Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Η πόλη έγινε ντροπή μας



Σεμνά και ταπεινά.  Προτροπή και συμβουλή σε όσους έχουν αναλάβει την ευθύνη να διοικήσουν και στον καθένα από μας ξεχωριστά.
Στα δικά μας. Με την σεμνότητα που επιβάλλει η κατάσταση. Τι έφταιξε; Δικό μας είναι το φταίξιμο. Αυτό ίσως αποτελέσει μια καλή αρχή στην προσπάθεια, να απαλλαγούμε επιτέλους από τη ψυχική μιζέρια, που αθωώνει το κάθε «εγώ» και το αναγορεύει σε εισαγγελέα διαρκούς στρατοδικείου. Γιατί, τι άλλο από δίκες παρωδίες παρακολουθούμε όλα αυτά τα χρόνια; Τι άλλο από διαρκή στρατοδικεία, στα κόμματα, στις παρέες, με συνοπτικές διαδικασίες, καταδίκες, των μεν για τους δε και ανάποδα.
Να πάρουμε τις ευθύνες μας, ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί. Μήπως και αναστήσουμε, αυτόν τον τόπο που μας γέννησε και μας ανέχεται ακόμα.
Για τον τόπο, που μας επαναφέρει. Για τον τόπο που κατά βάθος όλοι αγαπάμε αλλά  την αγάπη δεν την μοιραζόμαστε.
Όσους κύκλους και να κάνουμε, όσο και να προσπαθούμε να απομακρυνθούμε νοερά, από τον μικρόκοσμο μας, η δίνη της καθημερινότητας, μας ρίχνει στην βαθιά λακκούβα της βάσης μας.
 

Στο λάκκο, γατί όσο και αν προσπαθούμε, όσο και να κλείνουμε τα μάτια, για να ταξιδέψουμε στο παραμύθι, ο τόπος μας επαναφέρει.
«Η πόλη έγινε ντροπή μας» φωνάζει μια αγανακτισμένη κερκυραία .
Είναι ντροπή. Αυτή η ασυδοσία, η βαριά δυσλειτουργία, η τόση νοσηρότητα, είναι ντροπή για όλους. Αυτό το χάλι είναι εικόνα του πολιτισμού μας. Ας γίνει κάτι άλλο, πιο ριζοσπαστικό. Αλλά ας γίνει κάτι, τώρα, επειγόντως, αμέσως. Γιατί έτσι όπως ζούμε βγάζουμε τα μάτια μας. Γιατί η πόλη είναι αβίωτη, μας βαραίνει, μας λιώνει».
Δυστυχώς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον τόπο, ο πόνος εδώ είναι ζεστός.
Ο τόπος λοιπόν, που ζήσαμε, και ζούμε. Ο τόπος που γίνεται ανάμνηση γλυκιά ή πικρή, που γίνεται προσμονή, που γίνεται κατάρα.
Είσαι, η Πράγα, η Αθηνά, η Ιθάκη. Είμαι Η Κέρκυρα το Ναύπλιο η Θεσσαλονίκη, παραφράζοντας την κυρία από το Ιατρείο ασμάτων που καταριέται τις αγάπες της.
«Πολιτείες με ιστορίες παλιές σαν τη ζωή και ιστορίες πρόσφατες σαν το χθεσινό σου γέλιο. Και σ’ όλες τις ιστορίες μέσα, οι μάνες με τα πύρινα μάτια που αγκάλιασαν με δύναμη τα παιδιά τους, άλλες για να προστατεύσουν και άλλες για να τα αποχαιρετίσουν. Αχ πολιτεία, που κρατάς τη θλίψη μου στο βυθό της θάλασσας σου, πολιτεία που μίσησα από τα βάθη του είναι μου, σε καταριέμαι να γεμίσεις ανέστιους, απάτριδες, αδέσποτους, διωγμένους. Να γεμίσουν οι δρόμοι σου ανήμερες ψυχές, τα σπίτια σου από ζωές άδικες. Μήπως και την επόμενη φορά που ξεβραστεί ένα παιδί στην πέτρινη αγκαλιά σου καταφέρεις να του δείξεις το δρόμο για το πατρικό του σπίτι».
Μια επανεκκίνηση χρειάζεται. Μια  επανεκκίνηση που θα τελεσθεί επί των ερειπίων του παλαιού...

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Ο κόσμος των ανθρώπων και ο άλλος… ο γυάλινος

Έχω στο μυαλό μου, εδώ και μέρες να γράψω ένα κείμενο, για τις ανθρώπινες σχέσεις, που αναπτύσσονται μέσα στο πολιτικό περιβάλλον. Ακόμα δεν τα κατάφερα. Το σημειώνω για αργότερα, παραθέτοντας, ίχνη από σκόρπιες σκέψεις για να μη ξεχαστώ.
Εμείς οι άνθρωποι, αγαπάμε και μισούμε, τσακωνόμαστε και σε κάποιες περιπτώσεις ανεξέλεγκτες τραβάμε και μαχαίρι. Πεθαίνουμε αμίλητοι με αδέλφια, συγγενείς και φίλους, για ένα άδικο που εισπράξαμε,   για μια λέξη, που κλόνισε το είναι μας,  για    μια παρεξήγηση πολλές φορές.
Εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να ορίσουμε αυτό που αισθανόμαστε και βοηθάμε, όσο μπορούμε να βοηθήσουμε, γιατί το έχουμε ανάγκη, χωρίς ανταπόδοση.
Εμείς οι άνθρωποι γελάμε και κλαίμε, ομολογούμε τις αδυναμίες μας, τσαλακώνουμε τον εγωισμό μας, πράττουμε σωστά η λάθος, λύνουμε τη γραβάτα και την πετάμε όταν μας σφίγγει. Βάζουμε χρώματα στη ζωή μας. Ζούμε.
Στον άλλο πλανήτη, που σήμερα παρακολουθούμε κυρίως από την τηλεόραση, οι ανθρώπινες συμπεριφορές δεν έχουν θέση. Μόνιμο χαμόγελο βρέξει χιονίσει. Φωνάζουν χωρίς να νευριάζουν, ατσαλάκωτοι, δεν τσακώνονται και αυτό αν συμβεί , το έχει επιλέξει ο σκηνοθέτης. Δεν αγαπάνε δεν μισούνε. Οι λέξεις που βγαίνουν από το στόμα τους, δεν βγάζουν συναίσθημα, αλλά σκοπό. Υπηρετούν ένα μεγάλο ψέμα και το κάνουν συνειδητά. Ένα βαθύ γκρι τους σκεπάζει και τα χρώματα δεν τους πλησιάζουν.

Βεβαίως υπάρχουν και εξαιρέσεις, που δεν αρκούν όμως για να σπείρουν σ’ αυτό το άχρωμο και άοσμο περιβάλλον, τις ανθρώπινες συμπεριφορές.
Ένα παλαιότερο απόσπασμα του ραδιοφώνου, αφιερωμένο σε όλους αυτούς που υπηρετούν  την πολική πραγματικότητα, που χαρακτήρισε την μεταπολιτευτική περίοδο,   συνεπικουρούμενοι  πρωτίστως,  από τον γυάλινο συνεργάτη  τους. Αφιερωμένο στους  απέναντι  του άλλου κόσμου του γυάλινου!
«Όταν δεν μπορείς να πεις αυτό που θες, μεγαλώνεις γρήγορα και ξαφνικά αποστρέφεσαι τους καθρέπτες, που δείχνουν τα μαλλιά σου άσπρα, βρίσκεις νέους φίλους, καινούρια αγάπη και ταξιδεύεις τα χρόνια σου, στο βαγόνι αποσκευών. Έχεις ότι χρειάζεται για την πρώτη θέση, αλλά δεν το παραχωρείς στον εαυτό σου. Τον τιμωρείς που προτίμησε τις άδεις μέρες, το άδειο σώμα, από φόβο μήπως η λέξη που σκάλωσε στα δόντια σου και δεν έβγαινε με τίποτα έβρισκε ανταπόκριση. Αχ τι αισθηματικά ιδεολογήματα στηρίξαμε πάνω στις στερήσεις μας, πόσες αρνήσεις δεν εφηύραμε προκειμένου να επιβεβαιώσουμε τον τρόμο μας για την αρχέτυπη απόρριψη»

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Η πραγματικότητα σκάει στη ζήλια



Όνειρο ήταν και έσβησε. Για την ώρα δεν με ενδιαφέρει η φροϋδική θεώρηση. Δεν θα σας βάλω στη δοκιμασία, να σας το διηγηθώ, για να είμαι ειλικρινής ούτε και εγώ μπορώ να αντέξω διηγήσεις ονείρων. Πέρα από την συγκεχυμένη εικόνα, που έστω με κάποιο τρόπο μπορεί να μεταφερθεί, τα έντονα συναισθήματα πώς να τα μεταφέρεις;
Απόψε ταξίδεψα σε άγνωστο χρόνο και τόπο, στην κόλαση ή στον παράδεισο, δύο προορισμοί για τους οποίους ακόμα δεν έχω αποφασίσει. Ήταν από εκείνα τα όνειρα, που νομίζεις ότι τα έχεις ξαναδεί, απ’ αυτά που θέλεις να ξαναδείς, και με κάποιο τρόπο μαγικό το υποσυνείδητο, σου κάνει το χατίρι και τα προβάλλει όταν η ψυχή τα έχει ανάγκη. Οι αισθήσεις έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, ακόμα και η όραση που ταλαιπωρείτε, από τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό πρεσβυωπίας, κατάφερε να δει και στο σκοτάδι. Όλα δυνατά. Με την πραγματικότητα να σκάει στη ζήλια.

«Μην τον ξυπνάτε θα λαχταρήσει όταν γυρίσει ξανά στη γη», λέει ένα τραγούδι. «Τώρα το που υπνοβατεί και πως περνάει ο καθένας που κλείνει τα μάτια του, είναι μεγάλη ιστορία. Άλλοι καλοπερνούν περιδιαβάζοντας ήσυχους ωκεανούς, ωραία νερά, καλοτάξιδα καράβια, φωτεινές αγκαλιές. Άλλοι μπαίνουν στα μνήματα της μνήμης τους, να φέρουν πίσω αγαπημένους, προσπαθούν να πετάξουν αλλά έχει βοριά, επιχειρούν να τρέξουν αλλά έχει εμπόδια».
Πιο πολύ από το όνειρο θυμάμαι εκείνο το δέκατο του δευτερόλεπτου που άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. Αυτό το σχεδόν κενό χρόνου, που ονειρεύεσαι ότι ξύπνησες και ζεις μια εκδοχή του ονείρου, για άλλη μια φορά μέσα στο όνειρο. Προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις αν είσαι καλύτερα εκεί που ξύπνησες ή μήπως έπρεπε να μείνεις στο χρονοχώρο του ονείρου. Δεν χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Εκεί στο όνειρο ακόμα και για πάντα. Δύσκολα έρχονται τέτοια όνειρα να σου γλυκάνουν την ψυχή.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Τα όνειρα μας ζουν με την αντίρρηση



Αη στο διάολο. Έως εδώ. Φτάνει πια.  Συνήθως έτσι τελειώνει κάτι ανυπόφορο  και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κάτι άλλο. Είναι στιγμή που ένα μείγμα συναισθημάτων εκρήγνυται. Από την υπερένταση στην ανακούφιση, από την αγωνία στην εκτόνωση. Οι συμπεριφορές διαφορετικές για τον καθένα,  όλες όμως συμφωνούν, εμφορούμενες από ένα φορτίο που ξεπέρασε τον αποθηκευτικό χώρο της ψυχής.
Νοιώθεις  από την αντίθετη πλευρά,  ακριβώς τη ζωή εκείνου του δευτερόλεπτου, μετά την  εκσπερμάτωση. Σκορπισμένες λέξεις, και καμία προσπάθεια για να μπουν σε μια σειρά.   Και τι σειρά να βρουν, που να χωρέσουν;  Λέξεις  μάνες,  μήτρες, κυψέλες,  τα άπαντα των ποιητών που μας συνάντησαν. Κάθε μία σέρνει πίσω της  και μια ζωή.  


Επιστροφή στο Λαό και στην πολιτική θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με δυο λόγια αυτό που δημιουργείτε μέσα στα χαλάσματα. Επιστροφή στην κοινωνία σε μια αμφίδρομη πορεία, που βγάζει ψυχή και γεννά προσδοκίες. Σε μια περίοδο αποδόμησης, η συγκρότηση πυρήνων άμυνας  δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για το αύριο. Πίσω και μπροστά.  Να ξαναγίνουμε τρελοί που κάνουνε οχτάρια στην παραλιακή. Που ρισκάρουνε καριέρες για ένα «όνειρο».
Δεν σας  το κρύβω, πρώτη φορά νοιώθω τόσο αισιόδοξος. Πρώτη φορά,  εν μέσω τόσων προβλημάτων πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε. Και θα τα καταφέρουμε. Όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε.
«Στην πατρίδα μας τα άνθη της πέτρας φυτρώνουν εκεί στις αρχές της άνοιξης, τότε  που τελειώνει ο σχεδόν πάντα γρουσούζικος Φλεβάρης.
 Εμείς δεν περιμένουμε τις αμυγδαλιές να ανθίσουν. Από τα λουλούδια των υπεραιωνόβιων βράχων νιώθαμε την νέα εποχή που θα πρόσθετε στις αισθήσεις μας ένα νέο ρίγος...»

       

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Και όμως ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο



Τι καλύτερο από μια σιωπή μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;  Και είναι μέρες, που με  ακολουθεί. Ίσως  να θέλει να με προστατεύσει.  Ίσως και να μην έχουν μπει στη σειρά,  οι λέξεις που θα ήθελα. Μπορεί να υπολογίστηκαν στο «Πριν», στο «Μετά» όμως στριμώχνονται βιαστικές σε ένα στόμα και αν τις  αφήσεις, μπορεί να βγάλουνε κραυγές.
Και όμως  ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο.  Όμως και πάλι πλήγωσε.  Αυτά τα «Πριν» και τα «Μετά» κείμενα, με αφορμή το χρόνο, ζέσταμα είναι για να μη πιάσει κράμπα τη ψυχή και τα φτύσει στο πρώτο κατοστάρι.  Είναι μεγάλη η απόσταση βλέπεις… 
Σε αυτό το διάστημα της προθέρμανσης λοιπόν, λίγο πριν δοθεί το σήμα του αφέτη, βυθίζομαι σε μια επιλεγμένη σιωπή. Παλεύω   με τις λέξεις,  με τις φωνές τους,  με την εφηβεία τους, που βιάζεται να αποδώσει δικαιοσύνη.  Διαδικασία επώδυνη. 
Ό,τι γυρίζω στα ίδια είναι γνωστό και καταγεγραμμένο. Όμως αλλιώς τα κοιτάω κάθε φορά.  Σαν παιγνίδι του μυαλού να το εκλάβετε. Ψυχοφθόρο όμως. Και μη νομίζετε ότι μας σώζει η σιγουριά της σιωπής. Ποτέ άλλωστε δεν περιμέναμε να μιλήσουμε με το δικηγόρο μας. Το «σίγουρο»  δεν υπήρξε για εμάς γοητευτικό, γι’ αυτό άλλωστε  και μια  ζωή κομμάτια. Τίποτα ολόκληρο. Μόνο εμείς μείναμε ολόκληροι, με τα «θέλω» να μας βασανίζουν. Τη στέρηση μπροστά σε κάθε λέξη βάζουμε. Άηχη. Για τα μικρά μιας ζωής, αλλά και τα μεγάλα. 


«Αντίο λοιπόν και τι να πούμε».  Οι λέξεις χρειάζονται το χρόνο τους και πάντως έπονται μετά τη σιωπή.  Θα σου γράψω... Που πάει κανείς όταν φεύγει;
«…φυσικά αντιλαμβάνομαι  ότι δίχως εσένα είναι αδύνατον να ζήσει  ένας πολιτισμένος άνθρωπος, εάν όμως αυτός ο άνθρωπος  έχει μια μικρή ελπίδα  να σε δει, τότε,  θα είναι πολύ χαρούμενος. Θα είμαι πολύ χαρούμενος επίσης αν σου χάριζα δέκα μεγάλες κούκλες αρκεί να χαμογελούσες… ελπίζω ότι δεν θα θυμώσεις με τα ανόητα μου γράμματα. Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ  - αυτά τα γράμματα  είναι οι μόνες γιορτές πού έχω..»
Απόσπασμα επιστολής του  Β. Μαγιακόφσι  στη Λίλι Μπρικ.
Και ύστερα έγινε «σύννεφο με παντελόνια» 
Αλλά όπως λενε «το επεισόδιο επερατώθη. Ποιος ο λόγος να απαριθμούμε  αμοιβαίες πίκρες, πόνους και  προσβολές;»
Έγραψε  και έφυγε, όπως πάντα  τεράστιος και πανταχού παρών. Αγαπημένος και αλησμόνητος. Για τούτο ακριβώς   κι ανίκητος.   αλώβητος και αθάνατος.
Τι καλύτερο από μια σιωπή, μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;
 

ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...