Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

“Τα τετραγωνικά δεν πρόσεξα κι ίσως γι’ αυτό τώρα να με στενεύουν”

Κάθε επανάληψη, ακόμα και να μην της λείπει ούτε γράμμα, δεν είναι ίδια. Ο χρόνος αμείλικτος. Οι κύκλοι είναι αυτοί που τα συνοψίζουν και ύστερα από τόση συγκομιδή έφτασε η ώρα της διαλογής.

Μέσα στους κύκλους σκέφτομαι να συμπυκνώσω το χρόνο, όλο αυτό το χρόνο της φλυαρίας, το χρόνο το χαμένο.
Όταν τούτες οι λέξεις γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ελπίζω να μου είναι και πιο κατανοητές… Ακριβώς όπως γράφτηκε παρακάτω.
«Έτρεξα πολύ μακριά μου τελικά. Με κύκλωσα σαν αγγελία οικίας οικοίας, ευάερης και ευήλιας. Τα τετραγωνικά δεν πρόσεξα κι ίσως γι’ αυτό τώρα να με στενεύουν»
Θα συνεχίσουμε με τους κύκλους, για να μην ξεχαστούμε. Σαν παρατήρηση κειμένου, σαν υποσημείωση που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Με κοκκινίζω για να μην με χάσω. Και όσο επιστρέφω στα προηγούμενα, διαβάζοντας τα επόμενα, τόσο καλύτερα με καταλαβαίνω.
Η ζωή κάνει κύκλους λέμε, ευτυχώς, γιατί αν τραβούσε ευθεία και εγώ δεν ξέρω που θα μπορούσε να μας βγάλει. Πάντα λάτρευα τους κύκλους, όχι αυτούς, του περιορισμού, που βάζουν φραγμούς στα βήματα και επιβάλλουν το σύστημα. Τους κύκλους εκείνους του χρόνου, που κάποια στιγμή απονέμουν δικαιοσύνη.
Η ζωή μας κύκλους κάνει και αυτό είναι καλό να μην το ξεχνάμε. Πολλούς απ’ αυτούς τους κύκλους μας δίνεται η ευκαιρία κατά την διάρκεια της ζωής μας, να τους βλέπουμε, να ολοκληρώνονται, άλλοι αργούν περισσότερο και δεν μας δίνουν τη χαρά της δικαίωσης, αυτούς πρέπει να τους φανταστούμε.
Νομοτελειακά αυτό θα γίνει ας μην ανησυχούμε, όσο για την περιέργεια, ορθά το περιγράφει η Κυρία του Ραδιοφώνου.
«Καλά, αυτό θέλω να το δω. Να έρθει κάποιο σούρουπο ξανά ν’ ανταμωθούμε. Είμαι περίεργος πως θα είναι τα λόγια όταν τους κάνεις κατάψυξη, πως χτυπάει η καρδιά όταν της δείχνεις τα νιάτα και τα χρόνια τα χαμένα της. Θα με πειράξει που θα έχεις μεγαλώσεις τόσο; Θα σε πονέσει που κρατήθηκα σιωπηλός τόσα χρόνια, που δε σου παραχώρησα ούτε ένα τόσο δα βράδυ Σαββάτου; Θα γνωριστούν τα μάτια μας ή θα είναι θολωμένα από τις χιλιάδες εικόνες που παρεμβάλλαμε προκείμενου να μην κοιταχτούμε; Πλάκα θα έχει. Πλάκα βαριά, σαν εκείνες τις άσπρες, τις παραλληλόγραμμες, που έχουν πάνω τους σκαλισμένα ονόματα και ημερομηνίες σε απόλυτο μαύρο».
Πλάκα θα έχει…

Το απολυτίκιο της Αγίας Νεότητας

Μ
’ αρέσει αυτό το κείμενο, πάντα μου δίνεται η αφορμή να το επαναφέρω. Είναι κάτι σαν απολυτίκιο κάποιας Αγίας εν προκειμένου της Αγίας Νεότητας. Διαβάζεται την Κυριακή 19 Ιουλίου απ’ το παράθυρο το ανατολικό με θέα τη θάλασσα.
Βάλε λίγο μουσική και σταματά να τα δραματοποιείς όλα σε τούτη τη ζωή.
Σήκω και πάρε δυο στροφές, δίωξε τους ίσκιους, που σε ακολουθούν κατά πόδας. Κόφτους το θάρρος, που τους έχεις δώσει όλα αυτά τα χρόνια.
Όλα αυτά τα χρόνια, που νόμιζες ότι η ζωή είναι ένας ωραίος φιόγκος. Κόμπος ήτανε, που λίγο έλειψε να σε πνίξει. Δίωξε τους πόνους και τους φόβους, που φτιάχνεις στο αθώο μυαλουδάκι σου. Η ζωή είναι αλλού, με πόνους και φόβους και χαρές πολλές. Από αλήθειες όμως.

Δεν είναι οι καλλίτερες μέρες ας μην τις κάνουμε χειρότερες. Γιατί πόνος χωρίς πόνο; Που να βρεις δάκρυα όταν τα ξοδεύεις για το παραμικρό; Ένα χιλιοστό το μυαλό ν’ αλλάξει θέση, και να το φως.
Όταν μας παρέσερναν οι αέρηδες, σε άγνωστες χαράδρες, πάντα μια αλήθεια τους έκοβε τη φόρα. Πως νομίζεις φτάσαμε μέχρι εδώ; Πως αντέξαμε τις μπόρες; Με τη ζωή που αγαπήσαμε.
Με την ευκολία του απέξω θα μου πεις. Και με το θυμό του μέσα. Όλοι κάποια στιγμή τα έχουμε περάσει. Νύχτες ξάγρυπνες για μια γρατσουνιά. Μια κουταλιά νερό που φάνταζε ποτάμι έτοιμο να μας καταπιεί. Μέχρι που ήρθε, αυτό που είχαμε ξεχάσει για να μας περάσει απέναντι.
Βγες στο παράθυρο το ανατολικό, και άφησε το βλέμμα σου ελεύθερο να πέσει. Μη φοβάσαι δεν θα χτυπήσει. Κοίταξε τα όλα από εκεί ψηλά, είδες πόσο αρμονικά κινούνται λες και χορεύουν. Χορεύουν. Με τη μουσική σου. Παίζουν στο ρυθμό σου. Πάρε επιτέλους την μπαγκέτα στα δικά σου χέρια και κάνε δικό σου το τραγούδι «Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως και βρεις πουθενά τον εαυτό σου, ίσως το λάθος να μην ήτανε δικό σου.
Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως έχεις πια ξεχάσει, αυτό που απέναντι μπορεί να σε περάσει…»
Στείλε επιτέλους στο διάολο όλα αυτά τα ψεύτικα, που σου κάνουν τη ζωή μαύρη. Και ζήσε. Χωρίς περιτυλίγματα. Γυμνή. Σαν την αλήθεια.

Τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρούμε...

Είναι και αυτό που λέμε… «οι διαφορετικές ζωές φτιάχνουν διαφορετικές σκέψεις». Μόλις γύρισα από τα Κύθηρα, τα βρήκα στην αγκαλιά τριών πελάγων του Ιονίου, του Κρητικού και του Αιγαίου. Νησί της Θεάς Ουράνιας Αφροδίτης και του Έρωτα. Μην παραλήψεις του χρόνου να τα ψάξεις.
“Η μανία της ιδιοκτησίας των γυναικών τις προτρέπει να σου αφαιρούν τα πάντα, Αθόρυβα σε πλησιάζουν, σε τυλίγουν και σε τρώνε κομμάτι κομμάτι, μέχρι να το πάρεις μυρωδιά έχεις μείνει ο μισός. Όταν σε σακατέψουν είναι έτοιμες να σου προσφέρουν υπηρεσίες, γίνονται απαραίτητες, δεκανίκι σε μια αναπηρία δημιούργημα τους”
Το παραπάνω από ένα παλαιότερο, με τίτλο “τα μαύρα φεγγάρια του ερωτά”. Σήμερα σε θέση προλόγου για την επόμενη στάση.
Για να μην προτρέξουν κάποιες φίλες, ν' αντιδράσουν στις γενικεύσεις του προλόγου, διευκρινίζω ότι αποτελούν σχήμα λόγου, μιας νύχτας ασέληνης. Το επόμενο κείμενο, που το φεγγάρι φώτισε και έδιωξε τις σκιές, οι γενικεύσεις έγιναν ύμνος, ύμνος στη φωτιά, στη γυναίκα και στη θάλασσα. Ύμνος στην ελευθερία.

Επόμενη στάση; Η Κούβα, εκεί που οι γυναίκες δεν σε κλωτσάνε στο ύπνο τους. Κοιμούνται σαν άγγελοι, απαλλαγμένες από ενοχές, νευρώσεις και εφιάλτες.
Δύο αποσπάσματα από ραδιοφωνικά σχόλια μεταξύ δυο τραγουδιών. Στη Κούβα δεν χρειάζεται να γράφεις τέτοιο πόνο, ίσως να μην χρειάζεται να γράφεις καθόλου.
«Είχες πάντα το άγχος να μεγαλώσεις, να εξουσιάζεις τη ζωή σου, νόμιζες όλα τότε θα ήταν αλλιώς, πιο εύκολα, πιο χαρούμενα, πιο τίμια. Μεγάλωσες και δεν άλλαξες τίποτα. Συνέχισες να πληρώνεις τα χρέη των άλλων, άλλαξες τον ύπνο σου με χάπια, νοίκιασες το μυαλό σου για πτώση από τον τέταρτο, αγάπησες όσο δεν άντεχες, πουλήθηκες, τρελάθηκες. Προχθές σου είπε μια φίλη «γερνάς» και αναποδογύρισε ο κόσμος μέσα σου. Γερνάς! Πως είναι δυνατόν; Αφού εσύ ακόμα δεν μεγάλωσες».
Στη Κούβα για να μη μεγαλώσεις ποτέ.«κράτησες τη ζωή σου μακριά από την αγορά του κόσμου. Αποφάσισες να επιλέγεις και για ζωή και για θάνατο, να πορεύεσαι χωρίς εξαρτήσεις, είπες φίλους τα φιλιά και αδέλφια τα γεράκια, χτίζοντας μια μοναξιά από γυαλότουβλο, να μπαίνει λίγο φως, να βγαίνει το σκοτάδι. Πίστεψες ότι τα έχεις λογαριάσει όλα, κανείς δε θα σε πληγώσει, κανείς δε θα αθετήσει τις υποσχέσεις του, κανείς δε θα πατήσει τους όρκους του, γιατί εσύ είσαι πουλί πετάμενο, δε στέκεσαι πουθενά, περπατάς πετάς, διαβαίνεις, δεν προλαβαίνει πίσω σου να γεννηθεί σκιά. Και λοιπόν; Τι κατάφερες; Τόσο παράπονο που μάζεψες που θα το απλώσεις να στεγνώσει;».
Φωτό: η Κουβανή Vida Guerra σε μια σεμνή φωτογράφηση.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ο τόπος είναι πακέτο προς κατανάλωση

Χθες είχα μια συζήτηση για την πώληση και την τσιμεντοποίηση του “Ερημίτη”. Οι συνομιλητές δεν ήταν εκπρόσωποι της εταιρείας που κάνει την “επένδυση”, ήταν δείγμα των πολλών που έχουν πέσει θύμα της κυρίαρχης “ιδεολογίας” .
Ο χειρότερος εχθρός αυτού του γενναιόδωρου τόπου είναι οι άνθρωποι του, αυτοί που απολαμβάνουν τα δώρα του. Ο τόπος είναι τοπίο πια, πακέτο προς κατανάλωση. Τόπος άψυχος, χωρίς ιστορία χωρίς παρελθόν.
Είμαστε κατώτεροι του τόπου ανάξιοι να τον αφουγκραστούμε και να τον ζήσουμε. Μόνο να τον καταναλώσουμε θέλουμε, αρπακτικά. Η ομορφιά περνάει πλάι μας και δεν τη γευόμαστε.
Δυστυχώς αυτές οι “λογικές” της “αγοράς”, που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική αγορά και την πραγματική οικονομία, αλλά με τα συμφέροντα μιας παγκόσμιας ολιγαρχίας, μας οδήγησαν στην καταστροφή. Το χρήμα, που πήρε τη θέση του θεού και της ψυχής μας, το χρήμα όλο και πιο πολύ, για να ανασαίνουμε όλο και πιο λίγο. Αυτός ο νέος θεός, έβαλε μπρος για να καταστρέψει τον πλανήτη.
Τις ευκολίες που απαιτήσαμε, θα τις πληρώσουμε ακριβά. Καταφεύγουμε στην ανακύκλωση, κάνοντας σβούρες γύρω από τον εαυτό μας. Δεν αφήνουμε πλέον τα πράγματα να γεράσουν, τα συνθλίβουμε, τα κομποστοποιούμε. Σβήνουμε τα σημάδια της εποχής μας, παραδίδοντας λευκές κόλλες αναφοράς στην ιστορία.
Πράγματι είναι πιο εύκολα όλα, πιο εύπεπτα. Το σύνθημα, όλο και περισσότεροι στην κατανάλωση, όλο και λιγότεροι στην δημιουργία υπερισχύει. Το κακό είναι ότι από τη μια συμμετέχουμε στην κατανάλωση, και από την άλλη θρηνούμε τη φύση.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν έχει σχέση με τους προηγουμένους που περιγράφει η ιστορία, αυτός θα μας αφανίσει και κανείς δεν θα το μάθει. Δεν έχει ομαδικές εκτελέσεις, κρεματόρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτά δειγματοληπτικά, για περιοχές που δεν βλέπουν τηλεόραση. Έχει εκατομμύρια αυτοκίνητα, προϊόντα μιας χρήσης, δημοσκοπήσεις, διαφημίσεις, μπαζωμένα ρέματα, οικοπεδοποιήσεις δασικών εκστάσεων, χρηματιστήρια, πιστωτικές κάρτες, δάνεια θηλιές που πνίγουν. Έχει λιωμένους πάγους φαινόμενα θερμοκηπίου, πετρελαιοκηλίδες, τρύπα του όζοντος, έχει θάνατο για τη ζωή.
Το τέλος του πολέμου θα μας βρει στο καναπέ, απέναντι από τη μικρή οθόνη. Ζωντανούς ή πεθαμένους δεν έχει και μεγάλη διάφορα.

Οι δικοί μου φίλοι έρχονται όποτε θέλουν

Σήμερα ο λογαριασμός μου, έδειξε για μένα χωρίς εμένα. Επεξεργάστηκε αριθμούς και έβγαλε φίλους, τους έβαλε στη σειρά, τους καλύτερους με φωτογραφία μεγάλη. Μου έδειξε και κάποιους που ποτέ δεν τους έχω δει.
«Κάθε αληθινή φιλία είναι ένα απόκτημα διαρκές. Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού. Χρειάζεται πολλή άνεση και μεγάλος συγκρατημός. Ανταλλαγές λόγων. Μεγάλη σιωπή. Και προπαντός σεβασμό. Το συναίσθημα της ελευθερίας του άλλου. Της αξιοπρέπειάς του. Την παραδοχή.
Θυμάμαι πάντα το κοριτσάκι στο βιβλίο του Μοντερλάν που δεν έχει δώσει όνομα στη γάτα του. "Και πώς τη φωνάζεις;" την ρωτούν. "Δεν τη φωνάζω, έρχεται όποτε θέλει". Έτσι είναι οι φίλοι». Στο βιβλίο «Μια ευλαβική ανάμνηση». Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ παραδίδει μαθήματα ζωής κι ελευθερίας. Ακόμα κι όταν αναφέρεται στον έρωτα: «Όταν αγαπάς, όταν είσαι ερωτευμένος, όλα γίνονται από μόνα τους. Δε χρειάζονται θυμοί, φόβοι, αντάρες.
Έρωτας σημαίνει να τα δίνεις όλα στον άλλον, αλλά να σέβεσαι την ατομικότητά του. Σημαίνει να μη χάνεται ο κόσμος γύρω σου όταν απομακρύνεσαι, γιατί τότε γίνεται εξάρτηση. Η ερωτική πράξη είναι μυσταγωγία, είναι ιερή και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Ο έρωτας είναι έρωτας όταν δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Είναι η βάση για όλα».
Ούτε κομματικά τείχη ,ούτε συμφέροντα, ούτε φιλοδοξίες, δεν μπορούν να πλήξουν το αληθινό. Και αληθινό είναι αυτό που πηγάζει από μέσα και γίνεται έρωτας ή φιλία. Τον έρωτα και την φιλία δεν τα έμαθα στην εκκλησία. Δεν λένε την αλήθεια οι αριθμοί. Οι αλγόριθμοι δεν μπορούν να εγγυηθούν την ελευθερία για τους φίλους μου, και οι δικοί μου φίλοι, έρχονται όποτε θέλουν...

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Πάει και ο Ερημίτης

Η ταμπέλα έχει μπει φαρδιά πλατιά. ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ. Τέλος εποχής. Τέλος με το δημόσιο χώρο. Από τα αεροδρόμια και τα λιμάνια, Τη ΔΕΗ,τον ΟΤΕ, το νερό και τον αέρα, μέχρι τον αιγιαλό. Παίρνει σειρά ο ήλιος και η θάλασσα.
Ήταν σοκαριστικές οι εικόνες που αντικρίσαμε από το κυβερνητικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό. Τους πήραν το σπίτι έναντι πινακίου φακής και χασκογελούσαν. Εκχώρησαν μια γωνιά ομορφιάς της πατρίδα τους και πανηγύριζαν. Δυστυχώς η νέα εποχή χτίζεται με αυτές τις προδιαγραφές και αν κάποιοι συμπατριώτες μας έκλαψαν για την τσιμεντοποίηση μιας περιοχής του νησιού μας ιδιαίτερου φυσικού κάλους, οι περισσότεροι αδιαφόρησαν η επικρότησαν την επένδυση.


Τα χρόνια της προετοιμασίας, μας οδήγησαν στο μονόδρομο της αποθέωσης του χρήματος. Σήμερα με τα ίδια μέτρα μας μετρούν. Με τα ίδια μεγέθη, πέρα από ανάγκες, πέρα από αισθήματα πέρα από αξίες...
Δυστυχώς έχει προηγηθεί εκπαίδευση μέχρι ανωτάτου βαθμού. Πες, πες, κάθε μέρα το συνηθίσαμε το έγκλημα. Το συνηθίσαμε το αίμα. Μας είχαν προετοιμάσει, τα χρόνια που προηγήθηκαν για να μη μας πιάνει πόνος. Μας περιόρισαν στα στενά όρια του ατομικού. Μας κατακερμάτισαν. Μας έβαλαν, αδέλφια απέναντι. Μας αφαίρεσαν κάθε σκέψη αλληλεγγύης. Ύστερα πήραν την μεγάλη σκούπα, μας έκαναν σωρό στη γωνία και ετοιμάζονται να μας μεταφέρουν στη χωματερή.
Όσο αμέριμνοι παρακολουθούσαμε μια εικονική πραγματικότητα από την τηλεόραση και νομίσαμε ότι η ζωή είναι εκεί, τόσο το πετσί μας χόντραινε. Τόσο, ώστε ο πόνος να μην το διαπερνά.
Για όσους προβλέπουν τον καιρό, η καταιγίδα ήταν αναπόφευκτη. Τα χρόνια πριν τη μεγάλη κρίση, δεν ήταν και τα καλύτερα για την ελληνική κοινωνία. Και επειδή οι αναμονές ανήκουν στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα, εκείνοι που περίμεναν, πέρασαν δύσκολες μέρες. Γράψαμε για τη μανία της καταναλωτικής κοινωνίας, για την έλλειψη επικοινωνίας, για τις πελατειακές σχέσεις, για την εγκατάλειψη της υπαίθρου, για την μείωση της παραγωγής. Δεν ήταν και οι καλύτερες μέρες, πριν την κρίση. Η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός, οι υποδομές, στο επίκεντρο των μεγάλων προβλημάτων.
Θα μας αντέξει το σκοινί. Ζούμε μια εκτροπή, έχουμε ζήσει και πιο σκληρές. Θα μας αντέξει το σχοινί, όπως τόσα χρόνια, άλλωστε μια ζωή ακροβατούσαμε. Μ’ αυτά και αυτά φτάσαμε ως εδώ. Έχουμε ζήσει και άλλες προδοσίες. Έχουμε ζήσει και άλλες συμφορές.

Ήθελα να ήμουν εκεί...

Ένα παράπονο σαν θεία λειτουργία “Τι θέλεις απ ΄τα νιάτα μου;” παίζει το ραδιόφωνο. Στα αυτιά μου ήρθε η φωνή από κάπου βαθιά. “Τι θέλω απ’ τα νιάτα σου; Τα νιάτα σου:” χωρίς περιστροφές η απάντηση από την Κυρία που σχολιάζει το τραγούδι και συντονίζεται με την σκέψη μου. “Ήθελα να ήμουν εκεί όταν γελούσες, όταν ερωτευόσουν, όταν πόναγες. Ήθελα να σε βλέπω να χορεύεις, να πίνεις, να τραγουδάς. Ήθελα να σε παρατηρώ να ωριμάζεις χωρίς σκιές στα μάτια, με κλεισμένα τα βιβλία σου στην εφορία των πεπερασμένων ερώτων. Ήθελα να ήμουν εκεί. Παρατηρητής και δικαιούχος του μέλλοντος σου.” Ήθελα να ήμουν εκεί για να μπορώ σήμερα να καταλάβω τα “θέλω σου” . Για να μπορώ να λύσω το σταυρόλεξό σου.
Η φωνή της δυνάμωνε, είχε μια απόγνωση προορισμού. Σαν να ήταν η τελευταία μέρα της ζωής της. Δεν θυμάμαι πόσες τελευταίες μέρες, πόσες τελευταίες ώρες έχω ζήσει. Πόσες τελείες έχω βάλει. Η παύλα δεν ακολούθησε ποτέ.
“Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης, έλα να μάθεις τι ζωή περνώ”, Το επόμενο τραγούδι. Και ο εγωισμός ενισχυμένος από ισχυρή δόση παράπονου, άρχισε να παίρνει πάνω του.
Όσο και αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να αντικαταστήσω τις λέξεις, ούτε και τη διάθεση. Πολλά μαζεμένα αυτές τις τελευταίες μέρες, με αναμονές και προσμονές, που επιμηκύνουν το διάστημα, σχεδόν το ακινητοποιούν. Δεν περνάει με τίποτα.
Είναι και η ζέστη … και ένα βάρος, σε απροσδιόριστο σημείο, από πολλά μαζεμένα μιας ζωής, που την κυνηγούν οι μήνες.
Τι κάνουμε σε τέτοιες ώρες; Τον εαυτό μας ψάχνουμε, όχι για να το δικαιώσουμε αλλά για να τον πατήσουμε. Έτσι πολεμάω το παράπονο, που κάθε τόσο βρίσκει αφορμές, για να αποτινάξει από πάνω μου, από τα βαριά εγκλήματα, μέχρι ακόμα και αυτά τα τελευταία πταίσματα. Τεντώνω λέξεις στην προσπάθεια να μην χρησιμοποιήσω αριθμούς. Στο χρόνο που προηγήθηκε δεν κατάφερα να χωρέσω. Ότι έχω μου φαίνονται λίγα και από το παράθυρο τη θέα δεν την διαταράσσει τίποτα , άψυχη ομορφιά ενός τοπίου, που αποκτά υπόσταση μόνο με την παρουσία σου.
Τραβάω λέξεις απ' αυτές που έχω φυλάξει σαν κόρη οφθαλμού, απ' αυτές που τιμούν τη ζωή μας. Μόλις τις διάβασα, ανάξιος φάνηκα στα μάτια μου.
Είχαμε μείνει στο τέλος μιας αλήθειας, με το τέλος να μην βάφεται κόκκινο. Αλήθεια, ποτέ η τελευταία αλήθεια, δεν δικαίωσε το τίτλο της. Την τελεία ποτέ δεν ακολούθησε η παύλα.

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....