Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Η θρησκεία... ένα συλλογικό ψυχοφάρμακo


Οι αποκεφαλισμοί που παρακολουθούμε σε απευθείας μετάδοση από τους ακραίους ισλαμιστές, δεν είναι τίποτα άλλο, από πιστή εφαρμογή των οδηγιών του «θεού» τους. Με αυτές τις αποτρόπαιες πράξεις εκπληρώνουν τον καθήκον τους και είναι συνεπείς με την πίστη που τους θέλει  να υπηρετούν το σκοτάδι.
Σχιζοφρένεια, υποστηρίζουν οι πιστοί πιο ήπιων μορφών θρησκειών, συνεκδοχικά όμως πρέπει να συμφωνήσουμε, ότι ο σκοταδισμός που κάθε θρησκεία υπηρετεί με συνέπεια, εκεί οδηγεί. Θυμήθηκα ένα παλαιότερο καβγά, που είχε ξεσπάσει στα μέρη μας με αφορμή το «Άγιο Φως», ξέρετε αυτό που ανάβει μόνο του και έρχεται αεροπορικώς με τιμές αρχηγού κράτους. Όταν κάποιος πιστεύει αυτές τις μπούρδες είναι πολύ εύκολο να κόψει κεφάλια.
Σε παλαιότερο άρθρο του ο Κλεάνθης Γρίβας, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΖΕΝΙΘ της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των άλλων, υποστηρίζει:
«Η επάνοδος και η μαζική αποδοχή των πιο ακραίων δημαγωγικών και επιθετικών παραφυάδων του χριστιανισμού, ισλαμισμού, και ιουδαϊκού φονταμελισμού αποδεικνύει απλώς ότι η θρησκεία ήταν και παραμένει το βασικότερο σύμπτωμα της οικουμενικής διανοητικής διαταραχής που συνοδεύει το ανθρώπινο είδος σ’ όλη την ιστορική του διαδρομή, ότι ο ορθολογισμός ήταν και παραμένει μια ασήμαντη βαλβίδα προστασίας απέναντι στην εγγενή σχιζοφρένεια του ανθρώπινου είδους, και ότι ο 20ος αιώνας που προβάλλεται αυτάρεσκα ως «εποχή της λογικής» δεν είναι παρά μια εποχή βαθύτατου σκοταδισμού».
Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο κ. Γρίβας, είναι το μοναδικό ον που μπορεί να πει «εγώ», δηλαδή έχει επίγνωση του εαυτού του και συνείδηση του γεγονότος, ότι αποτελεί μια μοναδική και ανεπανάληπτη οντότητα. Παράλληλα είναι το μοναδικό ζώο που ξέρει ότι θα πεθάνει. Όντας λοιπόν σε υπαρξιακή αδυναμία να αποδεχθεί την αναπότρεπτη βιολογική αναγκαιότητα του θανάτου της μοναδικής και ανεπανάληπτης οντότητάς του, είναι επιρρεπής στην αποδοχή οποιωνδήποτε ιδεολογικών κατασκευασμάτων που προσφέρουν τη δυνατότητα της επέκτασης της ύπαρξης του σαν κάποιο ασαφές «επέκεινα».
Και εδώ παρεμβαίνει η μεταφυσική και η θρησκεία, εν είδει ανακουφιστικού ψυχοφαρμάκου, που όπως όλα τα ψυχοφάρμακα έχουν άπειρες παρενέργειες και, κατά κανόνα, αποδεικνύονται χειρότερα από την αρρώστια.
Η θρησκεία είναι ένα συλλογικό ψυχοφάρμακο που εφευρέθηκε για να υποβαθμιστεί η αγωνία του θανάτου.
Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου κ. Καλόπουλος απέδειξε στους αλαλάζοντας πιστούς και κληρικούς, που συμμετείχαν σε μια παλαιότερη τηλεοπτική εκπομπή ότι το «άγιο Φως» δεν έρχεται εξ ουρανών αλλά είναι αποτέλεσμα μιας χημικής αντίδρασης του φωσφόρου όταν έρθει σε επαφή με το οξυγόνο. Για του λόγου το αληθές βούτηξε ένα κερί στο φώσφορο και μετά από δέκα λεπτά το κερί άναψε μόνο του. Η προσπάθεια του, να μεταπείσει τους παραπάνω «χρήστες ψυχοφαρμάκων» σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει ο κ Γρίβας έπεσε όπως ήταν φυσικό στο κενό.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται τόσο η πίστη όσο και ρόλος που επιφυλάσσει κάθε εκκλησία στους πιστούς της, που έχει ως βάση του την τυφλή υποταγή στο αλάνθαστο της ηγετικής ομάδας που κατέχει κάθε φορά την θρησκευτική εξουσία.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει


“Τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει, άντε ξανά τα ίδια τα ίδια απ’ την αρχή” Είναι ο εύκολος δρόμος. Δυο μοίρες αριστερά εσύ, δέκα μοίρες προς τα δεξιά εγώ, και νάτος “πάλι πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει.” Για το δικομματισμό ο λόγος που είχαμε την ψευδαίσθηση ότι ήρθε το τέλος του. Η κεντροδεξιά από τη μια η κεντροαριστερά από την άλλη και: Ολαρί α, ο λα ρά, δάγκωσε με πιο βαθιά. Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά Ολαρία ολαρά, γύρω γύρω τα παιδιά ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά.
Όλοι μαζί στο κέντρο να αλλάζουνε ανώδυνες μπαλιές καθυστερώντας το χρόνο και τις εξελίξεις. Έτσι για άλλη μια φορά, εμείς οι αιρετικοί θα βρεθούμε εκτός, ασκεπείς κουρασμένοι και θλιμμένοι από τις επαναλήψεις. Πενήντα χρόνια, πολεμούσαμε τον δικομματισμό. Πενήντα χρόνια αυτές τις εναλλαγές στην εξουσία που οδήγησαν τη χώρα μας στην καταστροφή και εκεί που πιστέψαμε ότι ξεμπερδέψαμε με αυτό το τέρας,. Νάτο και πάλι να αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του.


«Τι κάνουμε στο παρόν μας;  Όσοι  αγωνιούμε γι’ αυτό,  είμαστε από την πλευρά των αισιόδοξων, εκείνων  που δημιουργούν, που παράγουν ομορφιές,  που αμφισβητούν,  που μάχονται και   ας προβλέπουν  πως όλα θα πάνε χάλια. Στον αντίποδα όσοι έχουν νεύρωση με το «όλα καλά θα πάνε» και τους βλέπεις να σαπίζουν στο παρόν τους, στην παράδοση, στην εσωστρέφεια, το συμβιβασμό, τη συναλλαγή,  την διαχείριση του παρελθόντος,   την προσωπική ικανοποίηση του Εγώ τους…   μόνο θλίψη μεταφέρουν…»  
Μακάρι να διαψευστούν οι παραπάνω προβλέψεις για την ώρα: “Νύχτες δίχως όνομα νύχτες χωρίς σκοπό χαμένοι από χέρι χαμένοι και οι δυο, ανόητες αγάπες ανόητα φιλιά λόγια λόγια λόγια λόγια ψεύτικα...”

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Το σήμερα το ξοδέψαμε στο χθες

«Και αυτή η κοινωνία δεν αντιδράει…». Η κοινωνία είναι οι άλλοι, όλος ο κόσμος εκτός από εμάς. Εντελώς ασυνείδητα, κάνουμε ένα βήμα πίσω, εξαιρώντας τον εαυτό μας από το σύνολο. Το αποτέλεσμα, ένα σύνολο χωρίς μονάδες, μια κοινωνία χωρίς ανθρώπους. Ένα μηδέν. Πως ν’ αντιδράσει.
Η κρυμμένη αξία των πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και πίσω από αυτά που συμβαίνουν απλώς θα μετράμε ήττες.
Σε δεύτερη σκέψη, οι περισσότεροι δείχνουν διάθεση για συμμετοχή και τότε έρχεται η άλλη φράση για να αποκαταστήσει τα πράγματα. «εγώ μόνος μου τι να κάνω …» Και τι να κάνει πράγματι ο καθένας, μόνος του, όταν τη στιγμή που νοιώθει την ανάγκη να αντιδράσει, έχει ξεχάσει ότι είναι μέλος αυτής της κοινωνίας; Τι κάνουν όλοι μαζί μόνοι τους; Τίποτα δε κάνουν και τίποτα δεν μπορούν να κάνουν, άλλα και τίποτα διαφορετικό δεν μπορούν να σκεφτούν, αν δεν βρεθεί μια παρέα να τους τραβήξει απ’ το χέρι.
Φυσικά και δεν φταίει η κοινωνία, που δεν αντιδρά, αλλά και ούτε ο και καθένας χωριστά που ’χει, μείνει με την απορία.
Οι πρωτοπορίες είναι εκείνες που την πρόδωσαν. Αυτό το άθλιο πολιτικό προσωπικό που εμπορεύτηκε ελπίδες καλλιέργησε τη συναλλαγή, έσπειρε τη διαφθορά, πώς να εμπνεύσει πίστη και κουράγιο στον δοκιμαζόμενο λαό.
Η ιστορία όμως του καθενός, που πολλές φορές σ’ αυτή τη διαδρομή την έχει κλείσει σε χαρτόκουτα, για άλλη μια φορά θα εγγυηθεί τη συνέχεια.


Αυτά που γράφαμε πέρυσι, είναι ηπιότερα των φετινών και είναι βέβαιο, ότι αυτά που θα γράψουμε του χρόνου, θα είναι σκληρότερο των περασμένων.
Έχουμε γίνει θεατές, μιας βασανιστικής μείωσης όλων των κεκτημένων, είναι σαν να μας πέφτουν τα μαλλιά λίγα λίγα το χρόνο και όταν πλέον γίνουμε γλόμποι, δεν μας κάνει καμία αίσθηση. Έχω την αίσθηση ότι απλώς σχολιάζουμε, και περιμένουμε παθητικά το τέλος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν το γνωρίζουμε και ίσως και αυτός είναι ένας λόγος, του άνευ προηγουμένου, εφησυχασμού.
Αντίστροφη με την πορεία η στάση μας. Όσο η κατάσταση χειροτερεύει, τόσο η παθητικότητα γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνίας.
Έχω την αίσθηση ότι η εκπαίδευση των ανθρώπων, να δέχονται ασυζητητί καθημερινές εκπτώσεις στη ζωής τους, στηρίζεται στην επανάληψη. Μια κακή τηλεόραση, που κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερη, άμεσα συνδεδεμένη με την εκάστοτε εξουσία (οικονομική και πολιτική), αποτελεί το βασικό μοχλό σ’ αυτήν την προσπάθεια υποταγής.
Λέξεις κλισέ, επαναλαμβάνονται μέχρι να κουράσουν, να χάσουν το νόημα τους, να εξατμιστούν, να προκαλέσουν στους δέκτες ανόσια. Κάπως έτσι σταδιακά οπισθοχωρήσουμε, χωρίς να βρίσκουμε λόγια να εκφράσουμε το σήμερα, αφού τα ξοδέψαμε στο χθες.
Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά, για να δούμε το βαθμό προόδου, της προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Τα πέντε τελευταία χρόνια αν δείτε τους δείχτες ανοχής και οπισθοχώρησης, θα αντιληφτείτε το μέγεθος της δόσης των ψυχιατρικών σκευασμάτων που μας πότισαν. Με καθημερινές επαναλήψεις το μάθαμε το μάθημα μας, γίναμε πρώτοι μαθητές.



Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Ενώ με τον Μητσοτάκη...

Με αφορμή την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία τη Ν.Δ ένα παλαιότερο κείμενο για να μη ξεχνιόμαστε. Γράφτηκε εκείνες τις μέρες που ο Υπουργός Διοικητικής μεταρρύθμισης, απέλυε αδιακρίτως.
“Όπως και να το κάνουμε,  είναι άλλο  πράγμα να σε απολύει ο Μανιτάκης   και άλλο ο Μητσοτάκης.  Για μας, που  οι συμβολισμοί αποτελούν μέρος της ουσίας στην ζωή μας,   που ζούμε τις στιγμές, καλές και κακές με τον δέοντα σεβασμό, το χειρότερο μας, είναι  να πάμε τζάμπα.  Από φιλικά πυρά.  Από εξοστρακισμό κάποιας σφαίρας.  Από καλοκάγαθους που πίστεψαν, ότι θα εκσυγχρονίσουν την Ελλάδα παρέα, με αυτούς που την κατέστρεψαν. Ενώ με τον Μητσοτάκη, καθαρά πράγματα.  Ζεις τη στιγμή ενεργοποιώντας όλους τους μηχανισμούς άμυνας που διαθέτεις  και πέφτεις ηρωικά, αλλά ήσυχος γιατί ξέρεις ότι ο απέναντι σου   θέλει να σε σκοτώσει. Σε έχει προειδοποιήσει άλλωστε.
Τα  πράγματα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις μέρες μας. Βλέπεις το πρόσωπο του κακού, απέναντι σου και είσαι σαν έτοιμος από καιρό, για το χειρότερο, με μια υποβόσκουσα ηδονή, να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Ζεις τον εφιάλτη με όλες τις αισθήσεις σε πλήρη λειτουργία. Το βέβαιο είναι, ότι δεν θα σε πιάσει στον ύπνο.  Βλέπεις  τα μάτια να γουρλώνουν και  είσαι βέβαιος πλέον,  ο δράκουλας διψάει για αίμα, το αίμα σου,  ο θάνατος  σου  η ζωή του. Υπερβάλω; 

Για συμβολισμούς μιλήσαμε στην αρχή,  δεν μπαίνουμε στην ουσία των προσώπων.  Η υπερβολή άλλωστε ωχριά μπροστά στην πραγματικότητα.  Και αν υπερβάλλουμε εστιάζοντας στα μάτια εκείνου που μόλις έμεινε χωρίς δουλειά, αν δείχνουμε τα τραύματα πίσω από  το ένα πρόσωπο, δραματοποιώντας κατά κάποιο τρόπο το γεγονός, για να έχουμε μια εικόνα αναφοράς,  είναι ελάχιστο μπροστά στα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα της πραγματικότητας. Εκείνα τα νούμερα, έχουν μάτια, κρύβουν οικογένειες, κρύβουν παραπονεμένα παιδικά βλέμματα. Κρύβουν τραγωδίες.
Να επανέλθουμε στο  Μητσοτάκη και στην προσπάθεια  που κάνουμε να αποθεώσουμε, την επικείμενη καταστροφή, ώστε να ζήσουμε την στιγμή με την ένταση που απαιτούν οι περιστάσεις.  Και ύστερα…     «Βάζεις την καπαρντίνα γιατί σιχαίνεσαι τις ομπρέλες, φοράς τα καλά σου από μέσα, παίρνεις μια μικρή βαλίτσα με τα απολύτως απαραίτητα ανοίγεις την πόρτα κι αφήνεις πίσω σου το σπίτι. Καμένο»

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Και αυτός ήθελε να είναι εντός...

Μετά το μεγάλο παραμύθι των προηγούμενων δεκαετιών, ήρθε η ανώμαλη προσγείωση, φορτωμένη όμως από ενοχές. Πέραν όλων των άλλων, η ατομική ενοχή, αποτελεί ισχυρή τροχοπέδη στην έκφραση της αναμενόμενης αντίδρασης.
Αισθάνεται ένοχος που πήγε στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, για την αγορά ενός ψυγείου και αγόρασε 20 ηλεκτρικές συσκευές με 1.000 άτoκες δόσεις. Για το χρηματιστήριο, που έπαιξε και έχασε. Για το στεγαστικό, για το εορτοδάνειο. Για το καινούργιο αυτοκίνητο, παραπάνω κυβικών από τα κυβικά του.
Αισθάνεται ένοχος που βρήκε εργασία με την «βοήθεια» του βουλευτή, που δεν έκοψε απόδειξη, που δε ζήτησε απόδειξη, που έδωσε φακελάκι, που ακολούθησε το ρέμα…γιατί διαφορετικά… Αν δεν είχε αφομοιωθεί,δεν είχε εξομοιωθεί, δεν είχε γίνει φωτοτυπία, το σύστημα θα τον απέκοπτε θα τον ξερνούσε, θα τον απομάκρυνε. Όποιος έκανε μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιούσε το βηματισμό του, ήταν σίγουρο που θα βρίσκονταν εκτός…και αυτός ήθελα να είναι εντός, μέσα στα μέσα, με τους πολλούς.

 Έχει ενοχές γιατί δεν ήθελε ισότητα στην ένδεια, αλλά ισότητα ή πιο σωστά ανισότητα στην κατοχή, όπως όλοι δηλαδή.
Αυτά που του προσφέρθηκαν, ήταν μέρος του σταδίου της αποπλάνησης. Πάντα έτσι συμβαίνει άλλωστε. Καλοπιάσματα, καραμελίτσες του συστήματος, χάπια για τον ύπνο. Άρτον και θεάματα. Τι ακολουθεί; Ο στιγματισμός που ενέδωσε στις απολαύσεις και χώθηκε στο βούρκο της ακολασίας.
Σήμερα απέναντι στην ισοπέδωση των πάντων και στην ολική καταστροφή, κυνηγημένος από τις ερινύες, με σκυμμένο το κεφάλι υπομένει, περιμένει, ψάχνει να βρει τον εαυτό του. Εκεί τον βρήκαν και τον χτύπησαν, στο μαλακό υπογάστριο. Παντελώς ευάλωτο από τον φορτίο των ενοχών, που τον βαραίνουν.
Σήμερα στον 6ο χρόνο των σκληρών μνημονίων συνεχίζει να πληρώνει έχοντας πάντα την ψευδαίσθηση ότι πληρώνει αμαρτίες του παρελθόντος .

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Μέσα σ’ αυτή την σύγχυση, γινόμαστε όλοι μαθητευόμενοι μάγοι

Η αμυντική λειτουργία φαίνεται πως εκφράζεται με μια αξιοθαύμαστη αυτονομία. Δεν εξηγούνται διαφορετικά αυτές οι εναλλαγές στη διάθεση μου. Πριν λίγο όλα σκοτεινά και η αλήθεια είναι, ότι μια μικρή σπίθα είναι ικανή για να φωτίσει. Δεν προκύπτουν λόγοι σοβαροί. Τίποτα δεν άλλαξε και όπως φαίνεται τίποτε δεν θα αλλάξει προσεχώς.
Οι εμπειρίες δεν επαρκούν, για να βάλω μια τάξη. Χρειάζεται μια σπίθα, μια ξεχασμένη γεύση ένα άρωμα που έντυσε κάποια στιγμή, ένα τραγούδι.
«Εσύ που είσαι μέσα στα πράγματα τι λες γι’ αυτό…» με ρώτησε ένας φίλος. «Δεν είμαι μέσα στα πράγματα» του είπα και ξαφνικά συνειδητοποίησα, πόσο πιο εύκολες είναι οι απαντήσεις, όταν είσαι έξω και ανασαίνεις καθαρό αέρα. Και οι λέξεις βγαίνουν χωρίς παρεμβολές, γυμνές και καθαρές..



Που θα πάει αυτή η κατάσταση; Μέχρι τέλους, θα μπορούσε να είναι η απάντηση. Η επόμενη ερώτηση είναι για το τέλος. Ποιο θα είναι το τέλος και πότε; Εδώ δεν έχει απάντηση.
Μέσα σ’ αυτή την σύγχυση, γινόμαστε όλοι μαθητευόμενοι μάγοι.
Μέχρι πότε; Μέχρι τέλους. Ο χρόνος είναι αυτός που πρέπει να μας απασχολεί και η ευχή φαντάζομαι σε τέτοιες καταστάσεις είναι: «το τέλος να έρθει όσο πιο γρήγορα». Και επειδή οι ευχές δεν είναι με το μέρος μας, καλό είναι να το προκαλέσουμε.
Σήμερα ζούμε σε συνθήκες ερειπίων. Χάνουμε χρόνο και μαζί δυνάμεις για να μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε. Να βάλουμε καινούργια θεμέλια. Να ξεκινήσουμε από χαμηλά και σιγά σιγά να ξαναβρούμε τα πατήματα μας.
Δεν γράφω κάτι καινούργιο, όμως ασκούμε σε μια προσπάθεια να μετριάσω τους φόβου μου. Να κερδίσω το χρόνο της αναμονής, αυτό το χρόνο που είναι εκτός γεγονότων, πέρα από την πραγματικότητα. Αυτόν τον πολύτιμο χρόνο που σπαταλάμε και αν τον μετρήσουμε, είναι τα περισσότερα χρόνια μιας ζωής.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Δε μιλάμε για ευτυχία... Για ζωή μιλάμε

Πάλι από την αρχή με όνειρα επαναλαμβανόμενα και λέξεις… Λέξεις που μένουν και ας φεύγουν οι άνθρωποι. Με τις λέξεις, για τη ζωή στο επόμενο όνειρο… για τη ζωή τη μαύρη και άσπρη, που δεν ξεχνάει τα χρώματα. Το ’15 πέρασε στο παρελθόν, ο χρόνος όμως συνεχίζει εν τη αθωότητα του να μας αναγκάζει να… πάρουμε τα μέτρα μας. Να ζήσουμε θέλουμε και δε μιλάμε για ευτυχία για ζωή μιλάμε που θα τα έχει όλα. Αλώστε «οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν να σου αφηγηθούν τραγωδίες». Όπως γραφεί ο Οδυσσέας Ιωάννου «Δεν χρειάστηκε να νικήσουν, δεν χρειάστηκε να χάσουν, δεν καβάλησαν την τεθλασμένη που πάει προς τα αστέρια και τον θάνατο. Περπάτησαν στην ευθεία. Και πέθαναν, απλά πέφτοντας σε μια τρύπα». Δεν αντιλήφθηκαν την αξία του χρόνου γιατί δεν βρέθηκαν ποτέ με κομμένη αναπνοή να μετράν τα δευτερόλεπτα, χωρίς να ξέρουν αν θα υπάρξει άλλη ανάσα. Να ζήσουμε λοιπόν, αληθινά και αυτό το χρόνο, χωρίς τον κίνδυνο να μας καταπιεί ο λάκκος εν αγνοία μας.
Αυτά τα «Πριν» και τα «Μετά» κείμενα, με αφορμή το χρόνο, ζέσταμα είναι για να μη πιάσει κράμπα τη ψυχή και τα φτύσει στο πρώτο κατοστάρι. Είναι μεγάλη η απόσταση βλέπεις…
Σε αυτό το διάστημα της προθέρμανσης λοιπόν, λίγο πριν δοθεί το σήμα του αφέτη, βυθίζομαι σε μια επιλεγμένη σιωπή. Παλεύω με τις λέξεις, με τις φωνές τους, με την εφηβεία τους, που βιάζεται να αποδώσει δικαιοσύνη. Διαδικασία επώδυνη.


Ότι γυρίζω στα ίδια είναι γνωστό και καταγεγραμμένο. Όμως αλλιώς τα κοιτάω κάθε φορά. Σαν παιγνίδι του μυαλού να το εκλάβετε. Ψυχοφθόρο όμως. Και μη νομίζετε ότι μας σώζει η σιγουριά της σιωπής. Ποτέ άλλωστε δεν περιμέναμε να μιλήσουμε με το δικηγόρο μας. Το «σίγουρο» δεν υπήρξε για εμάς γοητευτικό, γι’ αυτό άλλωστε και μια ζωή κομμάτια. Τίποτα ολόκληρο. Μόνο εμείς μείναμε ολόκληροι, με τα «θέλω» να μας βασανίζουν. Τη στέρηση μπροστά σε κάθε λέξη βάζουμε. Άηχη. Για τα μικρά μιας ζωής, αλλά και τα μεγάλα.
«Αντίο λοιπόν και τι να πούμε». Οι λέξεις χρειάζονται το χρόνο τους και πάντως έπονται μετά τη σιωπή. Θα σου γράψω...
«…φυσικά αντιλαμβάνομαι ότι δίχως εσένα είναι αδύνατον να ζήσει ένας πολιτισμένος άνθρωπος, εάν όμως αυτός ο άνθρωπος έχει μια μικρή ελπίδα να σε δει, τότε, θα είναι πολύ χαρούμενος. Θα είμαι πολύ χαρούμενος επίσης αν σου χάριζα δέκα μεγάλες κούκλες αρκεί να χαμογελούσες… ελπίζω ότι δεν θα θυμώσεις με τα ανόητα μου γράμματα. Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ - αυτά τα γράμματα είναι οι μόνες γιορτές πού έχω..»
Απόσπασμα επιστολής του Β. Μαγιακόφσι στη Λίλι Μπρικ.
Και ύστερα έγινε «σύννεφο με παντελόνια»
Αλλά όπως λένε «το επεισόδιο επερατώθη. Ποιος ο λόγος να απαριθμούμε αμοιβαίες πίκρες, πόνους και προσβολές;»
Έγραψε και έφυγε, όπως πάντα τεράστιος και πανταχού παρών. Αγαπημένος και αλησμόνητος. Για τούτο ακριβώς κι ανίκητος. αλώβητος και αθάνατος.
Τι καλύτερο από μια σιωπή, μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;








ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...