Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει

Αυτός ο λαός τελικά δείχνει μια αξιοζήλευτη αντίδραση απέναντι στη λογική. Τι πιο λογικό αυτή η βαθιά κρίση να μας ενώσει. Κόντρα εμείς και απέναντι στη κρίση, Πάνω απ΄ όλα το τομάρι μας. Και η κρίση μας διχάζει για να επιβεβαιώσει τη μοναδικότητα. Το παρακάτω από το χθεσινό κείμενο του Νίκου Μπογιόπουλου
“Την είχε διατυπώσει ένας γενναίος Γερμανός λουθηρανός πάστορας, ο Μάρτιν Νίμελερ.
Τα λόγια του έχουν παραφρασθεί χιλιάδες φορές. Το πνεύμα τους, όμως, είναι αυτό:
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν φυλάκιζαν ομοφυλόφιλους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος.
Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν καθολικός.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει.”
Η σοβαρή κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία ωχριά μπροστά στο διχασμό της ίδιας της κοινωνίας. Και ενώ η φτώχεια καλύπτει όλο και μεγαλύτερα τμήματα, η αντίθεση συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς. Θα περίμενε κανείς ότι η γενικευμένη κρίση θα μπορούσε να λειτουργήσει ενωτικά, να δημιουργήσει μια αλυσίδα αλληλεγγύης, να εκφράσει την συλλογική αντίθεση απέναντι στο σαθρό σύστημα που δημιούργησε την κρίση και όχι να ενισχύει τις διχαστικές τάσεις μέσα στον λαό.
Αν ανατρέξουμε στα βάθη της ιστορίας αυτού του τόπου και μέχρι τον πρόσφατο διχασμό του εμφυλίου, ίσως δικαιολογήσουμε αυτήν την παράλογη στάση που μας διακρίνει, απέναντι στο κοινό πρόβλημα.
Παραθέτω ένα κείμενο από τα Σικελικά του Θουκυδίδη, εξιστόρηση της απόπειρας κατάκτησης της Σικελίας από τους Αθηναίους, το 415 π. Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, η οποία έληξε με πανωλεθρία των Αθηναίων.
 

«Μόλις ξημέρωσε, με τον Νικία επικεφαλής, ο στρατός ξεκίνησε να φύγει. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι τους, επιτέθηκαν ρίχνοντας βέλη και ακόντια. Οι Αθηναίοι βιάζονταν να φτάσουν σε ένα ποτάμι, τον Ασσίναρο, όχι μόνο για να αποφύγουν τα απανωτά πλήγματα που δέχονταν από το ιππικό και το πεζικό των εχθρών, ελπίζοντας ότι θα βρουν ασφαλές καταφύγιο πέραν του ποταμού, αλλά κυρίως για να ξεκουραστούν και να πιουν νερό. Μόλις έφτασαν στο ποτάμι, άρχισαν να πέφτουν μέσα, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον και ο καθένας προσπαθούσε να διαβεί αυτός πρώτος το ποτάμι – αλλά δεν μπορούσαν μιας και οι εχθροί που ακολουθούσαν τους είχαν πλησιάσει.
Οι Αθηναίοι, αναγκασμένοι να προχωρούν όλοι μαζί, έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον και ο ένας πατούσε τον άλλον. Πολλοί έπεσαν πάνω σε δόρατα και πέθαναν, ενώ άλλοι πνίγηκαν και παρασύρθηκαν από το νερό. Οι Συρακούσιοι, έριχναν βέλη πάνω από την απότομη όχθη του ποταμού, ενώ οι Αθηναίοι για το μόνο που νοιάζονταν ήταν να πιουν όσο περισσότερο νερό μπορούσαν και όλο και μαζεύονταν περισσότεροι σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον. Οι σύμμαχοι των Συρακουσίων από την Πελοπόννησο κατέβηκαν και άρχισαν να σφάζουν αυτούς που ήταν στο ποτάμι και έπιναν νερό. Το νερό όμως ήταν ήδη βούρκος και παρόλο που ήταν γεμάτο λάσπη και είχε κοκκινίσει από το αίμα, αυτοί όχι μόνο συνέχιζαν να πίνουν αλλά και να τσακώνονται μεταξύ τους»



Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Άλλη μια ζόρικη μέρα

Αυτό τον καιρό της δυσκολίας, γιατί οι ευκολίες που μας μπαστάρδεψαν, και μας έβγαλαν από τον δύσκολο δρόμο των κατακτήσεων, ανήκουν στον παρελθόν, να προσπαθήσουμε πάλι στηριζόμενοι σε όσες δυνάμεις μας έχουν απομείνει.
Άλλη μια ζόρικη ημέρα. Μια πραγματικότητα σαν πύθωνας μας σφίγγει καθημερινά όλο και περισσότερο και το χειρότερο την έχουμε αποδεχθεί.
Χρόνος για κακές σκέψεις ούτε για δείγμα, η υπεράσπιση της ύπαρξης μας, της ζωής μας, της αξιοπρέπειας μας, στην πρώτη γραμμή. Γύρισα από μια μάχη απ’ τον αέναο πόλεμο της επιβίωσης. Τώρα που το σκέφτομαι, γιατί όσο πολεμούσα, που χρόνος για τέτοια, αυτές οι μάχες της καθημερινότητας, που δεν έχει την πολυτέλεια να την πλακώσει η πλήξη, μας μεταγγίζουν φρέσκο αίμα, μας θωρακίζουν, διώχνουν εμμονές φοβίες και ανασφάλειες, μας απομακρύνουν το φόβο του θανάτου, κάνουν αχρείαστους τους ψυχιάτρους. Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα, συνήθως νοιώθουμε νικητές, που αντέξαμε στη μάχη. Τώρα νοιώθω κουρασμένος όπως συμβαίνει άλλωστε ύστερα από κάθε μάχη, ακόμα και απ’ αυτήν του νικητή. Ο πόλεμος θα συνεχιστεί και είναι καλύτερα να κρατήσει μια ζωή.
Υπάρχουν στιγμές που όλα σε κουράζουν, γράφει ο Πεσσόα στο βιβλίο της ανησυχίας. “Σε κουράζει ακόμα και αυτό που θα μας έδινε ανάπαυση. Αυτό που μας κουράζει γατί μας κουράζει. Αυτό που θα μας έδινε ανάπαυση γιατί η ιδέα να το αποκτήσουμε μας κουράζει. Υπάρχουν εξουθενώσεις της ψυχής κάτω από όλες τις αγωνίες κι όλους τους ανθρώπινους πόνους.”
Πιστεύω ότι αυτοί που δεν τις γνωρίζουν είναι μόνο όσοι αποφεύγουν τις αγωνίες και τους πόνους, και επιδεικνύουν τόση διπλωματία απέναντι στον εαυτό τους, ώστε να γλιτώσουν από την θλίψη τους. Δεν είναι περίεργο που κάποια στιγμή που αποκτούν συνείδηση ξαφνικά τους βαραίνει όλο το βάρος της πανοπλία τους και η ζωή τους γίνεται μια αγωνία από την ανάποδη, ένας χαμένος πόνος. «Θα συνεχίσουμε τον πόλεμο, η προσπάθεια μετράει και αν μη τι άλλο μας δίνει το δικαίωμα στο όνειρο…. Σιγά τι χρωστάμε, αγάπη να μη χρωστάμε”.
 
«Ο ήχος του όπλου, του αυτόχειρα Καρυωτάκη, θα ηχεί πάντα στ' αυτιά των λεπταίσθητων ανθρώπων που έχουν το καταραμένο χάρισμα να μπαινοβγαίνουν στις ζωές των άλλων ΝΙΩΘΟΝΤΑΣ τους», σχολιάζει η κυρία του Ραδιόφωνου. Αυτό που απλά λέμε, ‘έλα στη θέση μου’, και που ελάχιστοι μπορούν να το καταφέρουν ουσιαστικά. Να δουν το έγκαυμα και να νιώσουν τον τρόμο της φωτιάς, να ακούσουν το ουρλιαχτό και να αισθανθούν στο σώμα τους τη βία που υφίσταται ο άλλος. Δεν μιλώ μεταφυσικά ούτε μεταφορικά. Είναι λέω παιχνίδια αυτά του μυαλού και της καρδιάς που σε κρατούν μετέωρο ανάμεσα στους δύο κόσμους, έτσι που και ο θεός να διστάζει και ο διάβολος να έχει αμφιβολίες για πάρτη σου.
Πολλές φορές η παρουσία μου είναι διάλειμμα. Στα διαλείμματα άλλωστε, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τι μας συμβαίνει. Στα διαλείμματα τελικά, όπως μας έχουν καταντήσει, έχουμε λίγο χρόνο να σκεφτούμε, να προβληματιστούμε να βάλλουμε μια τάξη.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Δεν είναι εύκολο για τον καθένα να βλέπει την μεγάλη εικόνα

Εκεί που κλείνω απαισιόδοξα έρχεται η επόμενη λέξη να άνοιξει μια χαραμάδα. Ένα κομμάτι της ζωής μας και αυτή η οικονομική κρίση, που θα τελειώσει κάποτε χωρίς κανείς να γνωρίζει την επόμενη μέρα. Μπορεί η ιστορία να επαναλαμβάνεται, ο χρόνος όμως δεν γυρίζει πίσω. Τα γεγονότα, όσο και αν μοιάζουν μεταξύ τους σε άλλο χρόνο είναι άλλα. Και αυτή η κρίση που αποτελεί ένα κομμάτι του παρόντος μας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια κουκίδα στις πολλές που συνθέτουν τη ζωή μας . Κάποια στιγμή θα μπει στο φάκελλο της ιστορίας μας, θα ταξινομηθεί και θα περιμένει μέχρι να συμπληρωθεί και να κλείσει...
Ο,τι ζήσαμε πριν την κρίση τα ζήσαμε,ακόμα και αν αποκτήσουμε την αγοραστική δύναμη που είχαμε, η επόμενη μέρα θα είναι διαφορετική. Τίποτα δεν αφήσαμε στη μέση, αυτή είναι η ζωή μας και συνεχίζεται. Και συνεχίζεται με στιγμές καλές και κακές και μέσα στη κρίση. Καταλαβαίνω, δεν είναι εύκολο για το καθένα να βλέπει την μεγάλη εικόνα.. Δεν είναι εύκολο να χάνεται στην απεραντοσύνη του ουρανού και να μονολογεί μια κουκίδα είναι γη και μεις ούτε κουκίδα και ταυτόχρονα να γίνεται ο ίδιος ουρανός.
 

Η αναφορά στην θλίψη είναι επιβεβλημένη, για να μη γίνει κατάθλιψη. Πως λέτε τόσα χρόνια καταφέραμε ν’ αντέξουμε; Δεν είναι ο Χειμώνας, που μας δημιουργεί μελαγχολία είναι οι μέρες, είναι οι ώρες της υπομονής .
Έτσι γίνεται κάθε χρόνο, ο κάθε χρόνος που αποτελεί μια μικρογραφία της ζωής, αρχίζει με τις ημέρες να μεγαλώνουν και τελειώνει στην έκλειψη του φωτός.
Επιστρέφω όμως πάντα αγαπητή φίλη στις ανεπίκαιρες αλήθειες. Αυτές ισχύουν. Όπως το κίτρινο φθινοπωρινό φύλλο, που δηλώνει μοίρα πανάρχαια.
«Μαραίνεται αλλά θυμάται την άνοιξη. Πεθαίνει αλλά περιμένει την άνοιξη. Κι ας μην το αφορά. Θα είναι εκεί άλλα φύλλα, πράσινα, νέα. Κάτι θάχει συμβάλλει κι αυτό στην παρουσία τους. 'Έστω και μόνο σαν λίπασμα. Παρελθούσα η μέλλουσα ζωή. Κάθε φορά το κίτρινο φύλλο είναι είδηση. Είναι νέο. 'Όπως κάθε γενεά που το αντιμετωπίζει. Όπως κάθε φθινόπωρο. Όλα ξανάρχονται αλλά τίποτα δεν είναι ίδιο».Οι σκιές δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος. Δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν διλήμματα. Πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα είναι. Στο κάθε πράσινο φύλλο, ζούνε όλα τα κίτρινα που λησμονήσαμε..







Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Θα εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια ελπίδας

Δεκέμβρης. Χειμώνας και με τη βούλα. Χριστούγεννα. Αν δεν υπήρχαν τα περασμένα, όχι τα περσινά, αλλά όλα αυτά που έχουμε ζήσει και κυρίως τα παιδικά, δεν ξέρω τι νόημα θα είχε η γιορτή. Χριστούγεννα! Τι να γεννηθεί μετά από μια τέτοια χρονιά, που μας έκλεψε και μας υποθήκευσε το μέλλον; Τι να γραφτεί στην επόμενη λευκή σελίδα; Γιατί να γιορτάσουμε; Ας είναι καλά το ψεύδος του παραμυθιού, που το κουβαλάμε από εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες. Αυτό το ψευδός μας στήριξε και μας στηρίζει ακόμα, αυτό το παραμύθι μας κράτησε σε ισορροπία.
Γιορτή σημαίνει ανάμνηση, για όλους εμάς που έχουμε παρελθόν. Για τα παιδιά είναι διαφορετικά, ζουν το παρόν το μέλλον ευτυχώς δεν το γνωρίζουν. Για το παρελθόν ο λόγος, που θα φορτωθεί ακόμα ένα χρόνο.
Θυμάμαι τα Χριστούγεννα του 66’, στην πρώτη δημοτικού, μας είχαν μοιράσει στο σχολείο δώρα, κάτι γελασούδια, ένα μολύβι μια ξύστρα ένα τετράδιο, ήταν η πρώτη φορά που συνδύασα τη γιορτή με τα δώρα, απέραντη χαρά. Τον επόμενο χρόνο δεν θυμάμαι να μοίρασαν δώρα, θυμάμαι που ήρθε η δικτατορία

Τα Χριστούγεννα όμως που ζωντάνεψαν τα παραμύθια, παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινους σκούφους, έλκηθρα, χιονισμένες στέγες, καμινάδες που κάπνιζαν, και έστελναν μηνύματα οικογενειακής θαλπωρής, άστρα λαμπρά που με χτύπησαν κατακούτελα, ήταν του ’72, τα Χριστούγεννα των Χριστουγέννων. Ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ραντεβού. Η αφορμή να κόψουμε το κυπαρίσσι που θα στολίζαμε, και η ευκαιρία να απομακρυνθούμε όσο γίνεται πιο μακριά από το χωριό. Σε μια πλαγιά ακουμπισμένοι σε ένα δέντρο, ανταλλάσσοντας ντροπές και παιδικές χαζομάρες. Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον
Θα τα γιορτάσουμε και φέτος τα Χριστούγεννα, θα εξαντλήσουμε όλα τα όρια της ελπίδας, όσο και αν η προσδοκία μας έχει κουράσει. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν προδικάζει την αισιοδοξία.



Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Η ήττα περιμένει στην στροφή

Είναι μια περίοδος αναμονής. Σε πυκνό χρόνο η ελληνική κοινωνία έζησε πολλά και το πιο σημαντικό, πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση. Γκρεμίστηκε ο πάλαι ποτέ δικομματισμός, καλλιεργήθηκαν ελπίδες αλλά και διαψευστήκαν προσδοκίες, αναθεωρήθηκαν προγραμματικές δεσμεύσεις και η ζωή συνεχίζεται χωρίς μέχρι στιγμής να έχει αλλάξει η εικόνα ενός συστήματος που η ελληνική κοινωνία στο σύνολο το έχει αποδοκιμάσει. Και είναι αυτό το σύστημα που μέχρι σήμερα δεν έχει κατορθώσει να ανταποκριθεί ούτε στοιχειωδώς στις πραγματικές ανάγκες του Λαού.
Σήμερα παρατηρούμε μια αριστερή κυβέρνηση στο ρόλο του διαχειριστή της εξουσίας χωρίς ουσιαστικά να ασκεί πολιτική. Και πως θα μπορούσε άλλωστε, από την στιγμή που επιχειρεί με τα ίδια υλικά ενός φθαρμένου συστήματος; Η ήττα, περιμένει στην στροφή.
Σε άρθρο σε αγγλικό περιοδικό ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ, παρουσιάζει την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί με την τρέχουσα κρίση, εξηγώντας ότι, κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχει μια ορατή εναλλακτική προοπτική και δεν μπορούμε παρά να αναμένουμε την πραγματοποίηση του «αδύνατου». Του αδύνατου που θα υπερβεί την κυριαρχία της ιδεολογίας της μονίμως «επείγουσας οικονομικής κατάστασης», την παντοδυναμία των «δημοκρατικών μηχανισμών» που εμποδίζουν την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, την έλλειψη προγραμματικού περιεχομένου στα αιτήματα της αριστεράς, και την απόσταση ασφάλειας των αριστερών διανοουμένων από τα πραγματικά γεγονότα.
 

Τι σημαίνει όμως καταλήγει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ ότι «το αδύνατο μπορεί να συμβεί»; Πρόκειται για το αδύνατο όπως το κατανοούν, οι περισσότεροι αριστεροί διανοούμενοι της εποχής μας, και επειδή συνδέονται με πολιτικές οργανώσεις και κόμματα, για τον τρόπο με τον οποίο πολλά από αυτά προσεγγίζουν το μέλλον. Στον ισχυρισμό ότι «σήμερα δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά πρέπει να δράσουμε τώρα, διότι η επίπτωση της μη δράσης μπορεί να είναι καταστροφική», πρέπει να απαντήσει κανείς ότι στον κόσμο μας υπάρχουν διάσπαρτες πολύτιμες προγραμματικές επεξεργασίες και προτάσεις, σημαντικές εναλλακτικές πρακτικές, παραδείγματα δηλαδή και σχέδια του δυνατού. Προτάσεις και πρακτικές που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας απάντησης στη κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική, με την εμπλοκή όλο και περισσοτέρων ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων στην «δημόσια χρήση της λογικής», με σκοπό την επέκταση μιας ανανεωμένης προσέγγισης της αρμονικής και διατηρήσιμης συμβίωσης των ανθρώπων.
Να τα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη μας τα παραπάνω. Να δράσουμε, γιατί δεν μπορούμε να μείνουμε απαθείς. Με όπλα, όλες τις πολύτιμες, διάσπαρτες επεξεργασμένες προτάσεις, γιατί το αδύνατο μπορεί ν’ αργήσει, ή να μην έρθει και ποτέ…Να το λάβει σοβαρά υπ’ όψη της και η αριστερή κυβέρνηση προχωρώντας πιο κοντά στα πραγματικά γεγονότα, και προσεγγίζοντας το δυνατό, μέσα από τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η κοινωνία.















Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

«ιδιωτικό» ό,τι μας συμφέρει και «δημόσιο» ό,τι δεν μας αφορά

Βλέποντας τον όγκο των σκουπιδιών, αυτές τις μέρες που ήταν κλειστός ο ΧΥΤΑ του Τεμπλονίου, τρόμαξα. Όχι από τα σκουπίδια. Τρόμαξα από την συμπεριφορά των κατοίκων αυτής της πόλης... Όχι κάποιων ασυνείδητων, αυτά τα τεράστια βουνά από σκουπίδια, δεν μπορούν να τα δημιουργήσουν κάποιοι. Αυτή η εικόνα ντροπής είναι εικόνα που χαρακτηρίζει την πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της πόλης, την παιδεία ενός Λαού, που περηφανεύεται για τον πολιτισμό του. Δεν θα συνεχίσω, γιατί αυτές οι λέξεις που βγαίνουν δεν γράφονται.
Σε παλαιότερο   ρεπορτάζ της κυριακάτικης «Καθημερνής» γράφει η Μαρία Κατσούνακη «Αθήνα, μια βρώμικη πόλη – δυστυχώς…», ( όπου Αθήνα βάλτε Κέρκυρα ). Πληροφορούμαστε, μεταξύ άλλων, από τους δημάρχους της Στοκχόλμης, του Μπέρμιγχαμ και της Δουνκέρκης, την πολιτική περισυλλογής απορριμμάτων, τις μεθόδους που εφαρμόζουν, τα κονδύλια που δαπανούν. Και κυρίως: παντού υπάρχουν ειδικοί χώροι, τα σκουπίδια δεν εκτίθενται στους δρόμους, όσοι δεν υπακούουν τιμωρούνται με υψηλά πρόστιμα. Όμως οι Κερκυραίοι είναι, ως γνωστόν, «νοικοκυραίοι». Γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα (Ευρωπαίο) πολίτη πώς να απομακρύνουν τη βρωμιά, να την ξεφορτωθούν, γιατί εκτός σπιτιού - διαμερίσματος, πρόκειται για μια «άλλη πόλη». Μια Κέρκυρα που ανήκει αποκλειστικά στον δήμαρχο και στους πολιτικούς της, που δεν είναι στη δική μας δικαιοδοσία, που υπόκειται σε διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς. Ξένο έδαφος, δηλαδή. Και συμπεριφερόμαστε αναλόγως.
Ας μην προχωρήσουμε σε πιο σύνθετες έννοιες, όπως διαχωρισμός απορριμμάτων. Γιατί τότε, αν είμαστε (πολιτειακά) υπεύθυνοι και με στοιχειώδη (αστική) αξιοπρέπεια θα πρέπει να βάλουμε τα κλάματα ως μετεξεταστέοι με ανυπέρβλητα μαθησιακά προβλήματα. Έως ότου επιτύχουμε τις επιδόσεις (όλων) των άλλων Ευρωπαίων, θερμή παράκληση προς τον Δήμο Κερκυραίων: Μήπως θα μπορούσατε κ. Δήμαρχε να εγκαταστήσετε έναν υπάλληλο έξω από κάθε κάδο, ο οποίος να αναλαμβάνει να εξυπηρετεί τους πολίτες εκείνους με ανεπτυγμένο αίσθημα καθαριότητας που σιχαίνονται να χρησιμοποιήσουν τον μηχανισμό; Και αν αυτό το μέτρο σάς φαίνεται δαπανηρό, μήπως συμφέρει καλύτερα να τοποθετήσετε ένα ηλεκτρονικό σύστημα που να αντιδρά στην εντολή «κάδε, άνοιξε». Με κίνδυνο βέβαια να εκτοξεύεται η εντολή μαζί με τα απόβλητα από τους ορόφους. Γιατί πάντα θα επιλέγουμε την πιο ξεκούραστη λύση. Γιατί πάντα «ιδιωτικό» θα σημαίνει ό,τι μας συμφέρει και «δημόσιο» ό,τι δεν μας αφορ
ά


Αυτήν την πόλη την απροσδιόριστη και για να μην την αδικήσω θα προτιμούσα καλύτερη να ήταν άδεια. Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία.
«Η πόλη μας μοιάζει να εγκληματεί πρωτόγνωρα: Μας ενθαρρύνει τα μέγιστα να θαφτούμε στη σκόνη της. Απλανείς μας χρειάζεται «με τα χέρια μας να βουλιάζουν στις τσέπες και να παίζουν τα κλειδιά των δικαιωμάτων μας.»   
Συνέχισε αγαπητή αναγνώστρια: «Βγήκα στην πλατεία. Δεν είχε κρύο. Μόνο φύσαγε πολύ. Τα μαλλιά μου, το σακάκι μου, τα έσπρωχνε επίμονα ο αέρας. Θέλησα να μείνω εκεί, με χέρια και σακάκι ανοιχτά να με χτυπά ο αέρας και να διώχνει τις λύπες. Να με περάσει ολόκληρη ένας αέρας που θα πάρει μαζί του θυμούς και πίκρες, χρωστούμενα και αδιέξοδα. Όλα να τα πάρει μακριά. Κι εγώ να μείνω εκεί, στη μέση μιας πλατείας φαρδιάς, ανοιχτής, και να ανασαίνω μια καινούργια πνοή. Να γεμίζω τα πνευμόνια μου με καθαρό αέρα, το μυαλό μου με καινούργιες ιδέες. Να μη λερώνεται τίποτα απ’ τους λεκέδες του χτες.
Εκεί που η σκέψη είναι ελεύθερη, απαλλαγμένη από συμβάσεις συμφερόντων, κοινωνική υποχρέωση και συγκατάβαση εξ ανάγκης.
Εκεί που η πόλη μου ντύνεται τα καλά της και μιλά για τους ανθρώπους της, παλιούς και καινούργιους και τα έργα τους.
Μα τι λέω; Ένας αέρας ήταν, και κράτησε λίγο, όσο κρατούν τα όνειρα στη χώρα των λεπρών. Λερωμένα τα πάντα κι η πλατεία κι η πόλη κι η χώρα κι ο κόσμος.
Μόνο η σκέψη, ίσως καθαρίσει αν μπορεί κανείς να ψηλώσει, για να συναντήσει καθαρό αέρα.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Το ξεπλυμένο κόκκινο δεν αντέχει στο φως

Μάταια ψάχνω κάποιες λέξεις.   Δεν υπάρχουν τέτοιες,   που να μπορούν να κλείνουν τους  δρόμους, τους πεπατημένους. Τα βήματα τις περισσότερες φορές αυτενεργούν. Εμείς μένουμε να σχολιάζουμε.  Εκ του ασφαλούς δε λέω, όμως μέχρι εκεί.
Τώρα δεν έχω άλλες. Και οι ίδιες χάνουν την αξία τους, αν επαναληφθούν.
Μόνο στο χρόνο ελπίζω.  Και στο φως.  Ας μην  μείνουμε  άλλο στις σκιές, θα μελαγχολήσουμε. “Ας είναι αυτά τα τελευταία  λόγια σε μια ζωή  που μας διέψευσε. Πολύ μουντάδα  και αυτό το ξεπλυμένο κόκκινο χώμα,  που άφησε τη φυσική του θέση,  και ταξίδεψε στον ουρανό για να μας κρύψει τον ήλιο, που θα πάει,  πάλι στο χώμα θα βρεθεί.”
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απαλλαγούμε από τον θύτη, με τα θύματα όμως; Πώς να υπάρξουν ανατροπές, όταν το μεγάλο σώμα του κοινωνικού ιστού, παραμένει σταθερό σε νοοτροπίες, παρελθόντων ετών; Ο,τι λέμε και ό,τι κάνουμε, υπαγορεύεται από μια σκοπιμότητα, κληρονομιά των χρόνων της επίπλαστης ευμάρειας και της εικονικής πραγματικότητας που προηγήθηκαν.
Αυτό περιμένουμε τελικά, τη δική μας σωτηρία. Ελπίζουμε ότι εμείς θα επιβιώσουμε και άλλοι θα πεθάνουν. Ζούγκλα. Μπορεί να μας πήραν και τα σώβρακα, μας έμαθαν όμως να σκεφτόμαστε καπιταλιστικά δηλαδή ατομικά και αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά. Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή.
«Και πώς να βρεις εφαρμογή σ’ αυτόν τον κόσμο. Το κακό είναι ότι όποιος δεν μπορεί να αφομοιωθεί, να εξομοιωθεί να γίνει φωτοτυπία, τον απομακρύνει, τον αποκόπτει, τον ξερνάει. Όποιος κάνει μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιεί τον βηματισμό του, βρίσκεται εκτός. Ο κόσμος όταν δεν βουλιάζεις στα νερά του, είναι μια ξένη πόλη».
 

Όσο  οι επαναλήψεις, αποτελούν μέρος της επικαιρότητας, τόσο σκάβουμε πιο βαθιά το λάκκο μας. Τόσο μένουμε σε χρόνο νεκρό  από τα ίδια και τα ίδια. Τελικά αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει.
Ευτυχώς τα αμυντικά συστήματα ακόμα λειτουργούν αποτελεσματικά. Είναι φυσικό μετά από τόσες επιθέσεις, να έχουν αναπτύξει μια ευχέρεια στις αποκρούσεις. Θα το επαναλάβουμε:
“Όχι, δεν θα γίνεις στήλη άλατος από ένα άδικο Θεό.  Θα χάσεις τις λέξεις όμως, που ανακάλυψες.  Όπως: «θέλω να περπατώ όλο το δρόμο», «θέλω να κάνω όλο το ταξίδι», «θέλω να ζω».   
Που είναι η ζωή σου; Την έβαλες σε μια γραμμή  και ύστερα την έσφιξες πάνω σου, έτοιμη να σε πνίξει...”
τελικά η μάχη που δώσαμε και χάσαμε δεν μας δίνει σήμερα τη δυνατότητα ν' αντέξουμε την ήττα. Άλλο είναι γενναίοι και ηττημένοι και άλλο ηττημένοι δειλοί και προδομένοι...

ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...