Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Στην άκρη του χρόνου

 

Πού να φανταστώ. Από το ’12 που γράφτηκε το παρακάτω, ως το ’25, οι εποχές άλλαξαν πιο γρήγορα από μας. Η ζωή γύρισε ανάποδα και ζήτησε να συνεχίσουμε σαν να μην έγινε τίποτα. Κι εγώ ακόμη δεν μπορώ να αντικαταστήσω τις λέξεις που με βαραίνουν. Το παράπονο δεν το έχω με τους άλλους. Μαζί μου τα έχω. Με όσα άφησα να με παρασύρουν, με όσα επέτρεψα να θολώσουν τον έρωτα, την πίστη, την ανάσα.

Κάθε αλλαγή χρόνου μετριέται σε απουσίες. Σε καρέκλες άδειες, σε πρόσωπα που χάθηκαν, σε στιγμές που δεν πρόλαβαν. Κουβαλάμε μια ποινή που δεν ξέρουμε ποιος την όρισε. Βαδίζουμε σε λεπτές ισορροπίες, ανάμεσα σε πραγματικότητες που μας τρομάζουν και ψευδαισθήσεις που μας βολεύουν. Είναι πιο εύκολες οι ψευδαισθήσεις. Δεν ζητάνε θάρρος.



Ανεβαίνω στην ταράτσα. Δεν έχω στολίδια, δεν έχω λαμπιόνια να παίζουν χαζούς ρυθμούς. Απέναντι μπαλκόνια φωτισμένα, σαν να θέλουν να νικήσουν το σκοτάδι με μπαταρίες. Γελάω λίγο, για να μην τους ζηλέψω. Και τότε έρχεται το παράπονο, πάντα ακάλεστο. Να με δικαιώσει, να με προστατεύσει, να με φυλακίσει. Σκεπάζει τα πάντα σαν χιόνι.

Μόνο που φέτος, μέσα στο χιόνι, υπάρχει κάτι ακόμη.
Μια μικρή ζεστασιά που δεν την είχα ξανανιώσει.
Σαν να άφησε ο χρόνος ένα κενό για να χωρέσω επιτέλους κάτι αληθινό.

Ψιθυρίζω: Δεν θέλω να μείνω μόνος.
Το λέω πρώτη φορά χωρίς ντροπή. Χωρίς άμυνα.
Κι εκεί, στο κέντρο της ταράτσας μου, καταλαβαίνω πως κάτι μπορεί να γεννηθεί κι από έναν, αρκεί να τολμήσει να σηκώσει το βλέμμα. Να δει το μικρό φως που επιμένει. Να εμπιστευτεί τη μικρή ζεστασιά που τον διαπερνά. 
Δ


Χριστούγεννα από πολυεστέρα

Φέτος δεν θέλω τίποτα. Ούτε δέντρα, ούτε μουσικές, ούτε ευχές. Δεν θέλω καν τους ανθρώπους που επιμένουν να παίζουν τη χαρά ενώ μέσα τους σέρνουν κουρασμένες σκιές. Δεν αντέχω άλλη μια γιορτή που προσποιείται ότι είναι φως, ενώ είναι απλώς ένας ακόμη τρόπος να κρύβουμε το σκοτάδι.


Η αλήθεια είναι απλή. Δεν μας φταίνε τα Χριστούγεννα. Μας φταίει ότι φοβόμαστε να δούμε τι έχουμε γίνει. Πως όσο περνούν τα χρόνια, μαθαίνουμε να επιβιώνουμε μέσα από επαναλήψεις. Στολίζουμε για να μη σκεφτόμαστε. Γελάμε για να μη ραγίσουμε. Φωτίζουμε τα μπαλκόνια για να μη δούμε το μέσα.



Και η κοινωνία βολεύεται. Θέλει τον άνθρωπο ήσυχο, χαμογελαστό, συναινετικό. Δεν θέλει σκέψη. Δεν θέλει κριτική. Θέλει χειροκρότημα στα αυτονόητα. Θέλει να συνεχίσουμε το θέατρο, γιατί χωρίς αυτό θα φανεί πόσο άδειοι είμαστε. Και πόσο άδικο είναι το βάρος που κουβαλάμε.

Αν τολμήσεις να πεις πως δεν νιώθεις τίποτα από τη γιορτή, θα σε ακούσουν σαν να μιλάς άλλη γλώσσα. Αν πεις πως θέλεις να μείνεις μόνος, θα σε κοιτάξουν σαν να έπαθες βλάβη. Εδώ δεν συγχωρούνται οι αλήθειες. Συγχωρούνται μόνο οι σιωπές.

Κουράστηκα. Όχι από τον Δεκέμβρη. Από την υποχρέωση να είμαι «καλά». Από τις ευχές που γλιστρούν πάνω από την πραγματικότητα. Από τον φόβο όλων να δουν έστω για μια στιγμή τον εαυτό τους χωρίς περιτύλιγμα. Από την απελπισμένη ανάγκη να μη φανεί καμία ρωγμή.

Φέτος δεν θα προσποιηθώ. Δεν θα ευχηθώ. Δεν θα πατήσω πάνω στις ίδιες λέξεις που λέγονται κάθε χρόνο, επειδή κανείς δεν τολμά να βουβαθεί. Φέτος θα κάνω κάτι άλλο: θα αφήσω χώρο. Χώρο για την αλήθεια που δεν βολεύει. Χώρο για την κούραση. Χώρο για τον φόβο που αποφεύγουμε. Χώρο για εκείνο το μικρό κομμάτι του εαυτού μας που ποτέ δεν βρίσκει θέση μέσα στη βουή.

Αν υπάρχει μια γέννηση που με αφορά, είναι αυτή: να γεννηθεί ξανά η ικανότητα να βλέπουμε καθαρά. Να πούμε επιτέλους ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι από φως, αλλά από ύλη που αντέχει το σκοτάδι. Και πως ίσως αυτό να είναι πιο τίμιο από κάθε χριστουγεννιάτικη λάμπα.

Η πραγματική γιορτή δεν έχει μουσικές. Έχει σιωπή. Δεν έχει χρώματα. Έχει διαύγεια. Δεν έχει πλήθη. Έχει άνθρωπο. Έναν. Κι αυτό αρκεί. 
Δ

Η αριστερή καρδιά που ξεχάστηκε στο συρτάρι

Κάποτε φώναζες στους δρόμους «Φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι», πετούσες πέτρες στους «μπάτσους» που τότε ήταν «γουρούνια δολοφόνοι», και η φωνή σου είχε το βάρος μιας αλήθειας που έκοβε. Σήμερα μοιράζεις γλωσσόφιλα, χειραψίες και καρέκλα εξουσίας. Το ίδιο στόμα που ορκιζόταν στην επανάσταση τώρα ψιθυρίζει διπλωματίες, και το ίδιο βλέμμα που κοιτούσε με μίσος τους ισχυρούς, τώρα τους κοιτάζει σαν να ζηλεύει την κορυφή τους.


Η αφιέρωση του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα «ΙΘΑΚΗ» στον Άδωνι Γεωργιάδη, είναι από μόνη της μικρό πολιτικό μανιφέστο. Ένα χαριεντισματάκι, που δεν γεννήθηκε από φιλία, αλλά από μια παράξενη, σχεδόν ψυχιατρική σχέση με την εξουσία. Δεν είναι απλώς ειρωνεία της Ιστορίας. Είναι αυτοπροδοσία με κορνίζα.



Είναι μία από εκείνες τις μικρές ήσυχες προδοσίες όπου ο πρώην δεσμοφύλακας μεταμορφώνεται σε… συμπαθή. Το σύνδρομο της Στοκχόλμης παύει να είναι μεταφορά και γίνεται εξήγηση: ο κρατούμενος αρχίζει να αγαπά αυτόν που τον κρατούσε.

Η εξουσία δεν σε αγοράζει μονάχα με προνόμια, σε εκμαυλίζει εσωτερικά. Σαν δεσμοφύλακας που γίνεται συναγωνιστής, σε πείθει ότι χωρίς αυτήν δεν υπάρχεις. Οι παλιοί σου εχθροί – η εξουσία, τα κανάλια, οι θεσμοί, οι πολιτικοί που κάποτε έφτυνες – στέκονται τώρα δίπλα σου σαν φυσικοί σύμμαχοι. Και εσύ, που κάποτε τους κοιτούσες με μίσος και δέος, συνεχίζεις να τους βλέπεις ψηλότερους.

Αυτό δεν είναι μόνο συμβιβασμός. Είναι μεταμόρφωση ψυχής. Η οργή γίνεται ειρωνεία, η αντίσταση κουστούμι, το βλέμμα μαλακώνει και το χαμόγελο μπαίνει στη θέση της αλήθειας.

Η αφιέρωση, το βιβλίο – όλα γίνονται καθρέφτες. Η μεγαλύτερη δύναμη της εξουσίας δεν είναι να σε αγοράζει, αλλά να σε πείθει ότι την αγαπάς.

Κι έτσι μένει μέσα μας αυτή η αριστερή μελαγχολία, όχι σαν ήττα αλλά σαν μνήμη. Η μνήμη του ανθρώπου που κάποτε ήξερε ποιος ήταν και σήμερα κοιτάζει τον καθρέφτη με αμηχανία. Γιατί στο τέλος, η πραγματική προδοσία δεν είναι η πολιτική στροφή. Είναι η ήμερη, καθημερινή, σχεδόν τρυφερή μεταμόρφωση της ψυχής. 
Δ

Το ευγενικό φίλτρο του χρόνου

Ακριβή μου πρεσβυωπία, εσύ που μπήκες στη ζωή μου ντροπαλά, με έναν βαθμό, κι όμως κατάφερες να μείνεις. Σε βγάζω από την αποθήκη των παλιών μου γραπτών, παρότι στο μεταξύ ανέβηκες καμαρωτά προς τους τρεις βαθμούς, σαν παιδί που μεγάλωσε χωρίς να ρωτήσει κανέναν.


Και εγώ, που γκρινιάζω για όλα, πρέπει τώρα να παραδεχτώ ότι τα πάντα εν σοφία εποίησε, ακόμη και σένα, την καθημερινή μου ενόχληση, που με αναγκάζεις να σπείρω γυαλιά όπου κι αν βρεθώ. Στο μπάνιο, στην κουζίνα, στο γραφείο, στην κρεβατοκάμαρα. Μικρά διαφανή σημάδια μιας ηλικίας που επιμένει να δηλώνει την παρουσία της. Γυαλιά πολλαπλών αποστάσεων και πολλαπλών αυταπατών.



Κι όμως, εσχάτως ανακάλυψα ότι η αύξησή σου είναι ευεργετική. Αναγκαία. Σχεδόν λυτρωτική. Γιατί χωρίς εσένα θα έβλεπα τον εαυτό μου όπως ακριβώς είναι, και ποιος αντέχει τόση διαύγεια χωρίς προετοιμασία;

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη χωρίς τα βοηθητικά μου γυαλιά και ο χρόνος έχει την καλοσύνη να με μπερδέψει. Δεν υπάρχουν άσπρες τρίχες, δεν υπάρχουν ρυτίδες. Είμαι εγώ του πριν δεκαπέντε χρόνων. Τότε που η μέρα ήταν πιο φωτεινή χωρίς να το ξέρω και η πρεσβυωπία δεν είχε ορίσει ακόμη την επικράτειά της.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους γύρω μου. Στο ημίφως όλοι γινόμαστε εκδοχές του παλιού μας εαυτού. Άνθρωποι που ξέχασαν για λίγο τι σημαίνει χρόνος. Άνδρες της ηλικίας μου, που κάποτε τους έβλεπα ως καθαρό δείγμα μεσήλικων, τώρα μοιάζουν… συμφοιτητές. Συνομήλικοι. Σχεδόν συνοδοιπόροι στον ίδιο φωτεινό μύθο. Ευεργετικές συνέπειες μιας πάθησης που αλλιώς θα τη βρίζαμε.

Γι’ αυτό σας το λέω, και κυρίως στις Κυρίες που παλεύουν να αποφύγουν τα γυαλιά όσο μπορούν: αφήστε την αντίσταση. Εμπιστευτείτε το ελαφρύ νεφέλωμα που σας προσφέρει η ηλικία. Είναι το πιο φυσικό φίλτρο ομορφιάς που εφευρέθηκε ποτέ. Θα βλέπουμε την εικόνα μας όπως θα θέλαμε να είναι και θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι ο χρόνος μας προσπερνά από ευγένεια.

Όσο για την αληθινή εικόνα, ας την κρατήσουμε για τους νέους.
Αυτοί, έτσι κι αλλιώς, βλέπουν και στο σκοτάδι. 
Δ

Η πόλη που βουλιάζει στον ύπνο της

Χθες γράψαμε για ένα δείπνο, που έγινε ωραιότερο μέσα στο σκοτάδι. Καλό είναι αυτό. Μόνο που, την ίδια ώρα, η πόλη πλήρωνε τον λογαριασμό. Γιατί οι διακοπές ρεύματος δεν είναι αφορμές μόνο για αισθησιακές στιγμές. Είναι υπενθυμίσεις μιας πραγματικότητας που έχουμε κουραστεί να παραδεχόμαστε.


Η Κέρκυρα έχει έναν παράξενο τρόπο να ανέχεται. Ανέχεται τις λακκούβες, την υγρασία, τις ουρές, τους θορύβους που δεν ανήκουν σε καμία πόλη που σέβεται τον εαυτό της. Ανέχεται και τις διακοπές ρεύματος, σαν μικρές προειδοποιήσεις ότι κάτι μέσα μας έχει κι αυτό καεί, χωρίς να το παραδεχόμαστε.



Η ανοχή έχει γίνει τρόπος ζωής. Πέφτει το ρεύμα, κλείνουν τα πάντα. Τα φανάρια σβήνουν, τα μαγαζιά σταματούν, οι ηλικιωμένοι ψάχνουν στο σκοτάδι. Κάποιοι εγκλωβίζονται, άλλοι τρέμουν μήπως χαλάσει το οξυγόνο, άλλοι απλώς βλαστημούν. Και όλοι, μα όλοι, περιμένουν. Λες και το ρεύμα δεν είναι δημόσιο αγαθό.

Κάθε φορά το ίδιο έργο. Κάποια γραμμή κουράστηκε, κάποιο καλώδιο το πήρε απόφαση, κάποιος πίνακας δεν άντεξε. Και μαζί τους δεν αντέχει και η πόλη. Αργά, κουρασμένα, με τον ρυθμό ενός τόπου που έχει συνηθίσει να υπομένει και όχι να απαιτεί.

Χθες δύο άνθρωποι είδαν το σκοτάδι αλλιώς. Οι υπόλοιποι είδαν απλώς την αλήθεια. Ότι η Κέρκυρα βουλιάζει λίγο περισσότερο κάθε φορά που πέφτει ο διακόπτης. Όχι γιατί έμεινε χωρίς φως, αλλά γιατί έμεινε χωρίς αντίδραση.

Όταν έσβησε το φως, μείναμε γυμνοί μπροστά στο ίδιο μας το χάος. Κι αντί να θυμώσουμε, αντί να απαιτήσουμε, απλώς ανάψαμε ένα κερί και περιμέναμε. Σαν να φοβόμαστε μήπως αν σηκώσουμε κεφάλι ανακαλύψουμε πως είμαστε κι εμείς μέρος της βλάβης.

Το πραγματικό blackout δεν είναι στα καλώδια. Είναι μέσα μας. Κι όσο δεν το ανάβουμε, τόσο η πόλη θα κοιμάται όρθια. Σε έναν ύπνο που κανείς δεν θυμώνει και κανείς δεν ξυπνά.

H φωτογραφία είναι του Νick de Wolf 1956 
Δ

Έλα ψυχή μου, δώσε ρεύμα

Χθες το βράδυ η πόλη έσβησε ξανά. Μια ακόμη διακοπή ρεύματος, από αυτές που έχουν γίνει πια μέρος της καθημερινής μας αναπνοής. Μια πόλη που μένει στο σκοτάδι γιατί έχει εξαντληθεί από το φως που της ζητούν. Το δίκτυο κουρασμένο μετά το καλοκαίρι, κι εμείς στη μέση, να συνηθίζουμε όλο και πιο εύκολα το έρεβος.


Την είχα καλέσει για δείπνο. Είχα ετοιμάσει ριζότο με πορτσίνι, μια μικρή χειρονομία φροντίδας, ίσως κι ένα πρόσχημα. Την ώρα που άπλωνα το πιάτο μπροστά της, τα πάντα έσβησαν. Ένα απόλυτο σκοτάδι, χωρίς προειδοποίηση, σαν να τραβήχτηκε απότομα το πέπλο που κρατούσε τον κόσμο σε τάξη.



Η αμηχανία κράτησε λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα ανάψαμε κεριά. Το φως τρεμόπαιζε πάνω στο τραπέζι, στους ώμους της, στον λαιμό της. Κι εκεί, χωρίς καμία πρόθεση, έγινε κάτι παράξενα ξεκάθαρο: ο χώρος άρχισε να μικραίνει, να κλείνει γύρω μας σαν μυστικό. Οι σκιές μας πλησίαζαν η μία την άλλη πιο άμεσα από εμάς τους ίδιους. Το σκοτάδι δεν μας έκρυβε. Μας αποκάλυπτε.

Θυμήθηκα τότε τον στίχο του Ελύτη, «πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως». Και για μια στιγμή, μέσα σε εκείνο το ακατέργαστο σκοτάδι, ένιωσα πως ο στίχος δεν ήταν ποίημα αλλά περιγραφή. Σαν να υπήρχε ένα ηλεκτρικό πεδίο ανάμεσά μας, που δεν χρειαζόταν ρευματοδότη ούτε ισχύ. Ένα ρεύμα που δεν είχε σχέση με καλώδια. Ένα άναμμα που δεν θα το κατέγραφε κανένας μετρητής της ΔΕΗ.

Το φαγητό μύριζε πιο έντονα, σαν να έβγαινε από ένα βάθος που πριν δεν αγγίζαμε. Ο κόσμος έξω είχε χαθεί, αλλά μέσα στο σπίτι ο χρόνος έγινε πιο πυκνός. Χωρίς τους βόμβους των συσκευών, άκουγα μόνο την ανάσα της κι αυτή ήταν η μόνη ενέργεια που έμοιαζε απαραίτητη. Η μόνη που σε φόρτιζε πραγματικά.

Όταν το ρεύμα επέστρεψε μισή ώρα μετά, όλα ξαναπήραν τη συνηθισμένη τους θέση. Τα φώτα άναψαν, ο θόρυβος γύρισε, η πόλη έκανε πως συνεχίζει κανονικά. Κι εγώ δεν ξέρω αν χάρηκα.

Ίσως γιατί το σκοτάδι, για μια φορά, φώτισε περισσότερα απ' όσα έκρυψε. Και γιατί, όταν η ψυχή δίνει ρεύμα, οι λάμπες απλώς περισσεύουν. 
Δ

Μια ίντσα δρόμος από το αύριο

Συνήθως κατηγορούμε την εποχή μας για όλα. Για τον θόρυβο, για την ταχύτητα, για τα νεύρα που μαζεύονται σαν χρέη. Μας φταίει που τρέχουμε, που δεν προλαβαίνουμε, που οι μέρες περνούν χωρίς να ρωτήσουν. Είναι λίγο άδικο. Όσο κι αν το κρύβουμε, ζούμε στην πιο φροντιστική εποχή που γνώρισε ο άνθρωπος.


Περπατούσα νωρίς το απόγευμα και το φως είχε εκείνη τη θαμπή αποφασιστικότητα του χειμώνα, σαν να μην ξέρει τι θέλει αλλά να συνεχίζει. Σ’ ένα κατάστημα, πίσω από το τζάμι, μια mini LED 55 ιντσών έπαιζε εικόνες από κόσμους που δεν ήταν δικοί μου, κι όμως είχαν μια ακρίβεια σχεδόν τρυφερή. Την κοίταξα και ήξερα αμέσως ότι αυτή θα είναι η επόμενη που θα μπει στο σπίτι μου. Όχι κάποτε. Αυτή την εβδομάδα.



Όχι γιατί με κυβερνά η ύλη. Αλλά γιατί αναγνωρίζω την ομορφιά του ανθρώπινου κόπου όταν πιάνει τόπο. Πίσω από κάθε φωτεινή ίντσα κρύβεται ένας ολόκληρος αγώνας: μηχανικοί, ιδέες, δοκιμές, επιστροφές, ξανά από την αρχή. Η τεχνολογία δεν είναι ψευδαίσθηση, είναι μνήμη της ανθρώπινης προσπάθειας. Και μ’ αρέσει να τιμώ ό,τι δεν έγινε τυχαία.

Στάθηκα για λίγο απέναντί της. Η πόλη έβρεχε ψιλά, οι περαστικοί έτρεχαν, κι εγώ ένιωθα πως η οθόνη δεν μου ζητούσε τίποτα. Απλώς φώτιζε αυτό που μπορούσε. Και μέσα σε αυτή την απλή πράξη υπήρχε κάτι καθαρό: η εξέλιξη δεν σταμάτησε, κι εγώ δεν χρειάζεται να μένω πίσω για να το αποδείξω.

Δεν παραδίδομαι στην τεχνολογία, την παρατηρώ. Είναι ενδιαφέρον να βλέπεις πόσο παλεύει η ύλη να προσελκύσει την προσοχή μας, λες και φοβάται μην την ξεχάσουμε. Κάθε πάνελ, κάθε χρώμα, κάθε αυτόματη ρύθμιση είναι μια μικρή διακήρυξη ότι ο κόσμος πρέπει να φαίνεται πιο λαμπερός για να αντέχεται.

Κάποιος θα πει πως είναι υπερβολή να βρίσκεις νόημα σε μια τηλεόραση. Ίσως. Μα καμιά φορά η ύλη γίνεται ο καθρέφτης της εποχής μας. Όχι για να τη δικαιώσει, αλλά για να την δείξει όπως είναι: μια διαρκής προσπάθεια να βελτιωθεί ο κόσμος, έστω κι αν εμείς τον περπατάμε λίγο κουρασμένοι.

Θα την πάρω. Όχι για να γεμίσω ένα κενό, αλλά για να αναγνωρίσω μια στιγμή της εποχής μου. Μια στιγμή όπου το φως γίνεται λίγο πιο ακριβές και εγώ, από τη μεριά μου, παραμένω θεατής αλλά όχι παθητικός. Παραμένω παρών. Κι ίσως, τελικά, αυτό είναι το πιο ανθρώπινο από όλα.

Αόρατες βάσεις

Σήμερα η Κέρκυρα βρέχεται σαν να θέλει να ξεπλύνει όσα δεν λέγονται. Αυτές οι ώρες της σιωπής γεννούν σκέψεις που δεν χωρούν σε εξομολογήσεις. Απλώς προκύπτουν. Σκέψεις για το πώς κρατιούνται δύο άνθρωποι χωρίς να καταπίνουν ο ένας τον άλλον.


Η ελευθερία μέσα σε μια σχέση δεν είναι δικαίωμα, είναι ευθύνη. Χωρίς σεβασμό καταντάει προκάλυμμα για μικρές ύπουλες αυθαιρεσίες. Κι ο σεβασμός χωρίς ελευθερία γίνεται έλεγχος. Οι δύο έννοιες αλληλοεξαρτώνται, κι εκεί κάπου γεννιέται η στήριξη. Όχι η ηρωική, η άλλη, η απλή: να μη χαθείς όταν ο άλλος λυγίζει.



Η στήριξη δεν έχει συναίσθημα, έχει συνέπεια.
Από αυτή τη συνέπεια προκύπτει η προσφορά. Όχι σαν αρετή, αλλά σαν καθαρή πράξη. Ή θα κάνεις το μικρό εκείνη τη στιγμή ή δεν θα το κάνεις ποτέ. Η προσφορά δεν μιλάει. Αν μιλήσει, γίνεται συναλλαγή. Κρατιέται χαμηλά, αλλιώς χαλάει.

Κι έτσι, σχεδόν από αδράνεια, χτίζεται η αγάπη. Όχι η φανταχτερή, η πρακτική. Αυτή που δεν χρειάζεται ορισμούς, μόνο χώρο και αντοχή. Η αγάπη είναι απλώς το σημείο όπου αυτές οι έννοιες σταματούν να ξεχωρίζουν. Αντέχουν μαζί ή καταρρέουν μαζί.

Η βροχή απόψε το δείχνει καθαρά. Μια σχέση δεν σώζεται από μεγάλα λόγια. Σώζεται από αυτή την αόρατη συνέχεια. Αν σπάσει μία έννοια, λυγίζουν όλες. Αν σταθεί μία, στηρίζονται όλες.
Όλα τ’ άλλα είναι διακόσμηση. 

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Η βροχή που μας θυμάται

Βρέχει από το πρωί. Όχι δυνατά. Έτσι όπως ξέρει η Κέρκυρα να βρέχει, σαν να τρίβει με το νύχι της τον ουρανό. Άνοιξα το παράθυρο για να μπει λίγος αέρας και να δούμε αν το μέλλον έχει ακόμα μυρωδιά από χώμα και αλμύρα. Μου φάνηκε πως κάτι ψιθύρισε. Μη ξεχνιέσαι.

Δεν κρατώ πια τις παλιές μας ιδέες σαν λάβαρα. Τις κρατώ σαν απόδειξη ότι κάποτε ζητήσαμε κάτι μεγαλύτερο από τη βολή. Οι νεότεροι μας κοιτούν με το ήρεμο, ευγενικό τους χαμόγελο. Μιλούν μια γλώσσα που έμαθαν από τις οθόνες και όχι από τις πλατείες. Η εποχή δεν αντέχει μεγάλες κουβέντες, θέλει άμεσες απαντήσεις.






Κι όμως, κάθε φορά που σκέφτομαι αυτά τα παιδιά, μου έρχεται στο νου εκείνο το παλιό αίνιγμα με τον Θεό και τον πηλό. Πως κάπου στην αρχή κάτι στράβωσε όταν αποκοιμήθηκε με τα χέρια μέσα στη λάσπη. Όταν ξύπνησε, λένε, περίσσευε μια εντολή. Κανείς δεν την ανακοίνωσε. Μην ξεχνάτε να σηκώνεστε.

Η δική μας εποχή προτιμά να μας βλέπει καθιστούς. Σε γραφεία, σε ουρές, πίσω από φωτισμένες οθόνες. Με λίγες κινήσεις, λίγες διεκδικήσεις, λίγη φασαρία. Χωρίς να ταράζουμε τίποτα. Η ακινησία έγινε αρετή και το περπάτημα πολυτέλεια.

Όμως όταν βρέχει εδώ, όταν ο δρόμος γυαλίζει και τα καντούνια μυρίζουν πέτρα βρεγμένη, κάτι ξυπνά. Το σώμα θυμάται ότι δεν γεννήθηκε για να βολεύεται. Θυμάται την παλιά του κλίση προς το όρθιο, προς το να πηγαίνει, όχι απλώς να περιμένει.

Ίσως λοιπόν η πιο αθόρυβη επανάσταση να μην είναι κραυγή αλλά κίνηση. Να σταθούμε όρθιοι σε έναν κόσμο που μας θέλει καθιστούς. Να περπατήσουμε έστω λίγα μέτρα κόντρα στη συνήθεια.

Και η βροχή να συνεχίζει, σαν να μας θυμάται.

 

Νιφάδες και Λέξεις

Βρισκόμαστε εδώ για να σκοτώνουμε τον πόλεμο.

Μικρές ήττες, χαμένες λέξεις, βλέμματα που γλιστρούν πάνω από οθόνες.
Η σιωπή ανάμεσα στα κλικ γεννά το κείμενο, ανάσα μέσα στη φρενίτιδα που δεν επικοινωνεί, μόνο καταναλώνει.

Τα χρόνια φεύγουν και μας αλλάζουν. Οι φράσεις κονταίνουν, τα συναισθήματα γίνονται emoji, οι λέξεις χάνονται πριν τις πιάσουμε.
Το Facebook παραχωρεί τον θρόνο του. Το Instagram και το TikTok στήνουν το θέατρό τους. Στεκόμαστε θεατές ενός κόσμου χωρίς ήχους.



Σιωπή. Καταθέστε τα μολύβια. Μια φωτογραφία αρκεί. Η εικόνα φωτισμένη, επιμελημένη, μοιάζει ισχυρότερη από κάθε λέξη κι όμως δεν λέει τίποτα.
Παρά την πολυχρωμία, κυριαρχεί η μονοτονία, η κανονικότητα που απλώνει σκιές πάνω σε κάθε φωνή.

Ακόμα επιμένω μέσα από αυτήν την στήλη να φωτογραφίζω με λέξεις, να αιχμαλωτίζω στιγμές, φώτα και σκοτάδια. Μια λέξη μπορεί να αποφύγει χίλια κλικ. Μια φράση ανοίγει χαραμάδες εκεί που η εικόνα χτίζει τοίχους.

Για εμάς που δεν πιστεύουμε σε πέτρινες απαντήσεις, όπως λέει ο Μπουκόφσκι, η αποστολή παραμένει απαλή: είμαστε εδώ για να σκοτώνουμε τον πόλεμο.
Έξω βρέχει . Έβγαλα φωτογραφία, για να συμφιλιώσω δύο κόσμους.
Θυμήθηκα τη Δημουλά, που έκανε καταιγίδα με τρεις λέξεις:
«Τρέμεις βροχή».
Κι εμείς, μπροστά στα δικά μας χιόνια, τρέμουμε λίγο περισσότερο.
Και βλέπουμε το φως να γλιστρά ανάμεσα στις νιφάδες

Χριστούγεννα με αλυσίδες


Η πόλη στολίστηκε πριν προλάβει να ξεστολιστεί. Τα φώτα άναψαν πριν καν φτάσουν οι προσφορές, κι ο Δεκέμβρης μοιάζει πλέον με ημερολόγιο εκπτώσεων. Η Μαύρη Παρασκευή, η τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου, που εδώ και χρόνια απλώνεται σε ολόκληρες εβδομάδες, πλησιάζει πάλι. Κι ήδη βλέπεις ανθρώπους λαχανιασμένους να ψάχνουν «ευκαιρίες» μπας και ξεγελάσουν τον εαυτό τους. Δεν ψωνίζουν, αμύνονται.
Κι εγώ θυμάμαι πως τα πιο επικίνδυνα ταξίδια δεν είναι τα μακρινά. Είναι αυτά που δεν φαίνονται. Οι βουτιές στον δικό μας βυθό, με μια ανάσα κρατημένη για να μην ακουστεί το μέσα μας. Ταξίδια χωρίς εισιτήριο, χωρίς χάρτη, χωρίς εγγυήσεις. Τα άλλα, τα εξωτικά, είναι ακίνδυνα μπροστά σε αυτά.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η αγορά παίζει την ίδια χριστουγεννιάτικη παρτιτούρα. Κινητά που γερνάνε πριν φορτιστούν. Τηλεοράσεις που υπόσχονται ζωή σε οθόνη, σε ανθρώπους που δεν έχουν χρόνο για ζωή. Δόσεις, κουπόνια, εμπειρίες με κορδέλα. Τα όνειρα μας συσκευασμένα. Η επιθυμία σε πρόχειρη τιμή.
Κι ύστερα έρχεται η φωνή της ραδιοφωνικής κυρίας, σπασμένη αλλά καθαρή σαν αλήθεια.
«Μας ισοπέδωσαν. Μαύρες Παρασκευές, πράσινες Δευτέρες, χρυσές Τρίτες. Μάρκες, δόσεις, γιαούρτια με 200% λιπαρά, Ινδιάνοι με δώρο μικρούς Ινδιάνους, πλυντήρια που πληρώνουν το νερό. Πήρατε χιονοαλυσίδες; Όχι; Πώς θα κάνετε Χριστούγεννα χωρίς αλυσίδες; Με τι θα σας δέσουν; Θέλω λίγη σιωπή. Αυτή γιατί δεν μπαίνει σε προσφορά;»
Στο κενό μετά τη φωνή της, ανάμεσα σε δύο διαφημίσεις, πέφτει μια μικρή αλήθεια.
Δεν μας λείπει το δώρο.
Ούτε το τραπέζι.
Ούτε το ταξίδι.
Μας λείπει ο χώρος να αναπνεύσουμε.
Και τότε η ερώτηση αλλάζει μορφή.
Δεν είναι πώς θα κάνετε Χριστούγεννα.
Είναι αν θα αντέξετε να τα περάσετε
χωρίς να σας φορέσουν ξανά τις αλυσίδες.

Το Πολυτεχνείο της σιωπηλής εποχής


Κάθε Νοέμβρη η μνήμη μυρίζει υγρασία. Μια πόλη που μεγαλώνει, μια κοινωνία που μικραίνει, κι ένας φόβος που δεν λέει να γεράσει.

Στην άκρη κάθε δρόμου στέκει μια υπόσχεση που χάθηκε, μια γενιά που κουράστηκε, κι ένα παιδί που ακόμη κοιτάζει μπροστά.
Αυτό το παιδί με αφορά περισσότερο απ’ όλους.
Δεν θα γράψω για το Πολυτεχνείο, για τη μοναξιά θα γράψω.
Κάθε χρονιά τέτοια μέρα, νιώθω το ίδιο κενό.
Ήθελα να γράψω πολλά και τίποτα.
Πολλά, γιατί η Ιστορία το απαιτεί.
Τίποτα, γιατί η εποχή δεν τα αντέχει.
Το Ψωμί έγινε υπόσχεση που δεν φτάνει στην πόρτα.
Η Παιδεία διαβατήριο χωρίς προορισμό.
Η Ελευθερία, ένα πληκτρολόγιο που μιλά για λογαριασμό μας.
Οι οθόνες χαράζουν τον δρόμο μιας ανεπίγνωστης μοναξιάς, κι εμείς τις ακολουθούμε.
Κάθε γενιά έχει το δικό της Πολυτεχνείο.
Η δική μας το φόρεσε σαν παλιό ρούχο και το άφησε να ξεφτίσει.
Το μετατρέψαμε σε επετειακή υποχρέωση, σε σκηνικό, σε ρητορική άσκηση.
Οι κραυγές έγιναν hashtags, τα όνειρα αναρτήσεις, οι ελπίδες σημειώσεις στο περιθώριο.
Δεν γυρίζω πίσω για να υμνήσω.
Γυρίζω για να δω τι απέμεινε όρθιο μέσα σε έναν κόσμο που έμαθε να υποδέχεται τους συμβιβασμούς σαν επιτυχίες.
Κυκλώνω τη μνήμη μου για να μη χαθώ.
Κυκλώνω τους φόβους μου για να δω αν έχουν ακόμη φωνή.
Το Πολυτεχνείο, όσο κι αν το θέλουμε βολικό, μένει μια κληρονομιά ανήσυχη.
Ανήκει στα παιδιά που κοιτούν αλλιώς, που δεν χρωστούν τίποτα στη δική μας κόπωση.
Αυτά ξέρουν καλύτερα το επόμενο βήμα.
Αυτά θα αποφασίσουν αν ο κόσμος πρέπει να ανατραπεί ή απλώς να ξαναγραφτεί.
Ήθελα να γράψω πολλά και τίποτα.
Ίσως γιατί η αλήθεια δεν έχει στολίδια.
Η μοναξιά αυτού του Νοέμβρη μάς θυμίζει πως τίποτα δεν αλλάζει μέχρι κάποιος να σηκώσει το βλέμμα.
Δεν θα γράψω για το Πολυτεχνείο.
Γράφω για ό,τι το γέννησε.
Για τη σιωπή πριν από την κραυγή.
Για τον κόσμο που ακόμα, κάπου κρυφά, περιμένει να αλλάξει.

Η Ιθάκη δεν γράφεται με κεφαλαία



Για όσους ξεχωρίζουν τον προορισμό από το σύνθημα.

Η χώρα κυλά σαν τρένο χωρίς μηχανοδηγό. Οι επιβάτες κοιτούν από τα παράθυρα και χειροκροτούν το τοπίο, χειροκροτούν το ταξίδι, λες κι έτσι θα αλλάξει η διαδρομή. Όλοι ξέρουν όμως, οι ράγες χαράχτηκαν αλλού, από χέρια που έφτασαν πρώτα και ξέχασαν να μας πουν πού πήγαιναν.

Η πολιτική έχει γίνει θέατρο επαναλήψεων, κάθε πρεμιέρα ίδια με την προηγούμενη. Οι λέξεις «όραμα» και «αλλαγή» φθαρμένες από υπερβολική χρήση, οι υποσχέσεις ανακυκλωμένες, τα μεγάλα λόγια ξεθωριασμένα από τα φώτα. Το όραμα μοιάζει πλέον με σκηνικό που το στήνουν μόνο και μόνο για να το φωτογραφίσουν.



Κι όμως, μέσα στη μονότονη βουή, μερικοί επιμένουν να ονειρεύονται. Δεν λογαριάζουν κόστη, ούτε χάρτες. Δεν τους νοιάζει αν το τρένο θα φτάσει, περπατούν δίπλα του, στο χώμα, με τα μάτια στραμμένα στο φως. Είναι οι αδέσποτοι, οι ρομαντικοί, οι «ασταθείς» που δεν αναγνωρίζουν τα όρια της κανονικότητας. Αυτοί που δεν περιμένουν άδεια για να ξεκινήσουν.

Και μέσα στις φωνές και τα συνθήματα, επιστρέφει ξανά μια λέξη: Ιθάκη. Μόνο που πια χρειάζεται διάκριση.
Γιατί υπάρχει η ΙΘΑΚΗ, η κατασκευασμένη, η ρητορική, εκείνη που χρησιμοποιείται ως υπόσχεση λύτρωσης από όσους χρειάζονται μύθους για να κυβερνούν. Μια ΙΘΑΚΗ με κεφαλαία, βολική για ομιλίες και πρωτοσέλιδα, που υπόσχεται άφιξη πριν καν αρχίσει το ταξίδι.

Κι υπάρχει και η Ιθάκη, εκείνη που δεν υπόσχεται τίποτα. Η ήσυχη, η προσωπική, η αληθινή. Δεν έχει στάσεις, ούτε προορισμούς. Μόνο διαδρομές. Είναι η πίστη πως αξίζει να προχωράς, ακόμη κι όταν δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει ο δρόμος. Η Ιθάκη δεν είναι θρίαμβος, είναι προσπάθεια. Δεν είναι σύνθημα, είναι τρόπος να ζεις.

Κι αν κάτι σώζει ακόμα αυτή τη χώρα, είναι αυτοί που κρατούν την πίστη στην Ιθάκη μικρή αλλά αναμμένη. Εκείνοι που δεν μιλούν για σωτηρίες, αλλά για ταξίδια. Που συνεχίζουν να περπατούν προς το φως, χωρίς χειροκροτήματα, χωρίς μηχανοδηγούς.
Γιατί τα όνειρα που αξίζουν δεν χωρούν σε ράγες,
κι η αληθινή Ιθάκη δεν γράφεται ποτέ με κεφαλαία.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Η φωνή δεν πάει χαμένη




Όταν η πόλη μιλά, κάτι αλλάζει!

Όταν γράφαμε πως «ένας δρόμος κουράστηκε να σηκώνει το βάρος μας», λίγοι πίστεψαν ότι θα ακουστεί. Κι όμως, οι λέξεις κύλησαν όπως το νερό που βρίσκει ρωγμή, και κάπου άρχισαν να στάζουν μέσα στην παθητικότατα και να ενεργοποιούν αντανακλαστικά.

Η λέξη «παράταση» σπάνια συγκινεί. Κι όμως, αυτή τη φορά, ακούστηκε σαν μικρή νίκη. Γιατί πίσω από κάθε απόφαση που δεν πάρθηκε, πίσω από κάθε δρόμο, που δεν ξανάνοιξε,
υπάρχει μια κοινωνία που δεν σώπασε.

Ο δρόμος στα Μουράγια έμεινε κλειστός, προσωρινά. Αλλά ίσως για πρώτη φορά, η λέξη «προσωρινά» δεν σημαίνει αναβολή, σημαίνει αρχή. Η απόφαση να παραταθεί η μη διέλευση βαρέων οχημάτων από τα Μουράγια, δεν είναι απλώς μια προσωρινή ρύθμιση. Είναι η απόδειξη ότι όταν μια κοινωνία αντιδρά, κάτι κινείται. Ότι οι πολίτες, όταν μιλούν με πίστη και διάρκεια, μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις, να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων.

Κάποτε πιστεύαμε πως τίποτα δεν αλλάζει. Πως οι δρόμοι μένουν όπως τους βρήκαμε, πως τα λεωφορεία θα περνούν για πάντα δίπλα στη θάλασσα και πως η πόλη θα συνηθίζει να σωπαίνει.

Έτσι μάθαμε να περπατάμε μέσα στη φθορά, να θεωρούμε αυτονόητο το βάρος, να σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στην αδράνεια. Κι όμως, κάτι κινήθηκε.

Ένας δρόμος στα Μουράγια, κουρασμένος, ραγισμένος, γεμάτος μνήμη, έγινε αφορμή να ξαναθυμηθούμε πως η φωνή υπάρχει.
Πως η σιωπή δεν είναι λύση, πως η υπομονή δεν είναι πάντα αρετή.
Η πόλη μίλησε, και ο Δήμαρχος άκουσε.

Η μη διέλευση των βαρέων οχημάτων παρατείνεται, και η πόλη περιμένει την οριστική λύση με καθαρή θέση:
ότι η παλιά συνήθεια δεν μπορεί να επιστρέψει σαν τίποτα να μην έγινε. Δεν είναι μια μικρή λεπτομέρεια. Είναι η απόδειξη ότι η πίεση, ο διάλογος, η επιμονή, έχουν ακόμα αξία. Ότι ο δημότης δεν είναι θεατής, αλλά κομμάτι της λύσης.
Η αντίδραση δεν είναι βρισιά. Η συμμετοχή δεν είναι αγγαρεία. Η διεκδίκηση δεν είναι εμπόδιο, είναι δικαίωμα.

Όλα όσα σήμερα μοιάζουν αυτονόητα, κάποτε χρειάστηκαν φωνές που δεν βολεύονταν στη σιωπή. Η Κέρκυρα δεν σώπασε.
Και ίσως γι’ αυτό να άρχισε να ανασαίνει λίγο καλύτερα.
Γιατί κάθε μικρή νίκη είναι υπενθύμιση ότι τίποτα δεν πάει χαμένο, ούτε η επιμονή, ούτε η φωνή, ούτε η ελπίδα.
Αρκεί να μην τις χαρίζουμε στη σιωπή.

Η φωτογραφία είναι του Αλέξανδρου Μελίδη 

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...