Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Μια χάντρα πέφτει. Μια χρονιά

Είναι άνοιξη. Και μόνο το φως υπενθυμίζει την αναγέννηση. Γεννημένος το Μάη, άκοπα με μια ανάσα, έτρεχα στη ξέγνοιαστη κατηφόρα που βγάζει στη πόρτα του καλοκαιριού.


Αλήθεια ποια προσμονή φέρνουν οξύτερη οι γιορτές; Πάνω απ' όλα ο χρόνος. Κάνοντας κύκλους αναλογίζεσαι, πόσος χρόνος σού λείπει, πόσο στριμώχνεσαι καθημερινά, πόσο γρήγορα κυλάει η ζωή μες στις ελλείψεις και τις αναβολές. Αμείλικτος ο χρόνος.
Κάποιες στιγμές όταν γυρίζω πίσω, νομίζω ότι έζησα αιώνες και κάποιες άλλες... λες και ήταν χθες.
Τι να σου κάνει και αυτή η μνήμη, όταν τη φορτώνεις με όλες τις ιστορίες που άκουσες. Με όλα τα βιβλία που διάβασες και όλες τις ταινίες που παρακολούθησες.
Αν προσθέσεις τα παραμύθια, που έχουν γαντζωθεί πάνω της, από τις μονοψήφιες ηλικίες, τα όνειρα που έζησες στον ύπνο σου ή στο ξύπνιο σου και όλες τις αλήθειες και τα ψέματα που με τα χρόνια έγιναν ένα, μη περιμένεις σωστούς λογαριασμούς.
Μια μνήμη έχουμε χειμώνα καλοκαίρι, κάποιες στιγμές τα λίγα χρόνια της ζωής μας που προηγήθηκαν, τα μετράει αιώνες και κάποιες άλλες που ξεχνάει το φορτίο στο σπίτι, οι αιώνες γίνονται ώρες. Λες και ήταν χθες.
Ας γυρίσουμε στους Μάηδες που σβήναμε κεριά και ας ζήσουμε και τώρα που δεν σβήνουμε, αυτό που ξέρουμε καλά.
Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω. Κάτι μου ανακόπτει τον ενθουσιασμό, όταν το σήμερα μου φέρνει στο νου τα παιδικά καλοκαίρια . Και όμως ίδια είναι τα αρώματα ίδιες και οι μουσικές. Και θάλασσα ολόιδια εκεί πάντα να περιμένει πότε ήρεμη και πότε αγριεμένη.
Μπορεί εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια να μεταγγίζουν δυνάμεις, δημιουργούν όμως και ένα πρόσθετο βάρος που ανακόπτει τη χαρά και φυλακίζει τα όνειρα.
“Είσαι ένα κλαράκι, μπορεί κομψό, κι ανθεκτικό ίσως, μα κλαράκι – και αρμενίζεις ανέλεγκτο στα νερά του ποταμού. Όσο πιο νέος, τόσο πιο χαρίεν το κλαράκι, τόσο πιο παιγνιώδες το αρμένισμα, οι πτώσεις στον καταρράκτη, οι προσκρούσεις στις όχθες.” γράφει ο Νίκος Ξυδάκης. “Όσο μεγαλώνεις, οι πτώσεις πονάνε, δυσκολεύεσαι να κρατήσεις το κεφάλι έξω απ’ το νερό, η ανάσα λιγοστεύει. Το ποτάμι, θολό. Το ποτάμι, ο χρόνος. Σε διαπερνά το πέρας, αισθάνεσαι ότι η ροή κάπου τελειώνει για σένα, σε περιμένει η εκβολή, στο σχεδόν ορατό βάθος περιμένει η θάλασσα. Μια χάντρα πέφτει. Μια χρονιά. Αχνολαχταράς ότι η χάντρα που έρχεται δεν θα μοιάζει με την προηγούμενη. Γνωρίζεις όμως κιόλας ότι θα μοιάζει. Οι μέρες ίδιες θα κυλούν, το βάρος τους θ’ αυξάνει. Είπαμε δα: ο χρόνος μάς κάνει σοφότερους, πιο κυνικούς, και από μια χάντρα πιο ευάλωτους. Η σοφία των ουλών.
Κοιτάς γύρω. Ο χρόνος είναι λιγοστός για τους περισσότερους που ξέρεις. Μπορούμε να διανοηθούμε να ζούμε τώρα με την τότε αίσθηση χρόνου, με την τότε πλησμονή του χρόνου; Δεν μπορούμε. Είμαστε το παρόν μας. Το παρελθόν, ακόμη κι αν το κρατάμε στη μνήμη μας, είναι στάχτη”

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Κάτι θα γίνει θα δεις…

Ανάσταση και Πρωτομαγιά: Εμείς που δίνουμε σημασία στους συμβολισμούς, τα συνδυάζουμε αυτά τα δύο, τα ερμηνεύουμε με τα όνειρά μας, «κάτι θα γίνει θα δεις» λέμε. Το Μάη λένε πως θα βρέξει και μπορεί να συμβεί. Το Μάη όμως δεν χρειάζεται να πουν πως θα ανθίσει και ανθίζουν όλα. Και επειδή κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ο Μάης ο κόκκινος, πάντα κόκκινος μένει και όχι από τις παπαρούνες.


1η του Μάη, των λουλουδιών πλέον. Αργία τα τελευταία χρόνια. Και όχι απεργία. Λήθη και όχι μνήμη. Την έκαναν τη δουλειά τους τελικά. Αυτά που χάθηκαν και μας οδήγησαν δεκαετίες πίσω χάθηκαν. Ο χρόνος που προηγήθηκε, υπήρξε καταλυτικός. Ισχυρές δόσεις, μαζικής
ενοχοποίησης, συνοδευόμενες από μια άνευ προηγούμενου κινδυνολογία, κατάφεραν να ακινητοποιήσουν την κοινωνία, που παρακολουθεί μουδιασμένη και ανήμπορη ν’ αντιδράσει, μπροστά στη γιγαντιαία επιχείρηση αφαίμαξης κατακτήσεων δεκαετιών.
«Οι Πρωτομαγιές της πατρίδας μας δεν κατόρθωσαν ποτέ να πείσουν για τις λουλουδιαστές προθέσεις τους. Οι εκρήξεις των χρωμάτων τους ξέβαφαν γρήγορα μπροστά στο σκουροκόκκινο των πληγών, τα τραγούδια τους έφερναν άλλοτε σε οργισμένα θούρια κι άλλοτε σε μοιρολόγια και το ροδόσταμό τους έπαιρνε μια γεύση στάχτης. Κάτω από τον ακκισμό των περίτεχνα πλεγμένων στεφανιών όλο και ξασπρίζουν τα ξόδια αθροιζόμενων συνοικιακών επιταφίων και η ζέστη δε στεγνώνει την υγρασία των τελευταίων ασπασμών”.
Μοιραίο είναι σ’ αυτή την πατρίδα να μη θριαμβεύουν οι Πρωτομαγιές. Και πώς αλήθεια; Όλου του κόσμου τα
μπουκέτα φτάνουν να κρύψουν τ’ αγκάθια της μνήμης κι όλα των νερών τα κελαρύσματα μπορούν να σβήνουν την αλμύρα των δακρύων;»
Τον Μάη λένε πως θα βρέξει και μπορεί να συμβεί. Το Μάη όμως δεν χρειάζεται να πουν πως θα ανθίσει και ανθίζουν όλα. Και επειδή κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ο Μάης ο κόκκινος, πάντα κόκκινος μένει και η ελπίδα πάντα παρούσα, επιμένει. Κάτι θα γίνει θα δεις…

Μεγάλη Παρασκευή… σαν Mεγάλη Παρασκευή

Ξύπνησα, σήμερα φορτωμένος με όλο το άγχος, τον τρόμο και την αγωνία των ημερών που κουβαλάω από τα προηγούμενα χρόνια. Πότε θα κλείσουν οι δρόμοι; που θα βρω ένα μονοπάτι να ξεφύγω από τα στίφη, που κατακλύζουν το νησί. Ουφ ξέχασα, είμαστε κλειδωμένοι, εκτίουμε το δεύτερο έτος της ποινής που μας έχει επιβληθεί , για την αμετροέπειά μας, για την απληστία μας για την βλακεία μας. Φυσικά και δεν είναι για τα παραπάνω, αλλά θα μπορούσε με αυτά που έχουν προηγηθεί.

Ποιος θα το πίστευε... Μεγάλη Παρασκευή, σαν μεγάλη Παρασκευή. Νεκρική σιγή.
Περπατούσα στην άδεια πόλη. Φυσικά και δεν είμαι ευχαριστημένος μ’ αυτήν την εικόνα, μου προκαλεί θλίψη η ερημιά, όπως μου προκαλούσε θλίψη και οργή η παράνοια των εορταστικών εκδηλώσεων που ζούσαμε τα προηγούμενα χρόνια.


Δεν θα διαλέξω ανάμεσα στην ερημιά και στην παράνοια, δεν είμαι ανάμεσα σε εκείνο ή σε τούτο, θέλω να ζήσω την κατάνυξη των ημερών, με το βάρος της παράδοσης, τις λιτανείες, τις λατρευτικές τελετές, τα έθιμα και τις εκδηλώσεις, που συνθέτουν το μοναδικό κερκυραϊκό Πάσχα. Το δικό μας Πάσχα. Το Πάσχα, που αποτελεί εμβληματικό στοιχείο της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.
Έχω μπροστά μου την άδεια πόλη, ένα μοναδικό σκηνικό. Ας οραματιστούμε, είναι η ευκαιρία να ξαναγεννηθεί, το πιο όμορφο Πάσχα και να μην είναι ψέμα.
Γιατί φέτος που έχουμε ησυχία μπορούμε να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.
Θυμάστε ένα οργισμένο κείμενο που είχα γράψει εδώ και 5 χρόνια; Αυτά που έγραφα τότε δεν ήταν μια αιρετική θέση, ήταν η γνώμη της μεγάλης πλειοψηφίας των Κερκυραίων. Σήμερα που τ΄ ακούω και τα διαβάζω από άλλους συμπατριώτες μας, ελπίζω ότι το επόμενο ελεύθερο Πάσχα, οι εορταστικές εκδηλώσεις θα έχουν την ποιότητα που μας αξίζει.
Καλή Ανάσταση
http://marmenis.blogspot.com/2016/05/blog-post.html
Για όσους δεν έχουν διαβάζει το οργισμένο κείμενο...

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Σαν παιδιά που ορφάνεψαν νωρίς

Γράφτηκε στο κατώφλι του 2000 κάθε χρόνο και πιο βαρύ το στομάχι και η σόδα αποδεικνύεται ανίσχυρη. "Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη. Χρόνια τώρα σκάβουμε επί τόπου, στο ίδιο μαύρο χώμα. Ο λάκκος κοντεύει να μας σκεπάσει και εμείς όλο και πιο βαθιά. Αρχίσαμε με δραστήρια χέρια και διάθεση πολλή. Με φλογερά μάτια, ανέμελα ρούχα, γένια και μακριά μαλλιά. Με πολλά οράματα και την αφίσα του Τσε πριν γίνει μόδα κρεμασμένη στη ψυχή μας.


Εκείνη η παρέα είχε σκορπίσει, δυο, τρεις βρισκόμαστε που και που.
Εκείνο το βράδυ είχαμε μαζευτεί στο σαλόνι. Πίναμε κρασί και καπνίζαμε. Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη. Το ύφος δεν είχε αλλάξει, και μπορεί να είμαστε σήμερα από σαράντα μέχρι πενήντα, διαθέτουμε όμως όλη εκείνη την εμπειρία του παλιού ιδεολόγου συνωμότη. Η συζήτηση είχε ανάψει, το κρασί και ο καπνός είχαν διώξει τις ανέσεις του σύγχρονου τοπίου. Στην σπαρτιάτικη φοιτητική γκαρσονιέρα, να παρακολουθούμε την εξέλιξη της εξέγερσης του Μάη του 1968 και να κάνουμε σχέδια για την ανατροπή της χούντας. Το πάθος, η οργή, ο ενθουσιασμός και η πίκρα, που κυριαρχούσαν στην αναπαράσταση θα μπορούσαν να ξεγελάσουν και τον πιο υποψιασμένο. Πως θα μπορούσε όμως να γίνει μια συζήτηση, από παλιούς πρωταγωνιστές χωρίς να δημιουργηθεί ένα τέτοιο κλίμα; Με όλα αυτά και ας ήταν "δήθεν".
Μετά τις απαραίτητες αντεγκλήσεις, η ώρα της αυτοκριτικής. Τι έφταιξε; Ποια λάθος γραμμή τραβήξαμε; Τι έπρεπε να ακολουθήσουμε; Στο τραπέζι τώρα ο καθένας εισέπραττε τα λάθη του, και φορτώνονταν τις ευθύνες. Μαλώναμε κιόλας για να γίνουμε πιο πιστευτοί, έτσι όπως παλιά, μόνο που έλειπε το συναισθηματικό αντίκρισμα. Το γνωρίζαμε όλοι στην παρέα, ο καθένας όμως ξεχωριστά. Την ήττα ποτέ δεν θα την παραδεχτούμε.
Οι περισσότεροι από την παρέα των οδοφραγμάτων ασχολούνται με τα οικονομικά και επενδύουν στο χρηματιστήριο. Άλλοι έχουν γίνει νεορθόδοξοι ή χορτοφάγοι, οικολόγοι και οπαδοί του Δαλάι Λάμα. Κάποιοι δεν μπορούν να σηκώσουν κεφάλι από τις αναποδιές και εμείς εδώ να βρισκόμαστε κάθε τόσο και να αναμασάμε τις αναμνήσεις.
Η σημερινή δημοκρατία δεν μας εμπνέει την έξαρση για κάποια δράση, η νέα εποχή μας βρίσκει ανόρεχτους και σαστισμένους σαν παιδιά που ορφάνεψαν νωρίς.
Εκείνο το βράδυ η επανάσταση του σαλονιού πνίγηκε στα γαλλικά κρασιά. Συζητήσαμε, διαφωνήσαμε, τσακωθήκαμε, τραγουδήσαμε και θα το επαναλάβουμε.
Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, οι αναμνήσεις μου βάραιναν το στομάχι, αναζήτησα επειγόντως μια σόδα, είχα ξεχάσει το πολύ και εκλεκτό φαγητό που είχε προηγηθεί της επαναστατικής πράξης..." 

Το θέμα δεν είναι η πολιτική. Είναι η ζωή

Είναι κάποιοι αναγκαίοι, συμβιβασμοί που εκμεταλλεύονται το θολό τοπίο που κυριαρχεί μέσα μας, και γίνονται επιλογή μας. Με τα ίδια στενά παπούτσια, θα συνεχίσουμε τη διαδρομή, μέχρι να ξεκαθαρίσει μέσα μας, ότι η τελική ετυμηγορία, δεν θα μετατραπεί σε βραχνά, εκείνες κυρίως τις ώρες, που είμαστε έτοιμοι να ονειρευτούμε.


“Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;” Ρωτάμε και απάντηση δεν έχουμε. Στην ίδια οικεία διαδρομή, με τα στενά παπούτσια να μας πρήζουν τα πόδια. Μέχρι η κατάφαση να μας χαρίσει ελευθερία, θα πορευόμαστε εξαντλώντας κάθε όριο της υπομονής μας και της ανοχής, πρωτίστως στον εαυτό μας.
Ο κόσμος μου έχει αρχίσει να ξηλώνεται. Τα προσωπικά μου αντίβαρα χαρταετοί, η μαρξιστική θεωρία χάρτινη πανοπλία. Τι άλλο πρέπει να κάνουμε για να μην έχουμε μία από τα ίδια ; “Πολέμα τον εχθρό σου δια μέσου του εχθρού σου”, χωρίς δεύτερη σκέψη η απάντηση, από τους όψιμους συντρόφους της αριστεράς. Όλες οι μεγάλες κουβέντες αλήθεια είναι, μόνο που επιβεβαιώνονται κατά περίπτωση, και στη δική μας την περίπτωση, φαίνεται πως μας βολεύει η πεπατημένη. Αν κάναμε όμως και δεύτερη σκέψη, πάλι μια μεγάλη κουβέντα, θα στερέωνε τα βήματα μας. Γιατί: “Ο εχθρός του εχθρού μου δεν είναι φίλος μου. Συνήθως -αν συμμαχήσεις- όταν νικήσετε τον κοινό εχθρό, σου μένει αμανάτι ένας «φίλος» που είναι τρεις φορές χειρότερος από τον νικημένο εχθρό σου.”
Γιατί σύντροφοι της αριστεράς και της προόδου, “Δεν πιστεύω πως πρέπει να αλλάζουμε κατά περίσταση και να φοράμε άλλοτε προβιά και άλλοτε λεοντή, για να περάσει η μπόρα. Η μυρωδιά τους μετά, δεν φεύγει με τίποτα. Ακόμη κι αν δεν το ξέρουν οι άλλοι, το ξέρουμε εμείς.”
Το θέμα δεν είναι η πολιτική. Είναι η ζωή μας. Και επειδή δεύτερη ζωή δεν έχει... καλό είναι να ξαναθυμηθούμε τις τελευταίες κουβέντες του Πωλ Μπόουλς
από την ταινία «Τσάι στη Σαχάρα» «Επειδή δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε, βλέπουμε τη ζωή σαν ανεξάντλητο πηγάδι. Κι όμως, όλα συμβαίνουν μόνο ορισμένες φορές κι αυτές είναι ελάχιστες. Πόσες φορές θα θυμάσαι ένα απόγευμα των παιδικών σου χρόνων, ένα απόγευμα που είναι τόσο βαθιά μέρος της ύπαρξής σου, ώστε δεν μπορείς να διανοηθείς τη ζωή σου χωρίς αυτό; Ίσως τέσσερις ή πέντε φορές. Ίσως, ούτε καν τόσες. Πόσες φορές θα δεις την πανσέληνο να ανατέλλει; Ίσως είκοσι. Κι όμως, όλα φαίνονται απεριόριστα…».

Άνοιξη όμως...

Το έχω απαιτήσει παλαιότερα, ακόμα προσπαθώ να το πω. Το «κάτι θέλω να πω», δεν αφορά ένα γεγονός, δεν αφορά κάποιους ανθρώπους, αφορά μια ολόκληρη περίοδο. Είναι ασύνδετες λέξεις, που χρειάζεται πάραυτα να μπουν στη σειρά και να ορίσουν τη στάση μας, απέναντι στην πραγματικότητα.


Κωμωδία φάνταζε στα μάτια μας όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα κόπηκαν τα γέλια. Κρύφτηκαν οι λέξεις. Το «κάτι θέλω να πω», είναι αυτό που ψάχνω, για το πώς φτάσαμε έως εδώ. Να ξεκαθαρίσω τις ευθύνες του πληθυντικού και του ενικού. Να περάσω μέσα από το προσωπικό, στο συλλογικό.
Δυστυχώς οι ορισμοί δεν μπορούν να αποδώσουν, το κωμικοτραγικό, όπως αυτό εμφανίζεται στις μέρες μας. Το «κάτι θέλω να πω», δείχνει την αγωνία να βρω κάτι στέρεο, να πατήσω. Προσδιορίζει το στάδιο της προσμονής και δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα της προσπάθειας.
Το «κάτι θέλω να πω», είναι αυτό που δεν ξέρω ακόμα, σαν σχήμα, σαν μορφή, σαν απόδειξη. Ξέρω όμως, που έχει φωνή, έχει ψυχή, έχει την αποφασιστικότητα εκείνη, που δίνει κουράγιο να ξεκινήσει την εξερεύνηση.
Αν φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι της ρώσικης κούκλας, «μπορεί να συμβαίνει και αυτό». Τους βάλαμε στη σκηνή για να γελάσουμε, δεν προσδοκούσαμε κάτι, όμως αυτοί πολύ γρήγορα μας έδειξαν το ταλέντο τους στην τραγωδία, αυτήν που δεν παρακολουθούμε, αυτήν που ζήσαμε και ζούμε.
Μπορεί η νίκη από την ήττα να είναι ένα βήμα απόσταση, αυτό όμως δεν σημαίνει πως εμείς δεν θα περπατήσουμε. Τέρμα τα γέλια, τέρμα τα παιγνίδια στις πλάτες των παιδιών μας .
Το «κάτι θέλω να πω» είναι η μαγιά, για να βρεθούν οι λέξεις.
Να δούμε τον κόσμο με άλλο μάτι. Να δούμε τον κόσμο με μάτια, που μας τα κρατά ορθάνοιχτα η παγκοσμιοποίηση της επικοινωνίας. Να δούμε τον κόσμο με τα μάτια των παιδιών, που περιφέρονται στο διαδίκτυο και φτιάχνουν φανταστικές παγκόσμιες παρέες. Να δούμε τον κόσμο με συλλογική συνείδηση.

Η βλακεία στην εξουσία

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές, τι είναι αυτό που μεταμορφώνει τους ανθρώπους - προς το χειρότερο φυσικά - όταν αποκτήσουν εξουσία; Δεν πρόκειται βεβαίως για εξαιρέσεις, αλλά για τον κανόνα. Είναι φαίνεται, νόμος της φύσης, όσο περισσότερο αναπτύσσεται η ψευδαίσθηση της δύναμης, τόσο λιγότερο χρειάζεται να λειτουργεί ο εγκέφαλος. Και όταν δεν λειτουργεί είναι προφανές ότι οδηγούμαστε σε βλακείες


Η απατηλή και προσωρινή ψευδαίσθηση που δημιουργεί η εξουσία έχει και μία άλλη ιδιότητα: δημιουργεί πάθη, αντιπάθειες και εμμονές. Πάνω απ' όλα εμμονές στο λάθος και στη βλακεία.
Οι τρεις βαθμίδες της διανοητικής καθυστέρησης: μωρία, βλακεία και ηλιθιότητα, είναι αδελφές με αντίστοιχες βαθμίδες της εξουσίας. Έπαρση, καβάλημα καλαμιού, παθολογική εμμονή.
Πόσο πιο εύκολη και πετυχημένη θα ήταν η ζωή όλων αυτών που ασκούν εξουσία, πόσο θα προστάτευαν την υστεροφημία τους, πόσο πιο αποδεκτοί θα γίνονταν, αν ευκαιρούσαν να διαβάσουν και να εφαρμόσουν μόνο ένα απόφθεγμα «Τον άρχοντα τριών δει μεμνήσθαι: πρώτον μεν ότι ανθρώπων άρχει, δεύτερον ότι κατά νόμους άρχει, τρίτον ότι ουκ αεί άρχει» Ο άρχων πρέπει να έχει κατά νουν τρία πράγματα: πρώτον, ότι διοικεί ανθρώπους ,δεύτερον, ότι διοικεί σύμφωνα με τους υφιστάμενους νόμους της πολιτείας και τρίτον, ότι δεν είναι αιώνιος άρχων.
Δυστυχώς, όπως έγραψε ο Νίτσε “Η εξουσία αποβλακώνει», Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες.
Και κάτι ακόμα, αυτοί που ασκούν εξουσία δεν γίνονται ήρωες, δεν γίνονται σύμβολα, δεν μπαίνουν στην καρδιά μας. Δεν γίνονται αφίσες σε εφηβικά δωμάτια, ούτε τυπώνονται σε μπλουζάκια που φοριούνται κατάσαρκα. Αν ο Τσε Γκεβάρα είχε ασκήσει εξουσία στην Κούβα τίποτα δεν θα ήταν σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ξεκίνησε να παίρνει την κατιούσα, ο μύθος του άρχισε να μεσουρανεί. Μετά την δολοφονία του, τον λάτρεψε η νεολαία όλου του κόσμου, έγινε σύμβολο, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά, ότι για να λατρευτεί ο επαναστάτης, πρέπει να αποτύχει, διαφορετικά, καταντά ένας ακόμα μισητός δικτάτορας.

Αχ χρόνε…

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα. Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στον δι...