Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Η γραφή δεν έχει κίνητρα ορατά

Απάντηση σε μια συχνή ερώτηση αναγνωστών.Το έγραψε η Ελένη στην στήλη της. «Τα κίνητρα της γραφής προσπάθησε να συγκέντρωση η συγγραφέας Μάργκαρετ Ατγουντ στο βιβλίο της «Συνομιλώντας με τους νεκρούς» Δηλαδή με τους συγγραφείς που αγάπησε. Τα φαντάσματά της. Τους μελλοντικούς της ήρωες που θα ζωντανέψει. Και ιδού μερικά… κίνητρα απ’ αυτά. Τα αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι συγγραφείς στο ερώτημα «γιατί γράφω»:
Για να καταγράψω τον κόσμο όπως είναι. Για να καταγράψω το παρελθόν προτού λησμονηθεί. Για να ανασκάψω το παρελθόν επειδή λησμονήθηκε. Για να ικανοποιήσω την επιθυμία μου για εκδίκηση. Επειδή ήξερα πως έπρεπε να συνεχίσω να γράφω αλλιώς θα πέθαινα. Επειδή να γράφεις σημαίνει να αναλαμβάνεις ρίσκα, και μόνον έτσι γνωρίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί. Για να παράγω τάξη από το χάος. Επειδή με ευχαριστεί. Για να εκφράσω την ανέκφραστη ζωή των μαζών. Για να κατονομάσω το μέχρι τούδε ακατονόμαστο. Για να κοροϊδέψω τον Θάνατο. Επειδή η δημιουργία σε εξομοιώνει με το Θεό. Για να αρέσω στις γυναίκες γενικά. Για να ευχαριστήσω και να ψυχαγωγήσω τον αναγνώστη. Για να φανώ πιο ενδιαφέρων απ’ ότι ήμουν στην πραγματικότητα. Για να επιβιώσω και μετά θάνατον. Για να βγάλω λεφτά και να χλευάσω αυτούς που πριν χλεύαζαν εμένα. Για να εκτονώσω την αντικοινωνική μου συμπεριφορά. Γιατί η ιστορία στοίχειωσε μέσα μου και δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Για να μιλήσω για αυτούς που δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Για να επιδιώξω να με κατανοήσει ο αναγνώστης και ο εαυτός μου. Για προσωπική έκφραση. Για προσωπική ευχαρίστηση. Για να επιστρέψω κάτι από αυτό που δόθηκε. Για να μιλήσω με τους νεκρούς…
Το κίνητρο είναι εκείνο που θα καθορίσει πολλά στη συνέχεια: ποιότητα, αισθητική, ειλικρίνεια, πάθος, ματαιοδοξία, ύφος…
Αλλά αυτό το κίνητρο, εν τέλει, είναι και αναγνωστικό. Πως θα μπορούσε, εξάλλου, να γίνει διαφορετικά. Αυτά τα δύο είναι «σε σχέση». Κατά συνέπεια θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε γιατί διαβάζουμε εμείς: Για να μαθαίνω. Για να βαθαίνω. Για να ανακαλύπτω.
Για να καταλαβαίνω. Για να κρίνω. Για να ταξιδεύω. Γιατί με ευχαριστεί. Γιατί με ένα βιβλίο ανακαλύπτω εμένα. Ανακαλύπτω τους άλλους. Τη ζωή. Γιατί επικοινωνώ. Γιατί έτσι πρέπει. Γιατί με παρηγορεί. Με ασφαλίζει. Γιατί είναι must. Γιατί με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι. Για να σκοτώσω την ώρα μου.
Κι επίσης, αυτό το κίνητρο είναι που καθορίζει πολλά. Και τα… ευπώλητα, ίσως;»
Προσπαθώντας να απαντήσω στην ερώτηση «γιατί γράφω», ώστε να εντοπίσω και το δικό μου κίνητρο σε αυτή την καθημερινή διαδικασία της γραφής, διαπίστωσα ότι είναι πολλά τα κίνητρα. Κάθε μέρα δε, είναι και διαφορετικά. Αλλά και σαν αναγνώστης κινούμαι από διαφορετικές κατευθύνσεις. Σχεδόν όλα τα «Για» στο γιατί θα μπορούσαν να ήταν απαντήσεις δικές μου, ακόμα και αυτές που δεν περιποιούν τιμή.
Η γραφή και η ανάγνωση είναι μια διαδικασία σύνθετη, που έχει να κάνει με τις αδήριτες ανάγκες της ψυχής μας. Και αυτές είναι πολλές και διαφορετικές, δημιουργούνται δε, σε σχέση με το χρόνο και τα γεγονότα που για τον καθένα παίζουν και διαφορετικό ρόλο στη ζωή του
Γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος. Γιατί δεν είμαι ερωτευμένος. Γιατί πονάω. Γιατί χαίρομαι. Για μένα και για τους άλλους για τους λίγους και για τους πολλούς. Για τους φίλους και τους εχθρούς. Για να ανασάνω σήμερα εγώ και να δώσω ανάσες από το περίσσευμα μου αύριο, σ’ αυτούς που τις χρειάζονται
Όλες οι απαντήσεις που πείρε η κ. Ατγουν, συνομιλώντας με τους νεκρούς συγγραφείς που αγάπησε, δικές ήταν τελικά. Γιατί η γραφή δεν έχει κίνητρα ορατά.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Πότε γιορτάζει ο έρωτας;

Αυτά τα πράγματα μια φορά γράφονται και δεν αλλάζουν, μπορεί κάθε φορά να κάνουμε τα ίδια λάθη, περί έρωτος όμως οι θέσεις παραμένουν σταθερές.
Χθες είχαμε του Άγιου Βαλεντίνου, έμαθα σήμερα. Δεν είναι που μεγαλώσαμε και αρχίζουμε να ξεχνάμε; Είναι που εκ πεποιθήσεως, διαφορετικά διαχειριστήκαμε, αυτό το υπέροχο συναίσθημα; Πως και ποτέ γιορτάζει ο ερωτάς; Σε ανύποπτο χρόνο και με τρόπο ξεχωριστό για τον καθένα. Δεν δικαιολογώ με τα παραπάνω, την χθεσινή απουσία.
Όχι δεν πιστεύουμε, σ΄ αυτούς τους αγίους εμπόρους, για να ακριβολογούμε δεν πιστεύουμε σε κανέναν άγιο. Στον άγιο έρωτα πιστεύουμε, μόνο που, δεν τον λένε Βαλεντίνο. Εμείς οι πιο παλιοί δίνουμε την ανάποδη μάχη. Προσπαθούμε να υπερασπιστούμε τα κομματάκια του εαυτού μας, που εκτιμούμε. Και ο έρωτας δεν χωράει σε κόκκινες χάρτινες καρδούλες.
Γιατί; Θέλει ψυχή ο έρωτας για να είναι αληθινός και το μέτρο στην προκειμένη περίπτωση είναι εκμαγείο του μετρίου.
«πίσω από τα μάτια μου κρυφά σε περιμένω» τραγουδάει η Δήμητρα Γαλανή περιμένοντας εκείνη τη μαγική στιγμή της ερωτικής ομολογίας που κανένας εισαγόμενος άγιος δεν μπορεί να ζωγραφίσει, ούτε καν να διανοηθεί. Τέτοιοι άγιοι είναι για τα άλλα, τα τυπικά, για το στάδιο της γυμναστικής.
Πίσω από τα μάτια μου κρυφά σε περιμένω, να ζήσουμε το όνειρο, περιμένοντας να δύσει ο ήλιος, να γίνουμε σκιές μες στο σκοτάδι, μήπως γίνουν ευκολότερα τα λόγια.
Χρειάζεται καθορισμένη ημερομηνία για να γιορτάσουν οι ερωτευμένοι;
Και οι άλλοι; Οι απογοητευμένοι, οι κουρασμένοι από τις μακροχρόνιες σχέσεις, οι προδομένοι, οι απασχολημένοι τι πρέπει να κάνουν την ημέρα της γιορτής;
Γι’ αυτό ξέχασα την χθεσινή ημέρα. Γιατί ο έρωτας δεν ξέρει από χρόνο, δεν χωράει σε χάρτινες καρδούλες, δεν περιορίζεται σε επετείους, ο έρωτας κινείτε ελευθέρα μες στης καρδιάς το αίμα.

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Για το Σπύρο

…Είναι εδώ ο Σπύρος Αλαμάνος. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Κανείς δεν ξέρει τι θα δημιουργήσει αύριο. Εκείνο που ξέρουμε εμείς, που μαζί του βαφτιζόμαστε αθώοι, είναι ότι ο Σπύρος, για άλλη φορά θα καταθέσει τη ψυχή του, καθαρή και ατόφια. Θα ξαναγεννηθεί ανοίγοντας τον εαυτό του. Εάλω η πόλις; Θα κτίσει μιαν άλλη πόλη.
Αυτό κάνει στην τελευταία του δουλειά, μαζεύει τον κόσμο του κάτω από τη σκέπη του, κάτω από τη σκέπη της μάνας παναγιάς, κάθε κομμάτι από αυτήν την καινούργια απόπειρα έχει και από ένα σπέρμα αγάπης.
Στην τελευταία του φυγή, σαν ραβδοσκόπος, γυρνάει και ανακαλύπτει νέα γη, άλλο χώμα πάνω απ’ αυτό που ζωγράφισε κατά τα πρώτα του βήματα. Ο πολιτισμός του δεν εφάπτεται της αγοράς.
Ονειροπόλος ο Σπύρος, βασική πηγή για τους άλλους, θανάσιμος με τον εαυτό του. Στην πινακοθήκη των αισθημάτων του, μάχεται το κόκκινο ενάντια στο μαύρο, μάχεται το αίμα απέναντι στο σκοτάδι. Είδες τι μπορεί να φτιάξει ο άνθρωπος, αν έχει ένα κίνητρο καρδιάς; Ζωγραφίζει τη ζωή, βάζει πουλιά και αγγέλους, βάζει την αγκαλιά της μάνας, πάνω απ’ όλα, για να τα προστατεύσει. Υποφέρει για έναν κόσμο καλλίτερο, για τους άλλους. Πονάει για τη ζωή.

Με κάλεσε να δω την τελευταία του δουλειά. Εγώ δεν έχω τι να πω, δεν ξέρω, δεν μπορώ να κρίνω χωρίς το οπλοστάσιο ενός εικαστικού, αλλά ούτε και κάποιου μυημένου. Μόνο να αισθανθώ μπορώ. Μόνο να συναντηθώ όχι στο κίνητρο, όχι στη γέννηση, σε ένα αποτέλεσμα προσαρμοσμένο στο δικό μου μπόι.
Εκείνοι που δημιουργούν έχουν από τη φύση τους μια τάση να κρύβονται. Ίσως γιατί γνωρίζουν τη σκληρότητα του ανεπίδοτου αισθήματος. Η πολιτεία του Σπύρου είναι ζωντανή. Είδα φως στα παράθυρα και καπνό να βγαίνει από τα φτωχικά, δίπλα στους ουρανοξύστες. Μύρισα γαζία και ζεστό ψωμί. Άγγιξα το χέρι της μάνας και αλήθεια, ήτανε ζεστό. Άκουσα ποδοβολητά αλόγων και χαρούμενες φωνές παιδιών που έπαιζαν αμέριμνα στην αλάνα. Είδα τον κόσμο διαφορετικό, όρθιο, κόντρα στην άγια απάθεια. Είδα τον κόσμο ζωντανό. Είδα τα μάρμαρα να ριγούν. Και θυμήθηκα ότι «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει». Τίναξα τη σκουριά, που τελευταία όλο και πιο συχνά με επισκέπτεται.
Για άλλη μια φορά μας άναψε σκοτεινές φωτιές ο Σπύρος Αλαμάνος, μας κάλεσε στον κόσμο του να κάνουμε ένα γύρο, να καθίσουμε να κλάψουμε, να γελάσουμε, να τραγουδήσουμε, να ζήσουμε. Να γείρουμε, ο ένας το κεφάλι του στον ώμο του διπλανού, μέχρι να σχηματισθεί ένας μεγάλος κύκλος.
Αυτή τη φορά δεν έχουμε εικόνα, δεν έχουμε χρώματα, δεν έχουμε κείμενα, δεν έχουμε εκείνο το κόκκινο σημάδι, που παρόμοιο του δεν έχει ζωγραφιστεί. Τα έχουμε όλα όμως, μέσα από ένα κόσμο αθώο, τον κόσμο του, στο χέρι μας είναι να τον δούμε χαρούμενο και ζωντανό.
Ήταν, είναι και θα είναι ένα παιδί στη ψυχή ο Σπύρος. Και ένα παιδί ξέρει πολύ καλά μέσα από το σκοτάδι να δίνει φως, μέσα από το μαύρο να ξεπροβάλλει το κόκκινο…

Τα εγκαίνια της έκθεσης τη Δευτέρα 14 Φεβρουάριου στις 07μ.μ στην Κερκυραϊκή Πινακοθήκη.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Όσο για την αλήθεια…

Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις για να αντιληφτεί κανείς το μέγεθος του ψεύδους, που κυριαρχεί στην πολική σκηνή. Ακούς τη λέξη συνεργασία για το καλό της Κέρκυρας και αυτόματα τους βλέπεις στον ταμείο για να εισπράξουν τα οφέλη από την πρωτοβουλία τους. Δεν το πιστεύουν δεν το αισθάνονται και μας αναγκάζουν κάθε βράδυ, που παρελαύνουν από τους τηλεοπτικούς δέκτες, να κάνουμε αυτόματη μετάφραση περί του αντιθέτου.
Ίσως θα πρέπει να μας βομβαρδίσουν για άλλη μια φορά οι γερμανοί για να βρουν οι λέξεις το νόημα τους.
Ας υποθέσουμε ότι τα τηλεοπτικά κανάλια «κάνουν τη δουλειά τους», που δεν είναι αυτή η δουλεία τους. Αυτοί οι άνθρωποι της πολιτικής γιατί κάνουν τόσο κακή χρήση. Γιατί είναι κακή χρήση, χθες να σε κτυπούν αμείλικτα και σήμερα να σε υμνούν. Οι τηλεθεατές ψάχνουν να βρουν πιο κοσμοϊστορικό γεγονός συνέβη που άλλαξε το τοπίο των θέσεων και των συναισθημάτων. Και τίποτα δεν συνέβη. Τίποτα φανερό.

Εκείνο που είναι άξιο προσοχής σε αυτές τις απότομες μετατοπίσεις, είναι η έλλειψη συγνώμης και από τα δυο μέρη. Τα τηλεοπτικά κανάλια από τους τηλεθεατές πρωτίστως, αλλά και από τους πολιτικούς που αδίκησαν το προηγούμενο διάστημα. Και οι πολιτικοί από τους πολίτες που χθες έλεγαν ότι «τα τηλεοπτικά κανάλια εξυπηρετούν συμφέροντα» ενώ σήμερα λένε την αλήθεια…
Αν είχε κάποιος την υπομονή να συμπυκνώσει σε μια ταινία μικρού μήκους αυτά που έλεγαν τα τελευταία πέντε χρόνια, θα διαπιστώσει τις πολλαπλές μεταλλάξεις μέχρι σήμερα, που επιβεβαιώνουν το απόλυτο ψεύδος.
Το χειρότερο; Το παιχνίδι το γνωρίζουν όλοι, ακόμα και οι μέσοι τηλεθεατές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την αλήθεια, ο καθένας με την δική του λογική. «Τα κανάλια πρέπει να ζήσουν», «οι πολιτικοί να επιβιώσουν», όσο για την αλήθεια…

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Να τρυπήσουμε το χοντρό πετσί τους

Να κάνουμε απεργία, να κάνουμε και στάση. Για την αξιοπρέπεια μας, για εαυτό μας, για να τιμήσουμε τα όπλα. Εδώ που φτάσαμε, αναρωτιέμαι αν θα πρέπει να συνεχίσουμε να δουλεύουμε. Η πεπατημένη των διεκδικήσεων, έχω την αίσθηση, ότι αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας προσχηματικών διαβουλεύσεων και ειλημμένων αποφάσεων. Απέναντι μας παχύδερμα, δεν ιδρώνει το αυτί τους. Στα σχέδια τους έχουν εντάξει και τις απεργίες. Τρεις, τέσσερις, πέντε, μέρες, ένα μήνα και τι έγινε; Έτσι και αλλιώς δεν μειώνεται η παραγωγή, δεν υπάρχουν απώλειες από την υπεράξια, ότι μειώνεται, σε όφελος τους γυρίζει.
Παράλληλα φροντίζουν, με τα μέσα προπαγάνδας που διαθέτουν, κάθε φορά που ένας κλάδος εργαζόμενων απεργεί, να στρέφουν απέναντι του, τους υπόλοιπους πολίτες. «Κόλαση η Αθήνα από τη απεργία των συγκοινωνιών, ταλαιπωρία του επιβατικού κοινού», «χάθηκαν τα κλεισμένα ραντεβού στο ΙΚΑ», «μας έπνιξαν τα σκουπίδια». Και το παιγνιδάκι συνεχίζεται.
Όλα αυτά τα χρόνια οι εργαζόμενοι, με σκληρούς αγώνες και θυσίες έχουν κάνει μεγάλες κατακτήσεις και απέναντι στην εργοδοσία και απέναντι στην εκάστοτε εξουσία. Ως εδώ. Τέρμα. «Μας πήρανε τα τραίνα, μας πήρανε και τα λεωφορεία»
Οι απεργίες και οι στάσεις είναι για να συμπληρώνουν το πρωτόκολλο, παράδοσης παραλαβής της χώρας, στους τοκογλύφους δανειστές μας. Σε αυτήν την διαδικασία δεν μπορεί να είναι απούσα, έστω μια μικρή αντίδραση, γιατί υπάρχει ο φόβος, η χώρα να θεωρηθεί ακατοίκητη και τότε από ποιους θα εισπράξουν;

Να κάνουμε απεργία να κάνουμε και στάση, για να δείξουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί, μήπως όμως χρειάζεται να βρούμε τρόπο να τρυπήσουμε το χόνδρο πετσί τους; Να τους ενοχλήσουμε, εκεί που πονάνε, γιατί δεν μπορεί κάποιο αδύνατο σημείο θα υπάρχει.
Οι παραδοσιακοί τρόποι αντίδρασης σε μια χώρα, που δεν παράγει τίποτα, δεν είναι αποτελεσματικοί και αυτό αποδεικνύεται κάθε μέρα από τις σοβαρές απώλειες στις μέχρι τώρα κατακτήσεις. Οι τουφεκιές στον αέρα έχουν πάρει εθιμοτυπικό χαρακτήρα και καλό είναι να αλλάξουνε κατεύθυνση…

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Χθες θυμήθηκα τον «Οκτώβρη»

Οργίζομαι όταν ακούω νέα παιδιά, που δείχνουν ενδιαφέρον για την πολιτική, να στερούνται οράματος. Περιορίζονται σε μια στείρα αντιπαράθεση, που έχει να κάνει με πρόσωπα και όχι με ιδέες. Οι συζητήσεις διακατέχονται από μια διαχειριστική λογική. Καμία ανησυχία, κανένα συναίσθημα, καμία αγωνιστική διάθεση, κανένας πόνος.
Είναι λυπηρό να αναλώνουμε το χρόνο μας σχολιάζοντας αυτά που δείχνει η τηλεόραση, Σήμερα επιβάλλεται περισσότερο από ποτέ η ανάπτυξη έντονου προβληματισμού και πολιτικού διαλόγου. Ευρύτατη κινητοποίηση των δυνάμεων, καλλιέργεια κλίματος συνεργασίας για την δημιουργία ισχυρών αντιστάσεων, προκειμένου να προστατευθούν τα κεκτημένα.
Σήμερα επιβάλλεται περισσότερο από ποτέ να πονέσουμε ξανά…
Το τηλεοπτικό τοπίο, που γίνεται προσπάθεια να μεταφερθεί στην κοινωνία ώστε να γίνουμε όλοι επιδερμικοί παραμερίζοντας την ουσία, πρέπει να αντιμετωπισθεί με τα ίδια μέσα, όπως τα σοβαρά προβλήματα και τα όπλα είναι αυτά που αναφέρω παραπάνω.

\
Η τακτική δεν φτάνει ούτε για να ονειρευτούμε, και αν μας οδηγήσει στην νίκη, πύρρειος θα είναι. Την πολιτική και τους πολίτες πρέπει να επαναφέρουμε στο προσκήνιο. Τα «Μέσα» είναι εργαλεία για να μας εξυπηρετούν, όχι να μας εξουσιάζουν.
Ας πάμε μπροστά, ακόμα κι αν ο ορίζοντας είναι θολός και αβέβαιο το μέλλον. Ότι χάθηκε, χάθηκε, δεν ωφελεί να το μνημονεύουμε. Μια ματιά πίσω μπορεί να φέρει ανταρσία, να ξεσηκωθεί η καρδιά και να γυρέψει τα δίκια της και τότε θα φάμε δίκιο.
Ο πόλεμος, δεν ωφελεί ούτε τους νικητές. Δεν περισσεύουν οι δυνάμεις, για να σπαταλιόνται σε στείρες αντιπαραθέσεις,
Έχουμε περάσει σε ένα καπιταλισμό της μιας χρήσης, όπως τα προϊόντα που παράγει, ένα ασαφές πλέον οικονομικό σύστημα, με βραχυπρόθεσμους προγραμματισμούς και κέρδη άντε το πολύ για μια γενιά πλουτοκρατών. Ένα καπιταλισμό μην έχοντας πλέον αντίπαλο, που σαπίζει στο θρόνο του.
Σημ: χθες θυμήθηκα τον «Οκτώβρη» σήμερα το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αιζεστάιν.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Σκούρα τα πράγματα

«Επενδύοντας στην ταχύτητα και στην εικόνα» υποστηρίζει ο Παντελής Mπουκάλας «οι έμποροι φοβιών και οι διακινητές ψυχώσεων……καμαρώνουν ότι μας φέρνουν μες στο σπίτι την πραγματικότητα. Αλλά πρόκειται για μια πραγματικότητα εν πολλοίς εικονική, διογκωμένη παραχαραγμένη, μια πραγματικότητα κομμένη σε φέτες: η πρωινή είναι «ανθρώπινη» κατακλυσμένη από ανθρώπινα δράματα και από καλοκάγαθους τηλεπαρουσιαστές - σωτήρες ανθρώπων, η μεσημεριανή χαζοχαρούμενη, η βραδινή τρομαγμένη αφού οι μισές ειδήσεις παίζουν με το «σοκ» και τον «πανικό» και η νυχτερινή χαλαρή, ενίοτε δε και «ημιπορνογραφική»
«Η Ελλάδα ταξιδεύει» λέει ένα τραγούδι. Και που πάει; Γιατί εμείς μείναμε εδώ να παρακολουθούμε τηλεόραση;

Πόσο μπορείς να κερδίσεις από ένα ραδιοφωνικό σχολιασμό, προέκταση θα έλεγα του τραγουδιού που ακούστηκε και αυτού που ακολουθεί. Χωρίς εικόνα με μια φωνή ζεστή που ανατρέπει τη κινέζικη ρήση. «Μια εικόνα χίλιες λέξεις» Μια φωνή χίλιες εικόνες.
«Τα ανεμολόγια έχουν τρελαθεί, δεν υπάρχει σημείο στον ορίζοντα να σταθούν, όλα τα σημεία έγιναν ένα, ο ορίζοντας δε φαίνεται, είναι καλυμμένος από καταναλωτικά δάνεια και διορισμούς στο δημόσιο. Από χιονιά που ντροπιάζουν και τους κρατούντες και εμάς τους ίδιους που φερόμαστε πολλάκις ανοήτως. Από γκάλοπ, σλάλομ. Ο ορίζοντας είναι το ταβάνι. Ο ορίζοντας είναι η οθόνη του κομπιούτερ, της τηλεόρασης. Ο ορίζοντας είναι σκούρος σαν τους λαθρομετανάστες που πνίγονται στις ελληνικές θάλασσες. Ο ορίζοντας είναι η παλάμη μας που μας σκεπάζει τα μάτια μας. Καταρρέουμε…»

Η Τέλεια Ομορφιά

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπ...