Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Ε! όχι και την Άνοιξη

Με την ευκαιρία που μου δίνει η καθημερινή επαφή μαζί σας, αυτές τις πρώτες μέρες της άνοιξης δεν τις σπαταλάω με τίποτα. Γιατί είναι σπατάλη χρόνου, η συμμετοχή στην επανάληψη της καθημερινότητας. Οι συνομήλικοι το έχουν παρατηρήσει: τρέχει πιο γρήγορα το ρολόι του χρόνου, τώρα που μεγαλώσαμε. Όχι δεν χάλασε, το μυαλό μας χάλασε που αρνείται να ονειρευτεί. Αν γυρίσετε προς τα πίσω οι δεκαετίες της αγίας νεότητας μας, φαντάζουν αιώνες. Ήταν γεμάτες με δράση μα πιο πολύ με όνειρα. Σήμερα μια ευθεία, ένα τρενάκι που τρέχει στο κάμπο χωρίς μηχανοδηγό. Κοιμάσαι χειμώνα και όταν ξυπνάς έχει φτάσει η άνοιξη. Ώσπου να γίνει πανσέληνος έχουμε χάσιμο φεγγαριού.
Αυτές τις πρώτες μέρες της άνοιξης, προσπαθώ να επαναφέρω το ρολόι στην κανονική του λειτουργία, γιατί φοβάμαι ότι με τις πρώτες ανακοινώσεις, θα μπω και πάλι στο χορό της μιζέριας. Στο χορό του Ζαλόγκου, που χορεύουμε όλα αυτά τα χρόνια, της μεταπολίτευσης. Κάποτε είχα συνδέσει τις εκλογές με τον φθινόπωρο, και έγραφα για τους χάρτινους Σεπτέμβρηδες, σήμερα έβαλαν χέρι και στην Άνοιξη. Αυτές τις μέρες και κυρίως τις νύχτες προσπαθώ να ονειρευτώ για να τις μεγαλώσω.

Τι ονειρεύομαι; Ίσως η περιφρόνηση σ’ αυτό το σάπιο σύστημα που μας περιβάλει, αποτελεί σήμερα την πλέον επαναστατική στάση όλων αυτών που σέβονται τον εαυτό τους. Αν γελαστείς και ακολουθήσεις την τρέχουσα επικαιρότητα, μοιραία θα ενισχύσεις αυτή την σαπίλα της πολιτικής ζωής, που βιώνουμε σαν χώρα, αλλά και σαν τοπική κοινωνία.
Τι άλλο μπορώ να κάνω εκτός από την περιφρόνηση; Να διαφυλάξω σαν κόρη Οφθαλμού τους σπόρους της αναρχίας μου, σε ένα σύστημα που έχει κατορθώσει να του ανήκουν όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και μάλιστα στοιχισμένοι στο ίδιο λόχο, του ίδιου τάγματος, του ίδιου συντάγματος, της ίδια στρατιάς, του ίδιου παγκόσμιου στρατού.
Αυτά λίγο πριν κοιμηθώ, φοβάμαι ότι με τις πρώτες ανακοινώσεις θα μπω και πάλι στο χορό της μιζέριας και το ρολόι θα αρχίσει και πάλι να τρέχει σαν τρελό…

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Ούτε με τον Βενιζέλο

Αυτό το ΠΑΣΟΚ, όχι με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, ούτε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, δεν πρόκειται να ανακάμψει. Και δεν πρόκειται να ανακάμψει, γιατί εκείνη την ταυτότητα που έχασε, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, την αναζήτησε στην εξουσία, στην διαχείριση και στην πλειοδοσία. Η εξουσία ήταν πάντα το ζητούμενο. Η νίκη ανεξάρτητα αν το κόμμα είναι δεξιό η αριστερό. Το χειρότερο είναι, ότι διαμόρφωσε γενιές χωρίς πολιτική συνείδηση. Οι φανατικοί πολέμιοι του Βενιζέλου στις προηγούμενες εσωκομματικές εκλογές, σήμερα γίνονται οι πιο φανατικοί οπαδοί του. Συνεχίζω να υποστηρίζω, ότι το ΠΑΣΟΚ, αποτελεί τον πιο ενδιαφέροντα πολιτικό χώρο, ένα κόμμα που κατόρθωσε στην αρχή με συνθήματα και στη συνεχεία με την εξουσία που διαχειρίσθηκε, να εγκλωβίσει δυνάμεις από την δεξιά μέχρι και την αριστερά. Είναι δικαιολογημένο το ενδιαφέρον για ένα κόμμα που αισθάνομαι να με έχει κλέψει. Και με έκλεψε σε μια εποχή που έκανα όνειρα. Τα όνειρα μου έκλεψε και την τιμή της πολιτικής που την είχα σε υπόληψη. Για τη συρρίκνωση του, καθόλου δεν λυπάμαι, ίσα - ίσα χαίρομαι και ελπίζω.
Θυμάμαι στις προηγούμενες εσωκομματικές εκλογές του 2007 τότε που οι σημερινοί κολοντούμπες, υποστηρικτές του Βενιζέλου, υποστήριζαν τον Γεώργιο Παπανδρέου έγραφα:

«Τι σημασία έχει ποιος θα κερδίσει τον Καραμανλή; Σημασία έχει ποιο κόμμα, με ποια χαρακτηριστικά, με ποια ταυτότητα μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα.
Τι νόημα έχει να νικήσει το Καραμανλή ένα δεξιό κόμμα που αποκαλείτε σοσιαλιστικό; Σε κάθε περίπτωση καλλίτερα ο Καραμανλής και η Νέα Δημοκρατία στην εξουσία, που μας δείχνουν την ταυτότητα τους και όχι πλαστογραφίες.
Ένα κόμμα, που βάζει σαν κριτήριο επιλογής αρχηγού «ποιος κερδίζει τον Καραμανλή», δεν έχει τύχη. Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα της 11ης Νοέμβριου, όποια και να είναι η επόμενη ημέρα μετά τις εκλογές για την ανάδειξη νέου αρχηγού, η κρίση στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα συνεχιστεί για πολύ καιρό ακόμα…» Και συνεχίζουμε τραγουδώντας και χορεύοντας και πάλι, όπως και τότε στους ρυθμούς του Διονύση Σαββόπουλου. ( Από το Βρώμικο Ψωμί)
Ολαρία - ολαρά, δάγκωσε με πιο βαθιά Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά Ολαρία - ολαρά, με σουραύλια και βιολιά θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ‘ναι όλη η παλιά μας συντροφιά και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά Ολαρία - ολαρά, γύρω - γύρω τα παιδιά ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά, ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά…»

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Η υπερβολή αναγκαία

Πόσες φορές να υπενθυμίσω: το ύφος της στήλης πολλές φορές της επιτρέπει να χρησιμοποιεί στοιχεία υπερβολής. Η υπερβολή, χρησιμοποιείται για να τονίσει τη σκέψη, να δώσει έμφαση, στο λόγο για να μην περάσει απαρατήρητος. Σε κάποια κείμενα υπερβάλλω, για να κινητοποιήσω, όχι τους αναγνώστες μου, οι περισσότεροι άλλωστε τα ίδια λέμε, υπερβάλλω, γι’ αυτούς που με διαβάζουν αναγκαστικά, μήπως και διαπεράσει η βελόνα το χοντρό πετσί τους.
«Γι’ αυτό το λόγο γράφω, για να μετατρέψω τη λύπη σε νοσταλγία, τη μοναξιά σε αναμνήσεις. Για να μπορώ, σαν θα έχω τελειώσει αυτή την ιστορία, να την ρίξω στον ποταμό, τα νερά να σβήσουν αυτά που έγραψε η φωτιά».
Μια ερωτητική ιστορία – ισχυρίζεται ο Κοέλο – κλείνει μέσα της όλα τα μυστικά του κόσμου. Αλλά όμως η πεμπτουσία της βρίσκεται στο φινάλε. Αυτό περιζώσει τη λύπη κι έτσι μπορεί και να την κάνει νοσταλγία. Εκείνο που επιβάλλει τη μοναξιά και έτσι μπορεί να τη κάνει ανάμνηση.

Διότι «όταν οι θεοί ρίχνουν τα ζάρια δεν μας ρωτάνε αν παίζουμε» Και επειδή «ο σοφός είναι σοφός επειδή αγαπάει κι ο ανόητος, ανόητος, γιατί υποκρίνεται πως καταλαβαίνει την αγάπη».. Αλλά ο σοφός πολύ συχνά αδυνατεί να καταλάβει τον ανόητο. Έτσι ο ανόητος μπορεί να υποκρίνεται αλλά δεν ανταποκρίνεται.
Αποτέλεσμα τα κείμενα χωρίς αναγνώστες, οι επιστολές χωρίς παραλήπτες. Παραλήπτης βέβαια προκύπτει, που αντιλαμβάνεται το θαύμα και προσλαμβάνει την συγκίνηση. Πολλές φορές όμως άσχετος με το θέμα και χωρίς αρμοδιότητα. Οι κυρίως πρωταγωνιστές, αυτοί που αποτελούν την αφορμή, είναι παντού και πάντοτε απόντες.
Αυτός είναι ο στόχος των υπερβολών, όχι για να συγκινηθούνε, αλλά για να φοβηθούνε.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Για να φρεσκάρουμε τη μνήμη

Εκλογές οσονούπω και επειδή η κινδυνολογία, αρχίζει σιγά – σιγά να κάνει την εμφάνιση της, με διλήμματα «Καραμανλής ή τανκ», αστειεύομαι, « δικομματισμός ή πτώχευση», όχι αυτή που βιώνουμε, αυτή που θα ’ρθει…, ας ξαναθυμηθούμε αυτά που προηγήθηκαν. Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, ακόμα και σε περιπτώσεις πολιτών που ποτέ δεν ασχολήθηκαν, έχει να κάνει με την απορία: «γιατί φτάσαμε μέχρι εδώ;» « ποιος έχει την ευθύνη;» Και είναι δικαιολογημένα τα ερωτήματα, για ένα Λαό που ξαφνικά αισθάνεται ένοχος για όλα τα δείνα.
Ωστόσο, «δεν φάγαμε όλοι μαζί» τα κλοπιμαία δεν δημιουργήσαμε όλοι μαζί τα ελλείμματα. Η συλλογική ευθύνη στην κοινωνία αδιακρίτως, η ενοχοποίηση των πάντων, ρίχνει άδικα τις ευθύνες και αθωώνει τους πραγματικούς ένοχους.

Τι ευθύνη έχει ο άνεργος, ο συνταξιούχος, ο εργαζόμενος, ακόμα και αυτός που τον οδήγησαν στην τράπεζα να πιστωθεί γιατί του έταξαν καλύτερη ζωή, ζωή που δεν την είχε, ούτε και χρήματα φυσικά για να την κυνηγήσει.
Μπροστά σ’ αυτό το Βατερλό δεν πρέπει να ξεχνάμε την ισχυρή Ελλάδα που μας πούλησε ο Σημίτης, τον «εκσυγχρονισμό», το πάρτι του Χρηματιστηρίου, την Ολυμπιακή φιέστα, τα μαγειρεμένα στοιχεία, τα ομόλογα που έκαναν φτερά, τους κουμπάρους το ηθικά-νόμιμο, το ξεπούλημα του κράτους, τα σκάνδαλα το μεγάλο φαγοπότι με τους εξοπλισμούς. Τι σχέση είχε ο Λαός, που σήμερα λοιδορείτε, με όλα αυτά τα εγκλήματα;
Τα δύο μεγάλα κόμματα, που κυβερνούν τη χώρα εναλλάξ από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, αυτά είναι υπεύθυνα για το οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο της χώρας. Αυτοί οι πολιτικοί οργανισμοί εξέθρεψαν και παρότρυναν την κακοδιοίκηση, τη διαφθορά, την ατιμωρησία, τη σπατάλη, αυτοί εξέθρεψαν την κρίση.
Στις επόμενες εκλογές, να το θυμηθείτε, Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ θα ζητήσουν και πάλι τη ψήφο σας…

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Προς γνώση και αποφυγή

Προσπαθώντας να υπερασπίσω την ύπαρξη μου γράφω, με την αιώνια ψευδαίσθηση, ότι κλείνω πληγές. Ακόμα και έτσι να είναι, λίγο πριν τον επίλογο ανοίγει η άλλη. Πολυτραυματίας ετούτη η χώρα, και το αποτέλεσμα, πάντα μια τρύπα στο νερό. Μάσκες οι νόμοι και η παρανομία βασίλισσα κρυμμένη πίσω τους, χορεύει αδιάφορη στο πραγματικό καρναβάλι της καθημερινότητας. Τι κάνουμε εμείς; Χειροκροτούμε και επιβραβεύουμε, πίνοντας κάθε τόσο το νερό της λησμονιάς. Εκλογές οσονούπω και η πρόσφατη ιστορία χρήσιμη για να μην επαναληφθεί.
«Κάντε τόπο να περάσει η Ελλάδα» δήλωνε κάποτε στα Γιάννενα ο Γεώργιος Παπανδρέου ο νεότερος και μείς βεβαίως αδιαμαρτύρητα ανοίξαμε το δρόμο για να περάσει, και να καταστρέψει τη χώρα, όπως το κάναμε παλιότερα και για τον πατέρα του, όπως το κάναμε και για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και εν συνεχεία για τον ανιψιό του. «Κάντε τόπο να περάσουμε εμείς γιατί εμείς είμαστε η Ελλάδα», εσείς περιμένετε τη σειρά σας, για να χειροκροτήσετε. Και μείς με τη λήθη να έχει σβήσει και τα πρόσφατα, το κάναμε και ας μην θέλαμε να είναι η Ελλάδα μια οικογενειακή υπόθεση. Ας μη θέλαμε, βέβαια είναι σχήμα λόγου, γιατί θέλαμε και δεν θέλαμε. Έτσι θα πορευτούμε και ας λέμε το αντίθετο, δεν θα γλιτώσει η Ελλάδα αν δεν απαλλαγεί πρώτα από μας.

Γιατί λέτε με απασχολούν οι ηλικίες; Γιατί λέτε τα βάζω με την ηλικία μου; Προσπαθώ να υπερασπίσω την ύπαρξη μου, γιατί…
Κακή ηλικία η μεσαία, μάχεται χωρίς όνειρα χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς στόχο. Έχουμε φύγει και επιμένουμε ότι είμαστε εδώ. Δυστυχώς η ζωή που δεν τολμήσαμε βρίσκεται καταχωνιασμένη σε κείνα τα χαρτόκουτα «Νουνού», βαθιά πίσω στο πατάρι. Εκεί θα μείνει. Θα την βρουν όταν θα πάμε στο ουράνιο ταξίδι και θα δουν πόσο λάμπει το μυστικό, ευτυχώς δεν θα είμαστε εκεί να χρεωθούμε την δειλία μας.
Κακή ηλικία η μεσαία, είναι και δεν είναι. Ένα πόδι μέσα ένα έξω, «αλλάξτε τον κόσμο, αλλά περιμένετε λίγο», «κάντε ότι νομίζετε αλλά δεν είναι σωστό έτσι», «εμείς δεν ανακατευόμαστε, αλλά προσέχετε μην το κάνετε έτσι».
Με μισόλογα κρύβουμε την ανασφάλεια μας και υπερασπιζόμαστε την ύπαρξη μας.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Λέξεις μαχαίρια θα περιμένουμε

Θα ξεκινήσω από τον χθεσινό τίτλο: «αγάπη να μη χρωστάμε». Εδώ τα μεγέθη δεν ορίζονται, ο καθένας μόνος του, μέσα του, κάνει τους λογαριασμούς του. Γι’ αυτήν που έβγαλε, μα πιο πολύ γι’ αυτήν που κρύβει. Θα με ρωτήσετε τη σημασία έχει για του άλλους, η στοιβαγμένη στα βαθιά υπόγεια της ψυχής μας. Μεγάλη!
«Ας την κουβέντα», μόνος μου προέτρεψα τον εαυτό μου. Εδώ που έχουμε φθάσει, πριν ξοδέψουμε λόγια, που μας χοντραίνουν το πετσί και μεγαλώνουν την ανοσία, ας τα κρατήσουμε.
Είναι μέρες τώρα, που μια σιωπή με ακολουθεί, αυτά που γράφω δεν είναι αυτά, αυτά είναι τα λόγια της σιωπής, που θέλει να με προστατεύσει.
Όταν επαναλαμβάνω κείμενα περασμένα, είναι γιατί ο χρόνος σπρώχνει το χώρο και με εκτινάσσει σε καταστάσεις πυκνότητας, συντήρησης δυνάμεων, που θα μας χρειαστούν. Επαναλαμβάνουμε για να βρεθούμε στην αρχή, το μεσοδιάστημα μια τρύπα στο νερό. Να γράψω κάτι επιπλέον, αυτές τις μέρες των εκπτώσεων, της αξιοπρέπειας, των διεκδικήσεων, και των κεκτημένων, δεν μπορώ. Θα κρυφτώ σ’ αυτές τις λέξεις, που όταν γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ίσως γίνω πιο κατανοητός. Για την ώρα «ας την κουβέντα».

«Φυσικά και ονειρεύομαι» «ζει κανείς με έναν ξερό μισθό;» Γράφει η Κική Δημουλά. Και αυτό δεν μπαίνει σε διαπραγμάτευση, γι’ αυτό ούτε κουβέντα. Ακόμα και αυτές τις ώρες της σιωπής, που έβαλαν στη θέση τους εφιάλτες να μας ταράξουν το ύπνο μας, φυσικά και ονειρεύομαι τις μέρες, που οι νύχτες δεν θα έχουν εμπόδια, που δεν θα τρέχουμε λαχανιασμένοι, που δεν θα ξυπνάμε κατάκοποι και κάθιδροι.
Άλλωστε, για πόσο μπορούν κάποιες λέξεις να σπαράζουν μέσα μας; Όσο χρειάζεται η σιωπή να μας δώσει κάποιες ανάσες. Ακόμα και να θέλουμε να τις φυλακίσουμε, οι τύψεις μας γρονθοκοπούν να τις ελευθερώσουμε. Και είναι οι καιροί τέτοιοι, που θα γεννήσουν λέξεις – μαχαίρια, για την ώρα, ας την κουβέντα…

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Αγάπη να μη χρωστάμε

Και σήμερα θα γυρίσω στο Μάρτη του 2010, για να επιβεβαιώσω αυτό που έγραφα την προηγούμενη εβδομάδα, το τέλος, δεν είναι μια κι έξω, προηγούνται τα βασανιστήρια. Και επειδή, απ’ ό,τι φαίνεται ο χρόνος κάνει πείσματα και έχει στυλώσει τα πόδια, θα πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους διαχείρισης. Ένα κείμενο του Μάρτη του ’10 και ο χρόνος, μέχρι τον μεθεπόμενο του ’12 ακίνητος.
Ο φόβος, ο θυμός, η πίκρα, η ανασφάλεια, η μελαγχολία, που βγαίνουν μέσα από τις λέξεις που τελευταία βάζω στη σειρά, μην σας τρομάζουν. Προειδοποίηση κινδύνου είναι για να τις αποφύγουμε. Πινακίδες για ασφαλή πορεία, για πορεία που δεν πρέπει να ακολουθήσουμε. «Δρόμος που οδηγεί σε αδιέξοδο», «πτώση βράχων».
Δεν είναι μόνο τα σκληρά οικονομικά μέτρα, δεν είναι που πτωχεύσαμε, είναι η ένδεια συναισθημάτων, η απογύμνωση του μέσα μας, η υποτίμηση του πλούτου της ψυχής μας, η υπερτίμηση των χρεών που μετριούνται με χαρτονομίσματα. Σιγά τι χρωστάμε, αγάπη να μην χρωστάμε.
Πολύ κατήφεια και ακόμα ο χειμώνας κάνει τσαμπουκάδες. Στα αδιέξοδα των εικονικών λεωφόρων, στροφή επιτόπου, υπάρχουν δρόμοι που οδηγούν σε ασφαλή σημεία εκεί που ο πλούτος δεν μετριέται, εκεί που δεν υπάρχει κίνδυνος χρεοκοπίας, με οδηγό τους ποιητές, που δεν φλυαρούν, που τσιγκουνεύονται τις πολλές λέξεις, που βάζουν σημάδια λίγες λέξεις που οδηγούν κατευθείαν στη καρδιά.

Πολύ κατήφεια και ο χειμώνας κάνει τσαμπουκάδες, οδηγός για σήμερα μια κυρία, που μας συνόδευε τις μεταμεσονύκτιες ώρες από την ραδιοφωνική της εκπομπή, η κατεύθυνση χωρίς παρεκτροπές απ’ ευθείας στο κέντρο, της ψυχής που έχει πολλά να δώσει…
«Χορός με την σκιά μας, με την τρέλα μας, με τον θυμό μας. Η αγάπη χάνεται στη μνήμη, στη λίμνη με το νερό των αντοχών μας, γυμνή και αλαφροΐσκιωτη, όπως πρέπει να είναι κάθε αγάπη. Τολμηρή και ντροπαλή ταυτόχρονα. Ριψοκίνδυνη και μεθυστική. Αδελφή του θανάτου μαζί με τον ύπνο τον ατάραχο. Γιατί ο τρομαγμένος μας κρύβει άλλες εκπλήξεις. Θάνατος – ζωή, ζωή – θάνατος, το καθημερινό κοντραμπάντο που χρεοκόπησε και τους πιο έμπειρους πειρατές. Να σηκώσουμε σημαίες με νεκροκεφαλές για να θυμόμαστε κάθε στιγμή πως η ζωή, όσο υπάρχει, πρέπει να είναι πλήρης : όχι ημερών, αλλά ηδονικών στιγμών και πράξεων ουσίας»

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...