Τρίτη 20 Αυγούστου 2024

Ακόμα έχω την γεύση και το άρωμα από τα μπισκότα «Σπίγγος»

Αυτό είναι καλό! Να περνάει ένας χρόνος και συ να μένεις εκεί που ήσουν, αμετακίνητος. Στα παιδικά πλάνα, που δεν έρχονται να σε βρουν, που πας εσύ εκεί, όχι για να γίνεις παιδί αλλά για να ξαναβαπτιστείς αθώος...

“Στο μυαλό μου τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, τους είχα συνδυάσει με τα άγουρα και τα ώριμα φρούτα, το “γιώτα” δεν στάθηκε ποτέ ικανό να τους δέσει. Το “νι” από εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες, που οι ηδονές ήταν σε αναστολή, ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά”.
Την 1η Ιουλίου την έχω συνδέσει με το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων, ακόμα έχω την γεύση και το άρωμα από τα μπισκότα “ Σπίγγος” που αγοράζαμε από τους πανηγυριώτικους πάγκους.
“Η νοσταλγία τυλίγει, διαπερνά τα κόκαλα, σαν το αγιάζι, θολώνει τα γυαλιά• αγλαϊζει και διηθεί, ξεγελά. Ο,τι θέλει κρατάει.” γράφει ο Νίκος Ξυδάκης.
Κρατάς γεύσεις, μυρωδιές, ήχους, βουβές εικόνες, με χρώματα Kodachrome, σβησμένα, από μηχανή ινσταμάτικ. Τα χρόνια προβάλλονται ανάκατα μες στο παρόν, μεταποιούνται.
Όσο περνάει ο καιρός, έχω την αίσθηση ότι περισσεύω σε ένα παρελθόν που προσπάθησα να γίνει μέλλον, γιατί αυτό που ήθελα, ήταν μόνο το μέλλον του.


Με απασχολεί έντονα τα τελευταία χρόνια. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω. Κάτι μου ανακόπτει τον ενθουσιασμό, όταν το σήμερα μου φέρνει στο νου τα παιδικά καλοκαίρια. Και όμως ίδια είναι τα αρώματα ίδιες και οι μουσικές. Ίδια και η γεύση της φράουλας. Και η θάλασσα ολόιδια όπως τότε , που για πρώτη φορά κατάφερα να κολυμπήσω μέχρι το δεύτερο βράχο της "Αστραπής" στους «Έρμονες».
Μπορεί εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια να μεταγγίζουν δυνάμεις, δημιουργούν όμως και ένα πρόσθετο βάρος που ανακόπτει τη χαρά και φυλακίζει τα όνειρα.
Αλλιώς σε ταξιδεύει η θάλασσα στα παιδικά σου . Αλλιώς σήμερα. “Θάλασσα πλατιά μόλις προλαβαίνεις μια ματιά...”
Είναι ο χρόνος τελικά, αυτός μας προσθέτει το βάρος και ανακόπτει τον ενθουσιασμό, όχι γι' αυτά που ζούμε, αλλά απ’ αυτά που περιμένουμε. 

Τι θα πει ίσως; Ναι ή όχι λέει ο κόσμος

Αλήθεια τι θα πει κεντροαριστερά και τι κεντροδεξιά; Για πολιτική μιλάμε και όχι για γεωμετρία. Ορθά αναφέρει μεταξύ άλλων σε άρθρο του ο Λευτέρης ο Χαραλαμπόπουλος:

«Κάποια στιγμή πρέπει να συμφωνήσουμε ότι το «Κέντρο» είναι μια ιδεολογική κατασκευή και όχι κάτι που αντιστοιχεί στην πραγματικότητα - μια κατασκευή με θεμέλιο λίθο την πελατειακή προσέγγιση.
Τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια να πειστούμε ότι η μόνη πολιτική τοποθέτηση που είναι «νόμιμη» και συνετή είναι αυτή του «κεντρώου», στο «κέντρο» σε ασφαλή και ίση απόσταση από τα «καταδικαστέα» άκρα.


Μόνο που αυτό σημαίνει να αναφερθούμε σε έναν πολιτικό χώρο που δεν υπάρχει, είναι μια μαγική εικόνα για την πολιτική, η οποία έχει στον πυρήνα της την σύγκρουση απόψεων, ιδεολογιών, οραμάτων.
Σήμερα το «Κέντρο» είναι ο πολιτικός χώρος που βασικά λέει ότι «ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο», εννοώντας ότι τίποτα δεν πρέπει ή δεν είναι εφικτό να αλλάξει, και ότι οι βασικές πολιτικές επιλογές είναι αυτές που ορίζουν οι «αυτόματοι πιλότοι» των αγορών και της παγκοσμιοποίησης, δημιουργώντας φοβισμένες κοινωνίες χαμηλών προσδοκιών.
Ο χώρος που αντιμετωπίζει με δυσπιστία, ενίοτε και εχθρότητα – συχνά αυταρχική – κάθε κοινωνικό κίνημα, που διεκδικεί αλλαγή πόσο μάλλον αν επιδιώκει ανατροπή κατεστημένων οικονομικών και κοινωνικών δομών. Ο χώρος που ναι μεν επιμένει και υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά άμα χρειαστεί και τον βολεύει κάνει και τα στραβά μάτια στα pushbacks. Γιατί η βασική αρχή των «ισαποστάκηδων», είναι ότι όλα είναι σχετικά, θέμα ανάγνωσης κατά το δοκούν και το επιβληθέν από τη συγκυρία και το συμφέρον, δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές, ούτε σαφείς τοποθετήσεις.
Είναι ουσιαστικά η πολιτική ταυτότητα των πολιτικών που δεν θέλουν να κάνουν πραγματικά πολιτική – αλλά εμφανώς επιδιώκουν να διαχειριστούν εξουσία – και των πολιτών που ολοένα και περισσότερο δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε πολιτική και κατανάλωση και κατά βάση θέλουν να τους αντιμετωπίζουν ως πελάτες. Όποιος κάνει την καλύτερη προσφορά κερδίζει την εύνοιά τους, η πολιτική ως συναλλαγή, ο ορισμός της πελατειακής σχέσης….»
Από μικρός είχα πρόβλημα με τις συλλογές, αν μου έλειπε μια φωτογραφία από το άλμπουμ των φωτογραφιών που βρίσκαμε στις γκοφρέτες, το πετούσα, αυτό συνεχίστηκε για να επιβεβαιώσει τις ακραίες μεταβαλλόμενες θέσεις μου, ποτέ στη μέση, η χρυσή τομή, είναι λοβοτομή.
“Τι επιθετική λέξη αυτό το “ίσως”, μου υπενθυμίζει μια βραχνή φωνή, από ραδιοφώνου. Τι Ίσως! Δηλαδή ζήσε στην αμφιβολία, μείνε ακίνητος στο σταυροδρόμι, διότι ο σωστός δρόμος ίσως να είναι αυτός, ίσως και να είναι ο άλλος, δώσε δέκα χρόνια απ’ την ζωή σου γιατί ίσως έρθει αυτός που έφυγε. Άσε με κάτω. Εγώ θέλω τους καθρέπτες να έχουν μνήμη, να βρω τις παιδικές μου δαχτυλιές και τις εφηβικές γκριμάτσες…” 

Η Πόλη καρκινοβατεί…

Στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου, θα εφαρμοστεί και πάλι το μέτρο απαγόρευσης των οχημάτων στο ιστορικό κέντρο από τις 8.00 το βράδυ. Ασπιρίνες... και ο καρκίνος δεν γιατρεύεται με ασπιρίνες. Η πόλη καρκινοβατεί.

Πάντα αυτός ο τόπος λειτουργούσε χωρίς κανόνες, μόνο που παλαιοτέρα μας χωρούσε. Λιγότερα αυτοκίνητα, λιγότεροι επισκέπτες, λιγότερα μαγαζιά, έδιναν την ευχέρεια να απορροφηθούν οι κακές συνήθειες, εκπαιδευτήκαμε όμως προς το χειρότερο και τώρα που το πρόβλημα έχει γίνει εκρηκτικό, εμείς συμπεριφερόμαστε λες και είναι Κυριακή πρωί.
Τις προάλλες υπήρξα μάρτυρας, για να μην πω μαρτύρησα, από ένα μποτιλιάρισα λεωφορείων στην περιοχή του Μον Ρεπό. Βγάλτε επιτέλους αυτά τα γαμημένα λεωφορεία, ανοιχτά ή κλειστά από την πόλη. Πόσα χρόνια θα το λέτε και πόσα χρόνια ακόμα θα τα ανεχόμαστε.


Ο δημόσιος χαρακτήρας ολόκληρης της Κέρκυρας πλήττεται βάναυσα τα τελευταία χρόνια. Με μια βόλτα στην πόλη αντιλαμβάνεται κανείς, ότι λειτουργούμε στον αυτόματο. Και όχι στον αυτόματο πιλότο. Η εικόνα εξαρτάται από τις καλές ή τις κακές προθέσεις του κάθε επιχειρηματία και είναι φυσικό. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ένα σχέδιο διαχείρισης, στην ουσία λειτουργούμε χωρίς κανόνες, με αποτέλεσμα, προβλήματα που θυμάμαι να γράφω από την δεκαετία του ‘ 80 να τα βρίσκω σήμερα και πάλι μπροστά μου. Πολύ πιο οξυμένα φυσικά.
Πόσο πιο απλά να το πούμε: Πόλη, χωρίς κανονισμό λειτουργίας δεν μπορεί να λειτουργήσει. Δυστυχώς καμία δημόσια αρχή μέχρι σήμερα, δεν άγγιξε αυτό που λέμε με δύο λέξεις “ Δημόσιος Χώρος” Καμία δεν μπήκε στον κόπο, να εφαρμόσει ένα σχέδιο κανόνων προς όφελος των δημοτών, των επισκεπτών και των επιχειρηματιών. Γιατί εν τέλει από την εύρυθμη λειτουργία μιας πόλης βγαίνουν όλοι κερδισμένοι.
Έχω δει πολλά σχέδια μέχρι σήμερα επί χάρτου, έχω δει την πόλη ζωγραφισμένη με δρόμους που επιτρέπεται η χρήση του εξωτερικού χώρου και άλλους που απαγορεύεται. Με δρόμους που μπορείς να κοιμηθείς και με δρόμους που μπορείς να διασκεδάσεις. Όλα αυτά επί χάρτου βεβαίως. Κάποια στιγμή εδώ και χρόνια μπήκαν και σε διαβούλευση και ποτέ δεν βγήκαν.
Δυστυχώς αυτοί που μετρούν το πολιτικό κόστος, δεν ξέρουν αριθμητική, αν ήξεραν θα μπορούσαν να υπολογίσουν το δικό τους όφελος, που είναι πολλαπλάσιο του κόστους.
Αγορά. Έργο Άγγελου Γιαλλινά

Αυτήν την εποχή συνήθως κάνει ζέστη…

Ανυπόφορη ζεστή σήμερα, όπως και πέρυσι και πρόπερσι και κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Πρώτη είδηση ο καύσωνας. Τι να πω. Να θυμίσω έχουμε 11 Ιουλίου και συνήθως έχουμε υψηλές θερμοκρασίες αυτήν την εποχή. Μόνο την φωτογραφία θα αλλάξω από πέρυσι.

Η ζέστη και η υγρασία επιβαρύνουν την αναζήτηση. Αιτιολογίες για το κενό, δικαιολογίες για το τίποτα.
Εκεί που χρησιμοποιούσα μικρές προτάσεις και τελείες, γέμισα μακρινάρια και ερωτηματικά, έχω και σένα συμπάσχουσα του ραδιοφώνου, που μου προσθέτεις κι’ άλλα...


“Ο έρωτας ή η νοσταλγία που μας ταράσσει πιο πολύ; Το γινόμενο ή το αγίνωτο μας κρατάει ζωντανούς; Αυτά που χάσαμε ή αυτά που έχουμε κλαίμε; Αναπάντητα ερωτήματα για ζωές που δεν τρομάζουν να σύρονται σε μάχες καρδιά με καρδιά. Που κοιτούν κατάματα την θάλασσα και τις υπόσχονται πως δεν θα πνιγούν σε μια κουταλιά νερό άλλα σε κάτι λιγότερο.”
Και με το καύσωνα τρίβω από χαρά τα χέρια μου, όπως με κάθε εμφάνιση ακραίου φυσικού φαινομένου. Μου αρέσει να νοιώθω τη θέρμη της ταράτσας στις πατούσες μου όταν έχει δύσει ο ήλιος.
Λατρεύω τις χιονοθύελλες και τις ανεμοθύελλες. Τις μπόρες, τις καταρρακτώδεις βροχές και τις πλημμύρες. Τις αστραπές και τις βροντές που τρίζουν τα πατώματα. Τη λάβα του ηφαιστείου να με κυνηγά. Το χαλάζι, Α! το χαλάζι, σαν καρύδι να πέφτει και να κτυπά η κάθε του μπίλια τη λαμαρίνα, ηχεί στα αυτιά μου σαν πιρουέτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Τη θάλασσα να φουσκώνει, δείχνοντας ότι τη στενεύει το φουστάνι. Τη θάλασσα γυμνή να διεκδικεί με αξιώσεις το μερίδιο της από τη ξηρά. Μόνο ο σεισμός με αφήνει αδιάφορο, ίσως γιατί δεν είναι ορατός και η καταστροφή που επιφέρει προέρχεται από μαχαιριά πισώπλατα.

Εθελοντής πυροσβέστης

Το νερό λιγοστεύει επικίνδυνα, με τα απορρίμματα έχουμε μπλέξει άσχημα. Τα οχήματα μας έχουν πνίξει και η στέγη από ανάγκη έχει περάσει στα είδη πολυτελείας. Προβλήματα που πρέπει να απασχολήσουν το σύνολο της κοινωνίας και τον καθένα χωριστά, αν θέλουμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας σε αυτόν τον τόπο.

Όταν πιάνω τον εαυτό μου να βρίσκεται για πολύ χρόνο από την πλευρά της άρνησης γυρίζω πίσω. Τι προσφέρουν λέω οι σχολιασμοί, όταν οι φωτιά βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής; Και η φωτιά δεν κάνει διακρίσεις, καίει ό,τι βρει στο διάβα της, αμέσως δηλώνω εθελοντής ακολουθώντας τους πυροσβέστες, ακολουθώντας, εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας, που δεν σχολιάζει, δεν γκρινιάσει αλλά συμμετέχει στην προσπάθεια την κοινή.


Φυσικά και υπάρχουν πολλοί που που ανιδιοτελώς προσφέρουν σε διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες. Φυσικά υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας που δεν περιορίζεται σε σχολιασμούς, που αντιστέκεται έμπρακτα στην απάθεια, που στέκεται αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται, που αμύνεται κόντρα στους εγωιστικούς καιρούς.
Σε μια προσπάθεια να ξεφύγω απ’ τη μιζέρια, συνεχίζω την αναφορά μου στην άλλη Κέρκυρα των ανωνύμων, που μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά με τα δικά τους φώτα, προχωρούν στην δύσκολη πορεία της καθημερινότητας, της επιβίωσης, αλλά και της ατομικής προσφοράς στην κοινωνία.
Δεν μπορεί να είναι όλα τόσο χάλια. Πίσω από τις φιέστες. Αλλά και πίσω από την κακομοιριά υπάρχει και η άλλη Κέρκυρα, αυτή που δεν χρειάζεται παράσημα του παρελθόντος και στις υπάρχουσες δύσκολες συνθήκες παλεύει, προσφέρει και ελπίζει.
Όταν μου ήρθε στη σκέψη αυτή η θετική πλευρά, παραμέρισα τα συμβαίνοντα, που λαμβάνουν χώρα στα στενά πλαίσια της εξουσίας και απασχολούν καθημερινά την επικαιρότητα. Γιατί μέσα στη τόση φασαρία το χάνουμε το σημαντικό.
Η άλλη Κέρκυρα λοιπόν, που στο περιθώριο της γκρίνιας και της μιζέριας σιγά - σιγά και ταπεινά αναπτύσσεται και δημιουργεί. Δεν μπορεί να φαντασθείτε το μέγεθος της ατομικής δημιουργίας, που αναπτύσσεται, σε όλα τα επίπεδα, παράλληλα με την κύρια εργασία, που στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν έχει καμία σχέση μαζί της. Για αυτή την Κέρκυρα μιλάω, που δεν αποτελεί μόνο μέρος του εκλογικού σώματος. Που δεν περιορίζεται η ευθύνη της από την εκάστοτε επιλογή της. Μιλάω για την Κέρκυρα που εργάζεται και δημιουργεί, που αναπτύσσεται και προσφέρει, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Γίναμε πολλοί σ΄ αυτήν την πόλη

Η μεγάλη σε διάρκεια διακοπή ρεύματος, που έζησε η πόλη της Κέρκυρας, επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά, ότι η συνέχεια θα είναι δύσκολη, για να μην πω τρομακτική. Εν μέσω συνεχιζόμενου καύσωνα, οι υποδομές στάθηκαν για άλλη μια φορά αδύναμες να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες. Καθισμένος στο μπαλκόνι, γιατί το εσωτερικό το σπιτιού έβραζε, μου περνούσαν από μπροστά μου φωτογραφικές εικόνες επεισοδίων, που θα μπορούσαν να συμβούν και συνέβησαν διάσπαρτες σε κάποια σημεία της πόλης. Άνθρωποι κλεισμένοι σε ασανσέρ, ανήμποροι άνθρωποι που δεν μπορούσαν να ανασάνουν, μωρά που κλαίνε από την ανυπόφορο ζέστη, επιχειρήσεις που πλήρωσαν το μάρμαρο, τροφοδοτικά και τηλεοράσεις που κάηκαν από μια πόλη που αναβόσβηνε σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο στην κάψα του καλοκαιριού, αλλά και εργαζόμενοι της ΔΕΔΔΗΕ, που έδιναν μάχες μέσα στην νύχτα, για να αποκαταστήσουν την βλάβη. Και ακόμα δεν είδαμε τίποτα, τα ακραία καιρικά φαινόμενα που έχουμε ζήσει, θα φαντάζουν ήπια μπουρίνια μπροστά σε αυτά που έπονται.

Γίναμε πολλοί σε αυτήν την πόλη, δεν μας αντέχει άλλο, μαζί με τους επισκέπτες που την κατακλύζουν κάθε καλοκαίρι, θα ξεράσει και μας που κατοικούμε μόνιμα . Ο υπερτουρσμός σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή είναι ένα θανατηφόρο κοκτέιλ και είναι ανθρώπων έργο.
Το λένε χρόνια, θα αλλάξει το κλίμα, διότι του έχουμε αλλάξει τον αδόξαστο. Θα αλλάξουν οι εποχές, διότι βρήκαμε μια κωλομηχανή κλείσαμε τα παράθυρα και κάναμε το Χειμώνα Καλοκαίρι και ανάποδα. Μπερδέψαμε τις εποχές και τώρα ψάχνουμε να βρούμε που μετακόμισαν. Σε λίγο θα ψάχνουμε για προορισμούς να βρούμε τα χαμένα.
Και πώς να μην αλλάξουν οι εποχές, εδώ άλλαξαν οι άνθρωποι.

«Ποιος μας χρειάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο, ποιος θέλει δίπλα του, κοντά του, ανθρώπους με ίσκιο και δροσιά; Όλα είναι μιας χρήσεως, και τα αισθήματα. Πληκτρολογείς το ΡΙΝ και μια εικονική πραγματικότητα σε απαλλάσσει από τον κόπο του σχετίζεσαι. Γίναμε παλιοσειρές, άλλη εποχή μας ανέθρεψε αυτή μας φτύνει, μας διαψεύδει, μας εκτροχιάζει, Τι κι αν σκαλίζουμε την πέτρα; Το τελικό άγαλμα θα είναι από πλαστικό και θα φλέγεται φωτίζοντας τους νέους γκρεμούς των τοπίων που αγαπήσαμε. Επί της ουσίας δεν είμαστε καν παρόντες μια ανάμνηση είμαστε. Και μια ρωγμή. Στον καθρέπτη του χρόνου». Ακριβώς αγαπητή μου Κυρία, του ραδιοφώνου, όλα είναι μιας χρήσεως και το κακό είναι που χρειάζονται πολλά χρόνια για να λιώσουν.
Το χρήμα, που πήρε τη θέση του θεού και της ψυχής μας, το χρήμα όλο και πιο πολύ, για να ανασαίνουμε όλο και πιο λίγο. Τις ευκολίες που απαιτήσαμε, θα τις πληρώσουμε ακριβά. Δεν αφήνουμε πλέον τα πράγματα να γεράσουν, τα συνθλίβουμε, τα κομποστοποιούμε. Σβήνουμε τα σημάδια της εποχής μας, παραδίδοντας λευκές κόλλες αναφοράς στην ιστορία.

Να κοιτάμε τις νύχτες τη Μανιάνι γκρο-πλαν...



 Να κοιτάμε τις νύχτες τη Μανιάνι γκρο-πλαν...Δεν είναι επανάληψη... Στην ταράτσα του Βοξ η Μελίνα θα παίζει τη Στέλλα. Ραντεβού θα σου δίνω στα σκαλιά του Εκράν, να κοιτάμε τις νύχτες τη Μανιάνι γκρο-πλαν...”

Τα κείμενα δεν είναι μόνο άψυχες λέξεις, σελίδες στο χαρτί και την οθόνη. Είναι οι άνθρωποι που τα γράφουν και τα διαβάζουν, είναι οι σχέσεις, τα συναισθήματα, οι ιδέες, οι σκέψεις . Δεσμοί, σχέσεις, διαδρομές ανθρώπων. “Πάρε τη λέξη μου, δώσ’ μου το χέρι σου”
Για τη συνέχεια έσκαψα βαθύτερα. Από το φωτεινό δωμάτιο τράβηξα πέντε λέξεις. Δεν θα ήθελα να γράψω για τα προβλήματα της πόλης, αλήθεια γατί να γράφουμε για τα αυτονόητα, αφού όλοι τα κατανοούν.

Δεν θέλω να γράφω για όλα, χρησιμοποιώντας την ευκολία που μου προσφέρει η επιφάνεια. Δεν θέλω να γράψω αυτά που μου υπαγορεύει ο μικρόκοσμος, που ζω.
Θέλω να γράψω από εκεί ψηλά, που ίσα - ίσα τον διακρίνω, από εκείνο το σημείο που κάθε λεπτό νοιώθω αθάνατος.
Δεν είναι επανάληψη να ξανατραγουδήσεις εκείνο το τραγούδι που τραγουδούσες πάντα. Δεν είναι επανάληψη να διαβάσεις και να ξαναδιαβάσεις και να ξαναδιαβάσεις το “Μονόγραμμα” του Ελύτη, τον “Επιτάφιο” του Ρίτσου, “το σύννεφο με παντελόνια” του Μαγιακόφσκι. Πριν κλείσω τα 20 είχα διαβάσει το
“Έγκλημα και τιμωρία” τώρα το ξαναδιαβάζω. Δεν είναι επανάληψη να χορέψουμε εκείνο το ταγκό που έχουμε χορέψει...
Δεν είναι επανάληψη το παρακάτω κείμενο που αγαπάω.
Είναι στιγμές που χάνουμε τον κόσμο. Εκεί που σκέφτεσαι το χθεσινό, έρχεται το σημερινό και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες, πριν από λίγο. Κάνεις μια προσπάθεια, πάνω από την υδρόγειο – μινιατούρα, που βρίσκεται στο γραφείο σου, να χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά. Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και χαμογελάς.
Η επιμονή ορισμένων από εμάς στη νοσταλγία, για κείνο που χάθηκε, όπως γράφει και ο Ευγένιος Αρανίτσης στα «παράδοξα», “κάνει την ορφάνια πιο μεγαλοπρεπή.”

Αχ χρόνε…

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα. Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στον δι...