Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

Πολύ φασαρία για το τίποτα




Δεν λέω η κάθε μικρή τοπική κοινωνία, είναι μια μικρογραφία μιας μεγαλύτερης, τα στοιχεία όμως στον τοπικό τύπο μεγάλωσαν και οι φωτογραφίες είναι δυσανάλογες των γεγονότων. Η υπερβολή της επαρχίας.
........................................................................................................................................
Το παρακάτω κείμενο το έγραψα πριν μου δοθεί αφορμή από τα παραπάνω

…………………………………………………………………………………………
Δεν είναι τόσο μεγάλα, γιατί επιμένουμε; Δεν είναι τόσο σπουδαία, για να μπούνε στην βιτρίνα. Τα μεγεθύνουμε για να χωρέσει το επαρχιώτικο κόμπλεξ, για να δούμε τον μικρόκοσμό μας, μεγάλο. Για να επισημοποιήσουμε την ύπαρξη μας.
Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη. Δεν μπορεί η μικρογραφία μιας μικρής επαρχιακής πόλης να αντιγράφει την πρωτεύουσα. Είναι αστείο να μετράμε υπό μορφή κλίμακας ανάγκες που δεν έχουμε, μόνο και μόνο για να συμπορευτούμε στο γενικότερο μοντέλο.
«Η αλήθεια του καθενός είναι ο δρόμος του» λέει η λαϊκή σοφία, δηλαδή το ψέμα του. Εμείς επιμένουμε να σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για να μας χωρέσει. Δε μας αρκεί η ήπια βόλτα στα στενά σοκάκια, δε βολευόμαστε με την γαλήνη που μας δωρίσανε, γι’ αυτό κάνουμε φασαρία χωρίς αιτία. Γι’ αυτό βαφτίζουμε τα σοκάκια λεωφόρους.
Διάβασα πρόσφατα σε ένα μονόστηλο με ψηλά γράμματα, αθηναϊκής εφημερίδας τους αντιδημάρχους που όρισε ο Δήμαρχος Αθηναίων, δεν γνώριζα κανέναν.
………………………………………………………………………………………….
«Σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για μας χωρέσει.» πόσα χρόνια περάσαμε επιχρωματίζοντας το σώμα μας, να μην φαίνονται ουλές και τραύματα; Φορέσαμε στη καρδιά μας αθλητικά παπούτσια για να φαντάζει δρομέας μακρινών αποστάσεων και ας τα έχει φτύσει στο πρώτο κατοστάρι»
…………………………………………………………………………………………..
Σκηνοθετούμε γεγονότα και ύστερα παίρνουμε την βολική θέση του θεατή, σχολιάζουμε κιόλας. Μπαίνουμε στο ψέμα και το ζούμε. Το βαφτίζουμε σημαντικό για να κερδίσουμε όσο τον δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί μας.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

Από που πηγάζουν οι εξουσίες;




Συναντάω μερικές φορές κάποια κείμενα, που είναι σαν τα έχω γράψει εγώ. «Από πού αντλούν τη μικρή η τη μεγάλη δύναμη τους οι πολιτικοί και που νομίζουν οι ίδιοι ότι οφείλουν να αναζητούν την νομιμοποίηση και την επικύρωση της ισχύος τους;» αναρωτιέται Παντελής Μπουκάλας σε άρθρο στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής.
Η απάντηση θα έπρεπε να ήταν από τον Λαό, το λέει και το σύνταγμα, άρθρο πρώτον: «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό» Οι πολίτες τους ψηφίζουν, κατά συνέπεια σε αυτούς θα όφειλαν να δίνουν αναφορά. Θα έπρεπε , όμως δεν συμβαίνει. Δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί που έχουν καταλήξει να πιστεύουν ότι την ισχύ που τυχαίνει να διαθέτουν τους την δανείζει η Τηλεόραση και μάλιστα υπό σκληρότατους όρους. Ο τρόπος τους και ο πόθος τους είναι η εικόνα τους, η εμφύτευση της εικόνας τους στο προσκήνιο. Αν δεν φαίνονται δεν υπάρχουν, αυτό πιστεύουν και αυτό τους πανικοβάλει.
«Το αποτέλεσμα της εξάρτησης «μισοψυχολογικής – μισοπολιτικής» υποστηρίζει ο αρθρογράφος «το γευόμαστε κάθε μέρα, και είναι πικρό: υπουργοί, υφυπουργοί και γενικοί γραμματείς, όποιο κόμμα και αν άρχει, ζούνε με τον τρόμο όχι των συνδικάτων, επί παραδείγματι και των εκδηλώσεων κοινωνικής διαμαρτυρίας, αλλά του κάθε κ. Αυτιά η κ. Ευαγγελάτου, που θα τους τα ψάλει». Το ίδιο θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην τοπική κοινωνία.
«Χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, κυβέρνηση πέφτει – κυβέρνηση ανεβαίνει, τα στελέχη της πολιτείας, υπουργοί, δήμαρχοι, νομάρχες, συνεχίζουν να «εκτίουν την ποινή τους» για να θυμηθούμε και τον Πολύδωρα, όχι στο γραφείο τους, αλλά στα τηλεοπτικά πάνελ και παράθυρα, αυτουποβιβαζόμενοι έτσι εκουσίως σε τηλεοπολιτικούς, δαγκωμένοι από το άγχος της δημοσιότητας, και από την αγωνία μην στεναχωρήσουν τον ένα η τον άλλο καναλάρχη η εκπομπάρχη με τους οποίους ταυτίσουν τον κόσμο στο σύνολο τους»
Ακριβώς αυτό συμβαίνει αντί οι πολιτικοί να ακολουθούνε τις λαϊκές επιταγές Πάνε πίσω από την τηλεόραση. Πρόκειται για μια απερίγραπτη σύγχυση ρόλων σ’ αυτόν τον άνοστο χυλό τον οποίο κατασκευάζει ακατάπαυστα και δίχως σοβαρές αντιστάσεις το γυάλινο μίξερ.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

Το μπολερό δεν ήταν του ραβέλ ή η ελεγεία της σοκολάτας





Δημοσιεύω ένα κείμενο σήμερα, που ήθελα να το δημοσιεύσω από καιρό. Μου το έστειλε η φίλη μου, δημοσιογράφος και συγγραφέας Ελένη Γκίκα με την υποσημείωση: «αν υποψιαστώ που δεν σ’ αρέσει θα πεθάνω». Εγώ δεν θα μπορούσα να γράψω ποτέ ένα τέτοιο κείμενο ακόμα και αν λάτρευα την σοκολάτα και αυτό έχει να κάνει με το φύλλο. Η γυναικεία γραφή, χαρακτηριστικό δείγμα τα παρακάτω, στέλνει τα δικά της ερεθίσματα και οριοθετεί τους ρόλους στο ερωτικό παιγνίδι.
«Εχει χαρακτηριστεί μαγική, θεραπευτική, αγχολυτική, παυσίπονη, αντιβηχική, καρδιοθεραπευτική, καταστροφική, τροφή των θεών αλλά και… θάνατος ηδονικός και υποκατάστατο. Αμαρτία που ή την απολαμβάνεις χωρίς έλεγχο ή δεν τη συζητάς καν… Η Ζυλιέτ Μπινός στο «Σοκολά» δεν έσπασε τζάμπα ταμεία. Αλήθεια, υπάρχει άνθρωπος που δεν την συζητά καν;
Την πρώτη σοκολάτα την τρως μικρός, σου μένει αυτό το καλόπιασμα - γεύση μετά από τόση μπεμπελάκ, φρουτόκρεμα και νουνού. Κατόπιν δεν την ξεχνάς ποτέ. Σ’ αυτήν καταφεύγεις, ειδικά όταν σε… ξεχνά η ζωή. Μαύρη, άσπρη, πραλίνα, με γέμιση φράουλα, κεράσι, μπανάνα, με ολόκληρο αμύγδαλο, φουντούκι, σταφίδες, με κάστανο, πορτοκάλι ή με λικέρ, σκληρή, μαλακή, ζουμερή, γάλακτος ή αμυγδάλου, με… ρύζι, με σύκο, με τσέρι, με δαμάσκηνο ή με καρύδι, σε… σοκολατάκι, σε μέγεθος κανονική ή γίγας, κρύα, ζεστή, σε μους, παγωτό ή σε κέικ, ίδια μανία και τρέλα και ας σε πονά το συκώτι, και ας γεμίζει η φιλαρέσκειά σου σπυράκια. Και ας κρυφογελούν οι πάντες γύρω σου ψιθυρίζοντας εκείνα τα σόκιν ανέκδοτα περί σεξ. Αυτή την ώρα είσαι εσύ και ο παράδεισός σου. Εσύ και η… θεά, με ή χωρίς… ονοματεπώνυμο.
Ταινία (Σοκολά), βιβλίο (Νερό σε καυτή σοκολάτα), τραγούδι (Ασπρη σοκολάτα), ρούχα κι εσώρουχα (Chocolate Show), γλυπτά (γυναίκα, αμάξι, χειροβομβίδα έως… νεκροκεφαλή, όλος ο κύκλος της ζωής σε μαύρο - γλυκό), το κακαόδεντρο με τις ρίζες στους Αζτέκους, τους Μάγια και στο κακάο της μαμάς, αποτελεί νυν και αεί την πιο θεραπευτική γάζα: στον φόβο, στον τρόμο, στη νύχτα, στην άγευστη ζωή ή τη μοναξιά. Η τοξίνη του σώματος, το σουσάμι άνοιξε στον παράδεισο.
Απείρως καλύτερη απ’ όλα. Και… απ’ το σεξ. Για τους εξής κάτωθι, καθοριστικούς λόγους:
Μπορείς να την πάρεις, όποτε θέλεις. Σε ικανοποιεί ακόμα και αν έχει μαλακώσει. Μπορείς να την έχεις με ασφάλεια, ακόμα και οδηγώντας. Μπορείς να την απολαμβάνεις όσο χρόνο σου αρέσει. Μπορείς να την απολαμβάνεις και μπροστά στη μαμά σου. Αν την δαγκώσεις, δυνατά, δεν θα την πειράξει. Η λέξη υποχρέωση δεν την τρομάζει. Δεν σε αφήνει έγκυο ποτέ. Μπορείς να την έχεις οποιαδήποτε μέρα του μήνα. Μπορείς να την βρεις εύκολα και να είναι καλή. Μπορείς να έχεις όσες ταυτόχρονα θέλεις. Ποτέ δεν είσαι πολύ μεγάλος ή πολύ μικρός γι΄ αυτή. Όταν την τρως το βράδυ, δεν ξενυχτάς τους γείτονες. Ποτέ μια σοκολάτα δεν θα προσποιηθεί ότι είναι σοκολάτα.
Είναι το μόνο Μπολερό που δεν ήταν του Ραβέλ αλλά το πιο ουράνιο παγωτό σοκολάτα.
........................................................................................................................
"Απείρως καλύτερη απ' όλα . Και ...απ' το σεξ". Πως να μου πάει το χέρι να το γράψω..

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

«Πάντα γελαστοί και γελασμένοι»




30% αύξηση μαγειρεύει η ΔΕΗ. Μήπως οι παραισθήσεις μας, είναι ασφαλέστερες από την πραγματικότητα;
………………………………………………………………………………………..
Και αυτό θα περάσει με την πρέπουσα απάθεια. Τίποτα από ότι συμβαίνει γύρω μας δεν μας εμπνέει την έξαρση κάποιας δράσης. Εκεί που χρησιμοποιούσα κόφτες προτάσεις και τέλειες γέμισα μακρινάρια και ερωτηματικά. Ο κόσμος αισθάνεται απογοητευμένος, ταπεινωμένος και εξαπατημένος απ’ όλες τις μεριές. Μια ανυπόφορη ψευδολογία που δεν ξεγελά πια κανένα. Η εξουσία, όπως η Αγια τριάδα. Πατήρ, Υιός και Άγιο Νεύμα. Εμπλεκόμενα ή καλύτερα διαπλεκόμενα
Για άλλη μια φορά θα μαζέψω τα κατεστραμμένα σκηνικά της φαντασίας μου και θα προσαρμόσω το όνειρο επάνω σε κρανίου τόπο
Έχω ανάγκη να πιαστώ από κάποια φαντασίωση. Δεν μπορώ να παραδεχτώ πως τούτη η φτηνή και ηλίθια πραγματικότητα είναι η τελική μου μοίρα. Δεν μπορεί να εξαντλήθηκαν τα όρια μου πρέπει πάλι, έστω με κάποιο ψέμα να κινήσω την προσοχή μου, να ερεθιστώ. Γι’ αυτό σας χρειάζομαι, μάρτυρες στις σκηνές, της φαντασία μου. Σ΄ αυτές τις στιγμές που η τόλμη της σκέψης ξεπερνά τα όρια, θέλω κάποιον να με παρακολουθεί
………………………………………………………………………………………...
«Πάντα γελαστοί και γελασμένοι», μεγάλη κουβέντα από τον Άλκη Αλκαίο, στους φίλους του Χάρου απευθύνεται. Εμείς έτσι θα φύγουμε γελασμένοι. «Τα έξυπνα πουλιά ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα, ας ξαναφτιάξουν εξάδυμους πύργους και σιδερένια χαλάσματα. Εμείς θέλουμε να πεθάνουμε στον ίσκιο ενός ονείρου, στην άκρη μια ιδέας, στην αγκαλιά μια λυτρωτικής ψευδαίσθησης. Γελασμένοι κοροϊδεμένοι, γοητευμένοι από ένα θαύμα που δεν καταφέραμε.»
…………………………………………………………………………………………..
Είναι ασφαλέστερες οι ψευδαισθήσεις απ’ αυτήν την πραγματικότητα

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

Ποιος θα μας πιστέψει;


Θα συνεχίσω, με ανώδυνα κείμενα, που είναι προτιμότερα, από όλα αυτά που μας έχουν κιτρινίσει την ζωή. Τουλάχιστο αυτά τα γενικά όλο και κάποια ψυχή θα αγγίξουν ειδικά. Όλο και κάποιο μυαλό θα ξυπνήσουν, να ξεκουμπιστεί από τον ύπνο του δικαίου. Τα άλλα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, που ενδιαφέρουν το μικρόκοσμο μας και αναπαραγάγουν τα Πινόκιο, θα τα συνεχίσουν οι άλλοι, που έχουν αναλάβει την εργολαβία της αποχαύνωσης.
…………………………………………………………………………………………..
Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.
Όταν ήμουνα μικρός, θυμάμαι τις διηγήσεις των γονιών μου. Ο πατέρας μου το πρωί πριν πάει σχολείο είχε υποχρέωση να μαζέψει ένα κοφίνι ελιές από ένα κοντινό κτήμα. Οι αναφορές για την κατοχή, την πείνα τον εμφύλιο, ήταν στην ημερήσια διάταξη. Εμείς σήμερα επί της ουσίας δεν έχουμε να επικαλεστούμε τέτοιες τραγικές καταστάσεις επιβίωσης. Τηρουμένων των αναλογιών μεγαλώσαμε κάτω από καλές συνθήκες και τα παιδιά μας ακόμα καλύτερες.
Ποιος θα πιστέψει ότι ζοριστήκαμε για ένα όνειρο, ότι υποφέραμε για μια ιδέα, ότι από την πολύ επικοινωνία μείναμε μόνοι, ότι προσπαθήσαμε πολύ σκληρά να κρατήσουμε τα μάτια και το μυαλό μας ανοιχτά και ότι όλοι αυτοί οι λόγοι ήταν επαρκείς δυσκολίες και ουσιώδεις; Ποιος θα μας πιστέψει, ότι κάθε μέρα προσθέτουμε στο κατάλογο των αναγκών μας και από άλλη μια, καινούργια που διαφήμισε πρόσφατα η τηλεόραση; Ποιος θα μας πιστέψει, που χρειαζόμαστε δύο και τρεις δουλειές για να πληρώνουμε τις δόσεις και τις κάρτες; Ποιος θα μας πιστέψει για τα τόσα και τόσα πιο σκληρά από τον πόλεμο την πεινά και την κατοχή, του άθλιου καιρού μας;
………………………………………………………………………………………….
Ποιος θα μας πιστέψει ότι με δυσκολία κρατιόμαστε στο κόσμο των λογικών και δεν σαλτάρουμε απέναντι;

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007

Του Μάκη που του άρεσε τότε και ακόμα περισσότερο σήμερα




Είμαι πολύ χαρούμενος, που «Τα κορίτσια του Σίτυ μπουμ – μπουμ» του Βασίλη Αλεξάκη, παρά τα 32 χρόνια που φορτώθηκαν στην πλάτη τους, από την πρώτη έκδοση, όχι μόνο διατηρούν την νεανική του φρεσκάδα, αλλά προσελκύουν ακόμα περισσότερους θαυμαστές. Τα κορίτσια του Βασίλη, ξαναβγήκαν στη σκηνή και τράβηξαν όλα τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους. Τα βλέπω πως χορεύουν και καμαρώνω, που όταν πρωτοδιάβασα αυτό το βιβλίο με τις εικοσάρες πρωταγωνίστριες ένοιωσα το ίδιο πάθος και σήμερα που το ξαναδιάβασα και ας έχουν πενηνταρίσει. Θα μεταφέρω μερικά αποσπάσματα από την σελίδα της Αλεφ «Γράφοντας σκηνοθετώ τη ζωή μου» είναι ο τίτλος και κάτω από τον Πύργο του Αιφελ, νάτα πάλι τα κορίτσια του Σίτυ μπουμ – μπουμ. Και πιο κάτω, η αφιέρωση
«Του Μάκη που του άρεσε πάντοτε»
Στα «Κορίτσια του Σίτυ Μπουμ - Μπουμ» σε τόνο ανάλαφρο και αφόρητα χιουμοριστικό, το ίδιο κουβάρι. Η άβυσσος, ακριβώς, της ίδιας ψυχής που επιδιώκει διακαώς την πτώση της. Βγαίνοντας μετά από έναν ελπιδοφόρο Μάη ’68 και πιστεύοντας ότι όλα απ’ εδώ και στο εξής θα είναι… Μάης και γιορτή. Το σκηνικό προτού η ανθρώπινη ψυχή… εάλω, με έναν τρόπο που αποδεικνύει ότι από τότε, «πού πια καιρός». Αυτό το «μοντέλο επιτυχίας» από τα σπάργανα ήδη αποτυχημένο.Εξάλλου ο ήρωας του βιβλίου το δηλώνει, δεν είναι επαναστάτης, είναι μικροαστός:«Να σου πω ποιο είναι το πρόβλημά μου: δεν γαμάω αρκετά». Φράση που επαναλαμβάνεται και όχι τυχαία και πρώτη φράση του βιβλίου.Αλλά πρόβλημά του είναι και η «Οικογενειακή Κυριακή» στην οποία γράφει αντί για την «Αστραπή» ή την «Εφημερίδα». Η συνεννόησή του με την σπουδαιότερη (τουλάχιστον κατά κόσμον, αυτή θα δουλέψει στην τηλεόραση, αυτή κερδίζει περισσότερα χρήματα) γυναίκα του, με τους συναδέλφους, τους φίλους του και με τον εργοδότη του, ο… γρύλος που κάνει στο κεφάλι του τόσο αριστοτεχνικά:«Θ’ αναπολήσουμε πάλι το παρελθόν; Θα θυμηθούμε πάλι την πρώτη μας συνάντηση; Θα προσπαθήσουμε πάλι να φανταστούμε το μέλλον μας; Θα υποθέσουμε πάλι ότι δεν θα περάσουμε μαζί όλη μας τη ζωή; Θα την ρωτήσω πάλι αν θα παρευρεθεί στην κηδεία μου; Θα ισχυριστεί πάλι ότι εκείνη θα πεθάνει πρώτη;»Συγγραφικό παιχνίδι όχι και τόσο αθώο, που ο Αλεξάκης επαναλαμβάνει πολλές φορές: «Έχω την εντύπωση ότι θα έχω ζήσει αρκετά σε λίγο καιρό. Ότι θα έχω ονειρευτεί αρκετά, θα έχω κάνει αρκετά τηλεφωνήματα. Η ζωή μου θα μ’ έχει βαρεθεί. Τι θα κάνω τότε; Θα ξανοιχτώ στο πέλαγος πάνω σε μια εύθραυστη σχεδία μια νύχτα με δέκα μποφόρ; Θα αυτοκτονήσω με ένα περίστροφο στο γραφείο μου όπως συνηθίζεται; Θα κόψω τις φλέβες μου; Θα κόψω το λαιμό μου; Θα πιω δηλητήριο;»Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ- Μπουμ, η πιο ανάλαφρη εκδοχή αυτού του «παιχνιδιού»: Η Βιργινία, η Ιουλιέτα, η Δουλτσινέα, η Ευρυδίκη, η Εύα, η Μαργαρίτα που τσακίζονται για το τι ακριβώς θα αρέσει στον Πωλ.Σε μια ιστορία που εναλλάσσει πραγματικότητα κι όνειρο, με το όνειρο να κυριαρχεί των πάντων και να διεκδικεί τον τίτλο. Επειδή, όσο κι αν η ζωή να τον προσγειώνει, η καρδιά του Πωλ διαρκώς χτυπά σαν τρελή: «Θα το βάλουν όπου να ‘ναι. Σίγουρα θα πάρω ένα σωρό γράμματα αναγνωστών. Μια όμορφη Βιετναμέζα, εγκαταστημένη στο Κλερμόν- Φεράν, θα μου γράψει: «Σας ερωτεύτηκα από την πρώτη γραμμή». Ο Ζαν ντε λα Τουρ- Μπομπούρ, που διευθύνει την Εφημερίδα θα με καλέσει το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό του. Τα μεσάνυχτα η κόρη του, που δεν θα φοράει παρά ένα διαφανές νυχτικό, θα μπει αθόρυβα στο δωμάτιό μου. Την επομένη ο καιρός θα είναι υπέροχος. Θα είναι η πιο όμορφη Κυριακή του Μαρτίου που γνώρισε η Γαλλία από το 1826. Θα φάμε στον κήπο…»Εξάλλου την δικαιούται ο ήρωας αυτή την προοπτική. Διότι, όπως ο Αλεξάκης, έτσι και ο Πωλ στο βιβλίο, γράφει βιβλίο. Και όσο κι αν η πραγματικότητα είναι φρικτή, όσο κι αν γίνεται το όνειρό του, τελικά, εφιάλτης, όλα τα μπορεί!Ένα βιβλίο για ό,τι υπήρξε και ό,τι έχει επακολουθήσει, ένα βιβλίο που προβλέπει κι αυτοσαρκάζεται, ελπίζει και ξεκαρδίζεται. Μια ιστορία που, όπως τα χέρια του Πωλ, επιδιώκει να χάνει τον έλεγχο. Μοναδικές σελίδες του βιβλίου αυτές όπου τα ανυπάκουα χέρια του Πωλ επιχειρούν να τον πνίξουν: έτσι δεν γίνεται;Και σίγουρα, ένα βιβλίο - σημαντικός Αλεξάκης.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Φθινόπωρο και Κυριακή


Κυριακή απόγευμα Βρέχει, βρέχει συνεχώς. Να τες πάλι οι Κυριακές μετά το μεσημέρι, ώρες - λαιμητόμοι. Να τες πάλι οι Κυριακές και πριν και τώρα ίδιες σκληρές και αδυσώπητες. Πάλι Κυριακή πριν λίγα χρόνια έγραφα ότι θα έγραφα και σήμερα
«Κυριακή απόγευμα. Ο ουρανός είναι βαθύγκριζος και σε μεριές – μεριές έχει κόκκινες θαμπάδες. Ο χρόνος σε μια απεριόριστη διαδρομή γεμάτος αγωνία. Δεν είχα τύψεις, γυρνούσα πίσω αναζητώντας σταθερές. Μ’ αυτά και μ’ αυτά άντεχα.. Όταν δεν φαίνεται διέξοδος, ο πόνος φώτιζε σαν βεγγαλικό. Γράφω για να ξορκίσω το κακό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός σε συνέχεια, . βάλθηκα μέσα από μια στήλη να στοιχειώσω την εικόνα μου. Γράφω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν πιστεύει.
Πολύ θα ήθελα να είχα την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα. Έχω μπει σε ένα ρόλο και χρησιμοποιώ όλη μου την ενέργεια για να σκοτώσω τον καιρό μου. Υπαινίσσομαι την απογοήτευση μου, μέσα σε κοινές φράσεις, «δεν γίνεται τίποτα» η «τώρα είναι αργά». Μια αόριστη επιπόλαιη δυσαρέσκεια, που μου κρατά συντροφιά στις επιτόπιες διαδρομές μου.
Σε κάτι τέτοιες ώρες καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν την τρέλα, είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις τη εικόνα σου, το μαγικό κουτί να ξαναβρείς τον χαμένο σου καιρό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι σκεφτώ και τι να πω με όλα αυτά. Δεν με διακατέχουν συναισθήματα αυτολύπησης. Δεν γυρίζω την πλάτη στη ζωή, αλλά να, αυτές οι βόλτες τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, είναι αυτό που μπορώ να αφήσω. Αυτό είναι όλο και όλο. Επιτόπιες διαδρομές μέσα στη νύχτα, σκοτεινές τρύπες παρανοϊκές και ματωμένες, άσκοπες βόλτες, παρέα με τα παράλογα όνειρα μας.Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε τον χαμένο χρόνο και την απούσα αγαπημένη, αυτά είναι τα πιο σημαντικά που έχω να εκθέσω όλα τα άλλα χάρτινες πανοπλίας, καρναβαλίστικες φορεσιές».

Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξ...