Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Η πόλη που δεν κάνει στάσεις

Αυτή η ιστορία δεν έχει στάσεις.

Και αυτό είναι καλό. Γιατί

ό,τι σταματάει, αρχίζει να εξηγείται, κι ό,τι εξηγείται πολύ, χάνει.


Συνεχίζω να στέλνω μηνύματα από τη Θεσσαλονίκη. Όχι για να δηλώσω ότι βρίσκομαι εδώ, αλλά για να κρατήσω ανοιχτό κάτι που δεν θέλει να κλείσει. Έρχομαι συχνά, όσο χρειάζεται για να θυμηθώ ότι οι τόποι δεν μας ανήκουν, μας δανείζονται.

Δεν συνεχίζουμε από εκεί που μείναμε. Δεν υπάρχει «εκεί». Υπάρχει μόνο μια ροή που επιμένει, όπως η καρδιά. Άλλοτε βιαστική, άλλοτε κουρασμένη, αλλά πάντα παρούσα. Και η σκέψη ότι μπορεί να σταματήσει, δεν είναι απειλή, είναι υπενθύμιση.

Λίγο πριν από κάθε εκκίνηση, βυθίζομαι σε μια επιλεγμένη σιωπή. Όχι για να ηρεμήσω, αλλά για να αντέξω. Οι λέξεις εκεί μέσα έχουν φωνή, έχουν νεύρα, έχουν μια εφηβεία που δεν ωριμάζει ποτέ. Βιάζονται να αποδώσουν δικαιοσύνη, να πουν περισσότερα απ’ όσα αντέχεις. Και εσύ παλεύεις μαζί τους, όχι για να τις νικήσεις, αλλά για να μην σε εκθέσουν.

Το ότι επιστρέφω στα ίδια είναι γνωστό. Όμως κάθε φορά τα κοιτάω αλλιώς. Με άλλη φθορά, με άλλη διαύγεια. Σαν να αλλάζει ο φωτισμός και να αποκαλύπτει όσα πριν προσπερνούσα. Παιχνίδι του μυαλού, θα πεις. Ψυχοφθόρο, θα σου απαντήσω.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε αυτά που επιμένουν και σε αυτά που φεύγουν, προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη τις ηλικίες μου. Να συμμαζέψω το μυαλό μου, που επιμένει να κατοικεί σ’ ένα σώμα τριών δεκαετιών πίσω, να το φέρω διακριτικά στο παρόν, χωρίς να το διαψεύσω, χωρίς να του στερήσω τη διάθεση να ενθουσιάζεται. Και μη νομίζεις ότι μας σώζει η σιγουριά της σιωπής. Απλώς μεταθέτει τη στιγμή της σύγκρουσης.

Καθώς η άνοιξη προχωράει, αναρωτιέμαι αν τα αισθήματα ενηλικιώνονται ή απλώς βαθαίνουν. Αν ο έρωτας των ενηλίκων έχει κάτι λιγότερο από την αφέλεια ή κάτι περισσότερο από την επίγνωση. Ξέρει, κι αυτό τον κάνει πιο επίμονο. Ξέρει το κόστος και παρ’ όλα αυτά επιστρέφει.

Κάπου ανάμεσα σε δύο νύχτες, σε μια φωνή ραδιοφώνου που επιμένει να μιλάει σαν να απευθύνεται προσωπικά σε σένα, η αγάπη δοκιμάζει ξανά να ειπωθεί: μια συγχορδία αντιθέσεων είναι, μια ήσυχη διαπλοκή αντιφάσεων, ένα ταξίδι όπου η μεγάλη μέρα γλιστρά μέσα σε μια ακόμη μεγαλύτερη νύχτα. Και κάπου εκεί γεννιέται ξανά η ίδια απορία, τι είναι αυτό που μας κάνει, ανθρώπους της θάλασσας, να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στην τρύπα του ηφαιστείου;

Και εκεί που πάει να ολοκληρωθεί, σταματά. Βάζει ένα ερωτηματικό. Το ίδιο που βάζω κι εγώ κάθε φορά που η λογική επιχειρεί να πνίξει το πάθος.
Δεν εξηγούνται αυτά. Και ίσως εκεί βρίσκεται η μόνη τους αλήθεια.

Ίσως η πιο έντιμη εκδοχή να είναι να αφεθείς. Όχι σε όσα λέγονται, αλλά σε όσα σωπαίνουν. Να περπατήσεις στις σκιές του άλλου, να ακουμπήσεις όσα χάθηκαν χωρίς να ζητήσεις επιστροφή. Και όταν, κάποτε, τον φέρουν πάλι πίσω τα όνειρα, να τον δεχτείς σαν πρώτη φορά.
Γιατί ειλικρινής δεν είναι αυτός που τα λέει όλα.
Αληθινός είναι εκείνος που ξέρει να αποσύρεται.
Και, την ίδια στιγμή, να παραμένει διαθέσιμος.
Σε μια πόλη που δεν κάνει στάσεις.
Σε μια ιστορία που δεν ζητά εξηγήσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από την Ανάσταση στην Αρένα

Το βράδυ της Ανάστασης στην Κέρκυρα, εκεί όπου θα έπρεπε να μείνει μόνο το φως και η κοινή χαρά μιας πόλης, κυριάρχησε τελικά ένα στιγμιότυπ...