Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Είμαστε κατώτεροι του τόπου

Θεέ μου τι αχαριστία… Γκρινιάζουν για κάτι που δεν υπάρχει, αλλά έπρεπε να το εφεύρουν, για να ενισχύσουν την άρνησή τους γι’ αυτόν τον παράδεισο που τους παραδίδεται κάθε καλοκαίρι.
Ο χειρότερος εχθρός αυτού του γενναιόδωρου τόπου είναι οι άνθρωποι του, αυτοί που απολαμβάνουν τα δώρα του. Ο τόπος είναι τοπίο πια, πακέτο προς κατανάλωση. Τόπος άψυχος , χωρίς ιστορία χωρίς παρελθόν.


Είμαστε κατώτεροι του τόπου ανάξιοι να τον αφουγκραστούμε και να τον ζήσουμε. Μόνο να τον καταναλώσουμε θέλουμε, αρπακτικά. Η ομορφιά περνάει πλάι μας και δεν τη γευόμαστε.
Το καλοκαίρι που έρχεται όλα τα επιτρέπει και την άρνηση. Και τα επιτρέπει γιατί αντίθετα με τον χειμώνα που είναι μια δικτατορία, το καλοκαίρι έχουμε δημοκρατία και πάντα φως, που όλα γύρω του τα λιώνει. Ακόμα και τον κορωνοϊό
Το καλοκαίρι... όπως γράφει ο Νίκος Ξυδάκης “Ακόμη κι ο έσχατος, ο μπατίρης, ο καταφρονεμένος, έχει την ευκαιρία του στη δημοκρατία του φωτός, ίση με όποιου άλλου προνομιούχου: να κολυμπήσει , να λουστεί στο φως, να αφήσει τη θάλασσα την ανετυμολόγητη να μπει δριμεία στα ρουθούνια του, να ψηθεί στην αρμύρα, να θαμπώσει”.
Ας μην είμαστε αχάριστοι. Αυτήν την ελευθεριά που μας χαρίζεται αυτούς τους μήνες του χρόνου, να την στερεώσουμε και να την βαθύνουμε, να την σώσουμε και να την παραδώσουμε ακέραια στους άλλους που ακολουθούν.

Αυτοί που αγαπούν την πατρίδα, αγαπούν τον κόσμο όλο

Τι θέλετε να μας πείτε; Από τη μια φοράτε τη μπλε σημαία για εσάρπα, για να προβάλλεται τον πατριωτισμό σας και από την άλλη μισείτε όλο τον κόσμο που σας περιβάλει, μισείτε ότι είναι διαφορετικό. Αυτό δεν είναι πατριωτισμός.
Πολλές ανέξοδες ατσαλάκωτες και άκαπνες μπλε σημαίες απλώνονται με κάθε αφορμή εδώ στον αγγελικό κόσμο του διαδικτύου, αυτές τις μέρες της πλειοδοσίας του “πατριωτισμού” και της πατριδοκαπηλίας.

Εδώ έχει γίνει παρεξήγηση. Εμείς που δε βάζουμε σημαίες στο μπαλκόνι, που δεν πάμε στην παρέλαση, που δεν νοιώθουμε κάποιο ρίγος στο άκουσμα του εθνικού ύμνου, εκτός από εκείνο για τον αθλητή που κέρδισε το χρυσό και κείνο που μας πηγαίνει πίσω στα χρόνια του Δημοτικού. Εμείς που δεν σταυροκοπιόμαστε, που δεν ζητάμε πιστοποιητικά πατριωτισμού και ελληνικότητας, δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάμε την πατρίδα . Δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε Έλληνες.
Εμείς ακούμε Χατζιδάκι , διαβάζουμε Ελύτη, Ρίτσο, Σεφέρη και όλους τους μεγάλους ποιητές μας. Εμείς Λατρεύουμε αυτή τη χώρα, τη πατρίδα μας, μέσα από τα γράμματα και τον πολιτισμό της.
Το λάθος μας είναι ότι η αποστροφή μας στα “πατριωτικά” τσιτάτα, άφησε χώρο σε όλους αυτούς τους “ υπερπατριώτες” να ντύνονται στα μπλε πάνω από τα μαύρα. Η αγάπη μας όμως είναι στέρεα, γιατί πηγάζει μέσα από ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Δεν ξέρω αν μπορούσε να γίνει αλλιώς, αν έπρεπε να γίνουμε κάποιοι άλλοι για να μην προλάβουν οι “άλλοι”.
Η ιστορία μας έχει διδάξει, όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “ πως όταν φουντώνει η “περηφάνεια” και χρειάζεσαι λεζάντα, ακολουθεί το αίμα. Και προηγείται η φτώχεια”.
Αυτοί που έχουν ματώσει τη σημαία, αυτοί αγαπούν την πατρίδα και όλο τον κόσμο, αυτοί είναι πατριώτες, αυτοί που ακόμα και εσάς δεν σας μισούν

Διάλειμμα

Πολύ βαρύναμε, ας επιστρέψουμε στα καλοκαίρια, τότε που δεν ήταν μασκαρεμένα, τότε που δεν μελετούσαμε σενάρια καταστροφής.
Διάλειμμα. Η παραλία ήρεμη. Βούτηξα στα ταραγμένα δροσερά νερά του Ιονίου. Ξάπλωσα. Μια γλυκιά ισορροπία δροσερού αέρα και καυτού ήλιου στην ατμόσφαιρα. Μια γλυκιά κούραση σαν αυτή που μας επισκέπτεται, λίγο πριν μας πάρει ύπνος, δημιουργούσε τις ιδανικές συνθήκες για επιτόπιες διαδρομές.
Ανάσκελα, προσκέφαλο χαλίκια/ τα μάτια, όπου και να κοιτάξουμε γαλάζιο/ Χίλια χρώματα ο ήλιος μέσα από ένα δάκρυ φαίνεται/ Απαλή μουσική, των κυμάτων ήχος/ Και ένα καράβι χάρτινο μου φαίνεται.(η πρώτη απόπειρα να γράψω στίχο)
Πέρασε για λίγο ο Τσίρκας με τη «Λέσχη» του.
Και ύστερα ήρθε η λύτρωση σαν καταιγίδα, με καλέσματα γλαρών και αστραπές. Βιαστικοί αγέρηδες έφερναν μυρωδιές από τριανταφυλώνες ψηλά και νεραντζιές.
Δεν είναι η ζέστη του καλοκαιριού που με οδηγεί στην παράλια. Είναι η θάλασσα η ίδια.«Η θάλασσα ίσως τελευταίος ισορροπιστής των ψυχικών μας μεταβολών που δεν έχουμε καταστρέψει ακόμα ολοσχερώς σ’ αυτόν τον πλανήτη». Σχόλιο ανάμεσα από δυο θαλασσινά τραγούδια μιας αγαπημένης ραδιοφωνικής φωνής. Ο καθένας τη χρησιμοποιεί με τον τρόπο του, για παρηγοριά για ευδαιμονία για ναυάγιο - αλλά εκείνη δεν θέτει όρους. Αφήνει να τη χειριζόμαστε ξέροντας πως το βύθισμα στο μπλε της τις περισσότερες φορές είναι καλύτερο κι από ανθρώπινη αγκαλιά.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Η μετριοφροσύνη δεν είναι για τους μέτριους

Το ξέρω, αλλά δε μπορώ με όρους τρέχουσας πολιτικής, να συντονιστώ. Είμαι από τους τελευταίους όμως,που υποστηρίζει ότι αυτό που υποσχεθήκαμε όταν κτίζαμε τα όνειρα μας, πρέπει απαρεγκλίτως να το υλοποιήσουμε. Πρέπει, αλλά ενώ στους σχεδιασμούς τα μολύβια επί χάρτου δεν συναντούν κανένα εμπόδιο, ύστερα που θα κληθούμε να κάνουμε τη μακέτα με μπετό και σίδηρο, κάτι το υπέδαφος που είναι σαθρό, κάτι οι καιρικές συνθήκες, κάτι οι γείτονες που αντιδρούν, κάτι οι Γερμανοί (για το τελευταίο πάντα θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη), τα μολύβια σταματούν να γράφουν λες και έπεσε λάδι στο χαρτί και η μακέτα των ονείρων μας… γίνεται μια μουτζούρα.
Δεν λέω, να σχεδιάζουμε, να ονειρευόμαστε, άλλωστε ζωή δίχως όνειρα είναι ζωή χαμένη. Εκείνο που λέω είναι την περίοδο των ονείρων και πριν αυτά γίνουν προγραμματικές δεσμεύσεις, να φερόμαστε σεμνά και ταπεινά. Δεν μας στοιχίζει τίποτα μπροστά από αυτά που θέλουμε να γίνουν πράξη, να προηγείται αυτό που δείχνει μετριοφροσύνη και ρεαλισμό συνάμα… «Θα προσπαθήσουμε».
Πρέπει να ξαναβρούμε τις λέξεις και επειδή η πολιτική δεν στηρίζεται από τη ζώνη των επιθυμιών αλλά από την Eυκλείδειο γεωμετρία, πρέπει να πατήσουμε σε λέξεις που θα στηρίζουν τα βήματά μας. Βήματα μικρά και σταθερά. Βήματα που θα υπηρετούν την αλήθεια.

δεν υπάρχει τίποτε άλλο από το τώρα

Υποθέτω ότι κάποιες στιγμές ράβονται στα μέτρα του καθενός μας, ποτέ δε ξεπερνούν το ένα αντίτυπο. Πρόκειται για ένα συνδυασμό, που όσοι προσπάθησαν να τον αποκρυπτογραφήσουν για να ξανανιώνουν τη μαγεία που κουβαλούν από από τα παιδικά τους χρόνια, απέτυχαν. Είναι η οπτική γωνία, πως φωτίζεται σε κείνο το χρόνο, σε κείνο τον τόπο, εκείνη την εποχή. Είναι το άρωμα που ποτέ δεν θα μπορέσουν οι διακεκριμένοι Γάλλοι αρωματοποιοί να αντιγράψουν. Και ευτυχώς!

“Δεν υπάρχει χρόνος περασμένος, δεν υπάρχει τίποτα άλλο από το τώρα και από ό,τι υπόλοιπο μένει. Κάθε στιγμή αθάνατος, κάθε λεπτό περιέχει το «για πάντα”. Θα μου πείτε γιατί σκαλίζω, αφού είναι γνωστό ότι όσο πιο πολύ σκάβεις, τόσο περισσότερο πλησιάζεις στο σημείο που ανταλλάσσεις την ύπαρξη με την ανυπαρξία. Είναι όπως όταν κοιτάζεις ψηλά τον έναστρο ουρανό και νοιώθεις για ένα δευτερόλεπτο ελάχιστος και το αμέσως επόμενο τεράστιος και ευλογημένος που είσαι εκεί και με τα πελώρια χέρια σου κάνεις μια αγκαλιά τ΄ αστέρια.

Έχουν σωπάσει τα πουλιά

Ξαναδιαβάζοντας το παρελθόν δεν επιχειρώ να το εξωραΐσω, άλλωστε αυτή η συναναστροφή μαζί του, σε φέρνει σε επαφή με τα πεθαμένα, στην παρούσα φάση όμως, εκθέτοντας τους φόβους μου προσπαθώ να δώσω το ανάλογο σχήμα στο παρόν μου.
“Η θάλασσα άνθισε
Μπλέκομαι στα όνειρα της
Περιμένω
Μην αργείς
Πνίγομαι μαζί τους ” γράφει ο Σπύρος Σίγμα.
Μπορεί εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια να μεταγγίζουν δυνάμεις, δημιουργούν όμως και ένα πρόσθετο βάρος που ανακόπτει τη χαρά και φυλακίζει τα όνειρα.
Σας το γράφω κομψά γιατί το τέλος πονάει, είτε ήρεμα γίνει είτε με συγκρούσεις.
«Εκ του αποτελέσματος θα μετρήσουμε τις αγάπες μας;» αναρωτιέται η κυρία που ομορφαίνει τα τραγούδια, «Δεν πολυσυμφέρει. Οι ισολογισμοί μπατάρουν. Όσο άσχημα και να τελειώσει κάτι, ξεχνάει κανείς την υπέρτατη τρέλα του ξεκινήματος, την απίστευτη φόρα, εκείνο το μαγικό χαλί που σε αρπάζει και σε τριγυρνάει στον ουρανό της ουτοπίας σου; Οι αρχές έχουν πάντα μια άλλη χαρά και δύναμη, έχουν το ακαταλόγιστο, εδώ που τα λέμε». Ενώ το τέλος… Το τέλος πονάει.
Φιλολογούμε και αγωνιούμε για διάρκειες που δεν είναι εφικτές. Αν δεν το καταλάβουμε απλά ρίχνουμε σταχτή στα μάτια μας.
Δεν είναι εύκολο να μπεις στο όνειρο του άλλου, δεν είναι σίγουρο ότι ο άλλος θα σε καταλάβει. Σχέσεις σαν τραύμα διαμπερές. Κύκλοι επάλληλοι, πόνος, χαρά, λύπη, ενθουσιασμός, ενοχές επιθετικότητα, είμαι – είσαι… Το ξέρω δεν υπάρχει ισότητα στην αγάπη όμως και η ανισότητα δημιουργεί παράπονα. Και αν πιάσει η νύχτα, εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, η φωνή της Κυρίας γίνεται ακόμα πιο βαριά και τα παράπονα μας πνίγουν...
“Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες, οι άνθρωποι κρύβονται στον ύπνο τους. Έξω κυκλοφορούν μόνο οι αλήτες, τα αδέσποτα και τα όνειρα, με τα χέρια στις τσέπες σε μια βόλτα χωρίς άγχος, αφού τέτοια ώρα ακόμα και τα πουλιά σωπαίνουν.
Αν οι καμπάνες της αγάπης έχουν σημάνει χωρισμό, τότε είναι αλήθεια πως παρατηρείται ένα μποτιλιάρισμα από παράπονα στον ουρανό, ενώ τα διανυκτερεύοντα περίπτερα ξεμένουν από τσιγάρα. Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες οι προδομένες αγάπες πάνε στην κόλαση.”
.................................................
Και εκεί που είσαι έτοιμος να κτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, έρχονται δυο στάλες λέξεις όπως οι παραπάνω και ξαφνικά καταλαβαίνεις γιατί σε σε κάθε λίμνη, ολόκληρη, η σελήνη λάμπει. Λάμπει γιατί ζει ψηλά.
Μισή ώρα πριν, αν οι δρόμο είχαν συνεννοηθεί και οι παράλληλοι, προσποιούνταν ότι τέμνονται, θα είχα ξεφορτωθεί, αυτό το βάρος. Μισή ώρα πριν. Και μόνο μια λέξη.

“Πάντα γελαστοί και γελασμένοι…

Το θυμήθηκα αυτές τις μέρες, μαζί με το δρόμο που δεν περπάτησα, το μυθιστόρημα που δεν έγραψα, όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, που ποτέ δεν ήμουνα με τους νικητές (με τις προτελευταίες που ήμουν, καλύτερα να μην ήμουν) και με εκείνο τον κόσμο που ονειρεύτηκα και ποτέ δεν άλλαξε…
Τι να πεις… όταν ο άλλος ερωτά και απαντά, όταν ενώ ακόμα ψάχνει τον εαυτό του, μπορεί να γνωρίζει τι κρύβει ο άλλος στη ψυχή του, όταν βαφτίζει με άλλες λέξεις την πραγματικότητα προσπαθώντας να την αποφύγει, σιωπάς… Και ακούς ευλαβικά την κυρία που παίζει δημιουργικά με τους τίτλους των τραγουδιών.
«Μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι.” Μεγάλη κουβέντα. Και ακόμα μεγαλύτερη εκείνο το “πάντα γελαστοί και γελασμένοι” οι φίλοι του Χάρου. Αυτός είναι ο ορισμός του ωραίου θανάτου. Γελασμένοι να φύγουμε. Τα έξυπνα πουλιά ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα, ας φτιάξουν πάλι εξάδυμους πύργους και σιδερένια χαμόγελα.
Εμείς θέλουμε να πεθάνουμε στον ίσκιο ενός ονείρου, στην άκρη μιας ιδέας, στην αγκαλιά μιας λυτρωτικής ψευδαίσθησης. Γελασμένοι, κοροϊδεμένοι, γοητευμένοι από ένα θαύμα που δεν καταφέραμε».
Στο κυνήγι για ακόμα ένα θαύμα, που πάλι δεν θα καταφέρουμε, γιατί ποτέ δεν πιστέψαμε στα θαύματα, αντίθετα δώσαμε όλο μας το είναι σ’ αυτή την πανέμορφη διαδρομή. Και προχωράμε και προχωράμε... για να μην φτάσουμε ποτέ...

Αχ χρόνε…

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα. Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στον δι...