραντη στρογγυλή πεδιάδα και ούτε που φαίνεται εκείνη η κατηφόρα. Όσο για εκείνες τις «ασφαλείς προβλέψεις…», κουταμάρες. Για μας που η καρδιά μας σκίζεται πιο εύκολα απ’ το χαρτί, εδώ θα μείνουμε, στη μέση. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι πολύ ωραία εδώ πάνω, μόνο αυτό το αστέρι, που λάμπει, φαίνεται πως θα με δυσκολέψει,δεν ξέρω ποιος θεός μού το κρέμασε τόσο μακριά…

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Έχει ηλικία η γραφή;

Από φόβο είναι η αντίδραση και ας επιχειρηματολογούμε για το αντίθετο. Μπορεί η κάθε ηλικία να έχει τις χάρες της, στην δική μας, όμως έχει επικαθήσει ένας αχρείαστος φόβος, που όσο και να προσπαθούμε να τον κρύψουμε, έρχεται δια ασήμαντον αφορμή να μας υπενθυμίζει, ότι ο χρόνος τελειώνει. Την εξήγηση τη βρήκα στο βιβλίο του 'Ιρβιν Γιάλομ, “ Στο κήπο του Επίκουρου”. Είναι ο φόβος του θανάτου, που από μια ηλικία και ύστερα, χωρίς, να το συνειδητοποιούμε, γεγονότα που στα χρόνια της νεότητας μας περνούν απαρατήρητα, στην ηλικία μας αποκτούν μια άλλη διάσταση στην καθημερινότητά μας .
Και το είδος της γραφής δε μπορεί να μην έχει σχέση με το χρόνο. Έχει ηλικία η γραφή; Από το εφήμερο του ρεπορτάζ στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφίας, έφτασα να γυρεύω απεγνωσμένα λέξεις, για να φυτέψω κάτω απ' το δέρμα μήπως και τους παρατείνω για λίγο τη ζωή. Είναι ο φόβος του θανάτου τελικά, που δίνει και στις λέξεις την ηλικία  τους κάθε φορά που θέλουν να πουν κάτι.
«Ένα ελεύθερο θέμα για σήμερα», όπως μας έλεγαν στο σχολείο, ανάλογα τη διάθεση και τα ερεθίσματα από το παγκόσμιο χωριό και πάνω απ’ αυτό. Αυτό προσπαθώ κάθε μέρα, ικανοποιώντας πρωτίστως το δικό μου «θέλω να τα πω» με την ελπίδα πάντα, πως ίσως κάπου συναντήσω κάποιους της παρέας. Γιατί, στην πραγματικότητα, το χρονογράφημα είναι η γέφυρα που περνά πάνω από την ξεραΐλα της βιασύνης, της προχειρότητας, της αδιαφορίας και ελαφρότητας που συχνά χαρακτηρίζει την είδηση, το καθημερινό ρεπορτάζ, το πολιτικό άρθρο και καταλήγει στο πιο πλούσιο πνευματικό έδαφος της ευρηματικότητας, της ενδελέχειας, της βραδύτητας, της φαντασίας - σε ό,τι δηλαδή αγγίζει τη λογοτεχνία.
«Όμως το χρονογράφημα», όπως λέει ένας βραβευμένος χρονογράφος «αντίθετα από τη συμβατική, την «πραγματική» λογοτεχνία, είναι μια λογοτεχνία που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου, είναι η λογοτεχνία που γράφεται κυριολεκτικά στο πόδι, είναι η λογοτεχνία των γεγονότων που συμβαίνουν και όχι των γεγονότων που συνέβησαν, είναι η λογοτεχνία κάποιου βάθους, πάνω στην επιφάνεια. Το χρονογράφημα σε μιαν εφημερίδα επιβραδύνει το βιαστικό, ξεκαθαρίζει το νεφελώδες, επιμηκύνει τη ζωή του θνησιγενούς. Είναι το μαύρο πρόβατο της εφημερίδας, που δεν ταιριάζει στο εφήμερο πνεύμα της. Ενώ όλα τα άλλα κομμάτια της αποδέχονται τη θνητότητά τους και πεθαίνουν με ευχαρίστηση την επομένη, το χρονογράφημα θέλει να ζήσει μια μέρα, ένα μήνα, ένα χρόνο πιο πολύ».
 

Πως όμως να γράψει κανείς χρονογράφημα, όταν οι ήρωες της τοπικής επικαιρότητας, δεν βγάζουν ούτε γέλιο ούτε δάκρυ;
Δεν υπάρχει η πρώτη ύλη σε αυτόν εδώ το τόπο, τα γεγονότα είναι μια συνεχής επανάληψη και οι πρωταγωνιστές προϊόντα μιας χρήσεως, παρά ταύτα ξαναχρησιμοποιούνται.
Πώς να γράψω χρονογράφημα μέσα στην απραξία στο στείρο πολιτικό λόγο, σε ένα περιβάλλον απλής διαχείρισης και μάλιστα κακοδιαχείρισης των πραγμάτων; Γι’ αυτό ένα ελεύθερο θέμα κάθε μέρα, που δεν χωράει σε καλούπια, που ταξιδεύει επί τόπου για να μπορεί να αναπνέει, που σκάβει με τα νύχια για να περάσει λίγα εκατοστά την επιφάνεια, για να μπορεί να ζήσει.
Για τον χρόνο και σήμερα. Για το χρόνο που το μετράμε ανάλογα με την μνήμη, για το χρόνο που αν δεν πάμε με το ρολόι, μπορεί και να μην είναι αδυσώπητος. «Το χρόνο δεν τον μετράμε πλέον με κεριά γενεθλίων. Το χρόνο τώρα τον μετράμε με απουσίες».
Μεγαλώνουμε περιστρεφόμενοι γύρω από τον ίδιο άξονα. Δεν αλλάζουμε, ο εαυτός μας ξανά. Σε μια ισορροπία εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι, να ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε τελικά και δεν τα κάναμε, μία η άλλη!
«Με απουσίες μετράμε τον χρόνο. Με ονόματα που σβήνουμε. Με φίλους που χάθηκαν, που έγιναν ξένοι, που έφυγαν απ’ τη ζωή τη δική τους και τη δική μας. Με έρωτες που μαράθηκαν, με έρωτες που τελείωσαν άδοξα, με γεγονότα που ξεθώριασαν από το χρόνο».
"Για το χρόνο και σήμερα που κάποιοι λένε ότι τρέχει, εμείς όμως εκεί, στάσιμοι, καρφωμένοι στο σημείο που το μυαλό άφησε να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι για να έχει να λέει για τα ταξίδια. Ακίνητοι και φευγάτοι. Σιγά τι είναι τα χρόνια. Αποσυμπιεσμένες στιγμές κατά μια έννοια. Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με λίγη αξιοπρέπεια".

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Ο τρόπος με ενοχλεί

Πρόσθεση αφαίρεση. Οι αριθμοί εφιάλτες, για να βρεθούν τα ισοδύναμα. Και από τους ρύπους, και από την παλαιότητα και από την αξία και από την μύγα ξίγκι, για να τελειώσουν οι ψευδαισθήσεις, ότι τα υψηλά τέλη αυτοκινήτων θα μειωθούν. Μια μικρή αύξηση με αριστερό πρόσημο, που δικαιολογείται από την “ποιότητα” του οδικού δικτύου! Μιζέρια. Ψάχνουνε στις
ξεχασμένες τσέπες, μήπως έχει ξεμείνει κανένα φραγκοδίφραγκο.
Θα μου πείτε κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνω, Χρωστάμε και πρέπει να πληρώσουμε, o τρόπος με ενοχλεί. Θα προτιμούσα από μια κυβέρνηση της αριστεράς να μας μιλήσει ευθέως. Θλίβομαι να τη βλέπω στη θέση του λογιστή, να μετράει τους ρύπους και να προσθέτει τέλη στα γραμμάρια.
Ο,τι έγραφα εδώ και τρία χρόνια για εκείνη την αλήστου μνήμης κυβέρνηση, του πάλαι ποτέ δικομματισμού, δεν μπορώ σήμερα να αφαιρέσω ούτε μία λέξη. Πρέπει να συμφωνήσουμε και στα 48 προαπαιτούμενα για να εκταμιεύσουμε την επόμενη δόση.
Δόση με δόση, δηλητήριο. Οι δανειστές πλέον ζητούν ενέχυρο, ένα εξαθλιωμένο Λαό, στρατιές ανέργων, μισθούς πείνας, την εθνική μας ανεξαρτησία, την εδαφική μας κυριαρχία, την κρατική περιουσία και ό,τι τέλος πάντων μπορεί να έχει κάποια αξία σ’ αυτόν τον τόπο. Και η κυβέρνηση στην θέση του διαχειριστή αυτής της σχιζοφρένειας αγωνίζεται για να κλείσει και τις τελευταίες εκκρεμότητες. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε στο κέντρο της δίνης και με λογικές που πολεμούσε χθες, προσπαθεί να πάρει ανάσες για το σήμερα κλείνοντας το παράθυρο στο μέλλον.


Αυτές τις μέρες, είναι αλήθεια, δύσκολα μου βγαίνουν οι λέξεις. Ακόμα και τα παραμύθια ημιτελή τα παρατάω.
Τα δάκρυα έπονται, προηγούνται οι συμβιβασμοί οι ταπεινώσεις, οι εκποιήσεις οι αλλοτριώσεις, οι εκρήξεις, η φρίκη, έτσι που και με τον άνθρωπό σου γίνεσαι εχθρός και με τον εαυτό σου ξένος.
Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούν στην πραγματικότητα.
Ημιτελή παραμύθια, με επίλογους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά.
Βιώνοντας το παρόν και αδιαφορώντας για το μέλλον. Αυτό κάνουμε και σήμερα, το παρόν βιώνουμε δανειζόμενοι, παραχωρώντας ως εγγύηση ό,τι ιερό και όσιο, κάτω από τη σκληρή επιτήρηση των δανειστών μας, όχι βεβαίως για να εξασφαλίσουν το μέλλον μας, αλλά τα χρήματα που μας δάνεισαν.
Από όσο θυμάμαι μια ζωή αυτός Λαός, θυσίες κάνει, χωρίς ακόμα να κατορθώσει να έχει την εύνοια των θεών.
Δεν είναι η απαισιοδοξία που με οδηγεί σ’ αυτήν την διαπίστωση, είναι η πραγματικότητα που τη βιώνουμε αισιόδοξα.
Η ανακύκλωση των προβλημάτων, η μάχη της καθημερινότητας, οι προσωρινές λύσεις, μας έχουν καταδικάσει σε μια διαχείριση του σήμερα, χωρίς επιπλέον δυνάμεις και δυνατότητες.
Ένα οικοδόμημα χωρίς θεμέλια, που μοιάζει περισσότερο με ημιυπαίθριο, που να στηρίξει το μέλλον, πώς να σταθεί αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται.

Η Τέλεια Ομορφιά

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπ...