Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Δε γλυτώνουμε !


Στην πρώτη μαλακία που έπεσε στην ομήγυρη, οι περισσότεροι υπερθεμάτισαν, κάποιοι μάλιστα την έκαναν μαλακία στο τετράγωνο, μερικοί διαλλαχτικοί κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους. Η όποια αντίθετη φωνή, που φυσικά δεν ακούστηκε, ήταν καταδικασμένη να πνιγεί στο θόρυβο του όχλου. Δε γλυτώνουμε! Άκουσα κάτι γενικεύσεις του κερατά που μου σηκώθηκε η τρίχα «όλοι ίδιοι είναι», «όλοι κλέφτες», «όλοι απατεώνες» όλοι και όλες εκτός απ’ αυτούς, τους αδέκαστους κριτές των πάντων. Μια ντουζίνα άνθρωποι, που δίκασαν καταδίκασαν, έστησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και πάτησαν και την σκανδάλη. Δεν γλυτώνουμε και αυτό το βεβαιώνουν οι αριθμοί. Είναι η πλειοψηφία ρε γαμώτο.
Γύρισα στο σπίτι μόνος. Απόγευμα Κυριακής,  πώς να μη  σε τυλίξει η μοναξιά. Έκανα ένα κρύο ντουζ να φύγει ο θυμός, καλύτερα να είχε μείνει, γιατί  το γύρισε σε  απογοήτευση. Έβαλλα ένα ποτήρι,  κρασί.  Δεν μπορεί ο καθένας μόνος του,  να λέει  τέτοιες καραμπινάτες μαλακίες,   μάλλον η ψυχολογία του όχλου θα φταίει.  Και έπρεπε να βρω απαντήσεις που, θα μου επέτρεπαν σε κάποια δεδομένη στιγμή να τους υπερασπιστώ. Όχι σήμερα.Είναι γνωστό  ότι στην συμπεριφορά του όχλου επικρατεί περισσότερο το συναίσθημα παρά η λογική, περισσότερο η παραπληροφόρηση παρά η σωστή ενημέρωση, περισσότερο το υποσυνείδητο παρά η ορθή κρίση. Γι’ αυτό και είναι άκρως επικίνδυνος. Η ψυχολογία του όχλου εκφράζει την απόγνωση των χρονίως καταπιεσμένων, την άφατη πικρία των, έναντι των θεσμών που τους απογοήτευσαν και την εκδίκηση που ζητεί το υποσυνείδητο για την ικανοποίηση του περί δικαίου αιτήματός του.
Ο όχλος δημιουργείται όταν η συνείδηση και η προσωπικότητα των ατόμων που αποτελούν το πλήθος εξαφανίζονται. Τα αριθμητικά δεδομένα δεν παίζουν σχεδόν κανένα ρόλο, γιατί μπορεί χιλιάδες άτομα συγκεντρωμένα να μην αποτελούν όχλο, ενώ είναι δυνατόν μισή δωδεκάδα ανθρώπων να  τον αποτελέσουν. Μια κοινότητα ανθρώπων που δεν έχει μεταβληθεί σε όχλο λειτουργεί σωστά, γιατί τα άτομα που την αποτελούν δεν έχουν χάσει την ατομικότητα τους, την υπευθυνότητα, την ωριμότητα και το άτομο διατηρεί στο ακέραιο την αυθυπαρξία του, την αυτοσυνειδησία, άρα και την ανεξαρτησία. Στη μάζα το άτομο όλα αυτά τα έχει χάσει, κυριαρχεί η ομοιομορφία, δεν υπάρχει ατομικότητα, υπευθυνότητα και ανεξαρτησία. Ηρέμησα όμως τίποτα δεν αλλάζει, αν δεν ονειρευόμαστε κάτι καλύτερο από αυτό που υπάρχει.





Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Γιατί μπορούμε, την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση


Από κάποια Δευτέρα ξεκίνησα την αφαίρεση στο λόγο.Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.

«Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους. Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω να μη χαθώ».
Έχουν παραλήπτη τα γραπτά; Έχουν. Αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.
Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης χαμένα. Και τα δικά μας χρόνια, ήταν παραμυθένια. Από τον Χατζηδάκη, στο Θεοδωράκη, από την «όμορφη πόλη» στην οδό ονείρων». Αν δεν κουβαλούσαμε, αυτά τα πολύτιμα χρόνια, πως θα σιγοψιθυρίζαμε σήμερα τα τραγούδια.
Και τα δικά μας τραγούδια δεν παλιώνουν, δεν είναι απ’ αυτά που κάνουν μακαρόνια με κιμά, είναι απ΄ αυτά που έγραψαν ποιητές και μεγάλοι συνθέτες, «σ’ αγαπώ μα δε θα ‘ρθω», επιθυμία και άρνηση στο ίδιο ποτήρι νερό, έλξη και άπωση στον ίδιο πόλο του μαγνήτη. Τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη πριν
πενήντα χρόνια.
Τα ηλικιακά νιάτα διαρκούν όσο τους πρέπει. Τα δικά μας νιάτα κουβαλούν τα κερδισμένα χρόνια, τη δύναμη και την υπομονή.
Αντέχουμε γιατί γνωρίζουμε και μπορούμε, ακόμα και την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση…




Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

Σημασία έχει η πρόθεση


Στο μεταίχμιο αυτής της εποχής σε εκείνο ακριβώς το σημείο που σε ξεγελάει, ανασύρω απ’ τα συρτάρια της μνήμης μου όλες εκείνες τις πράξεις που μου δίνουν το δικαίωμα να καταδικάσω τον εαυτό μου.  
«Ο ήχος του όπλου, του αυτόχειρα Καρυωτάκη, θα ηχεί πάντα στ' αυτιά των λεπταίσθητων ανθρώπων, που έχουν το καταραμένο χάρισμα να μπαινοβγαίνουν στις ζωές των άλλων, νιώθοντας τους», Συμφωνώ κυρία μου. Αυτό που απλά λέμε, «έλα στη θέση μου», και που ελάχιστοι μπορούν να το καταφέρουν ουσιαστικά. Να δουν το έγκαυμα και να νιώσουν τον τρόμο της φωτιάς, να ακούσουν το ουρλιαχτό και να αισθανθούν στο σώμα τους τη βία που υφίσταται ο άλλος. Δεν μιλώ μεταφυσικά ούτε μεταφορικά. Είναι λέω παιχνίδια αυτά του μυαλού και της καρδιάς που σε κρατούν μετέωρο ανάμεσα στους δύο κόσμους, έτσι που και ο θεός να διστάζει και ο διάβολος να έχει αμφιβολίες για πάρτη σου.
Τα γεγονότα από μόνα τους, δεν διαθέτουν νου, δεν έχουν καρδιά, δεν έχουν άποψη, στάση ζωής, δεν διαθέτουν ιδεολογία, φιλοσοφία, δεν φιλτράρονται από καμία συνείδηση.
Το «πως έγινε» τελικά δεν έδειχνε τίποτα. Η απλή περιγραφή χωρίς την αιτία δεν μπορούσε να με δικαιώσει, ή να με καταδικάσει. Έπρεπε να ψάξω το «γιατί» αυτό που συγκεντρώνει τελικά και όλη την ευθύνη. Η απάντηση, που έψαχνα βαθιά στο υποσυνείδητο μου και τις περισσότερες φορές την δημοσιοποιούσα, αυτή τελικά έπρεπε να κριθεί, αυτή έδειχνε την πραγματικότητα και τα όποια γεγονότα ωχριούσαν μπροστά της. Η ζυγαριά ποτέ δεν κάνει λάθος, παρ’ ότι κάποιες φορές δείχνει να προσποιείται. Από τον εαυτόν του όμως, πως να κρυφτεί κανείς. Το όλον ζήτημα, λοιπόν βρίσκεται στις προθέσεις.





Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Υπάρχει άνθρωπος που νικά το παρελθόν του;




Έχετε ακούσει για την τράπεζα χρόνου;   Αυτήν θα επισκεφτώ σήμερα. Θα δανειστώ χρόνο, τόσο, όσο η μνήμη μου, έχει ανάγκη.
Οι γενικεύσεις που ακολουθούν, δεν με ακολουθούν, σαν σχήμα λόγου να τις εκλάβετε, που χωράει πολλές αφαιρέσεις.
Τους παρακολουθώ με επιείκεια να προσθέτουν αφειδώς παράσημα στα ένδοξα χρόνια της νεότητας τους, προκειμένου να ισορροπήσουν τις απώλειες που ακολούθησαν.
Φαίνεται πως πίστεψαν και οι ίδιοι, αυτό που επιδερμικά πέρασε στην ιστορία. Η αγωνία να διατηρήσουν το μύθο τους, επιβεβαιώνει την ήττα τους. Σκλάβοι του εαυτούς τους από την ημέρα που αντίκρισαν τον κόσμο και όπως όλα βεβαιώνουν, σκλάβοι και μέχρι εκείνη τη στιγμή που θα έρθει η ώρα τον εγκαταλείψουν.
Το ξέρουν όμως το παιγνίδι…Οι άνθρωποι γύρω τους, βλέπουν μονάχα ό,τι φαίνεται. Ποτέ δεν ξεχωρίζουν ό, τι ανασαίνει κρυμμένο. Αλλά όποιος τον εαυτό προδίδει, προδίδει ολόκληρο τον κόσμο. Και όποιος το όνειρο του ξεπουλά , είναι ικανός να ξεπουλήσει το όνειρο του κόσμου όλου.
Και αυτοί ξεπουλημένοι από πάντα, έρχονται οι δειλοί, συμμαχώντας με τη λήθη, να κλέψουν ιστορία για να ενισχύσουν την ανυπαρξία τους. Γίνανε αλήθεια ατομιστές από την βία των καιρών, ή ήταν πάντοτε; Υπήρξε ο παλιός αληθινός τους εαυτός και κατά πόσο αληθινός ήταν;

Τους παρακολουθώ χαμένους να μνημονεύουν τα κατόρθωμα τους και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτοί οι άνθρωποι τελικά τίποτα δεν ξεπούλησαν, γιατί τίποτα δεν είχαν να ξεπουλήσουν. Πως είναι δυνατόν να ξεπουλήσει κάποιος και μάλιστα τον εαυτό του, εάν είναι ανύπαρκτος; Προδίδει κανείς μες΄ την ακινησία του; Μπορεί κάποιος να κάνει επανάσταση ανενόχλητος για μια ζωή;
Αλλάζοντας η μένοντας ίδιος ξεπουλάει κανείς τον εαυτό του; Κι όταν εμείς αλλάζουμε εξακολουθούμε να έχουμε το ίδιο ασάλευτο παρελθόν;
Παιγνίδια με τον χρόνο τα παραπάνω και τα ερωτηματικά, βάση για μια πορεία, που θα οδηγήσει τα βήματα μας πέρα από το σκοτάδι.
Για το χρόνο λοιπόν, που μονίμως μας παίζει κρυφτούλι και αδιάκοπα πονά. Υπάρχει άνθρωπος που νικά το παρελθόν του;
«Και είναι το παρελθόν μαχαίρι που πονά . Ακόμα κι όταν εσύ έχεις φροντίσει να βγεις επιτέλους από την πληγή. Ο πόνος είναι εκεί και η ουλή, όπως ο πόνος στο πόδι του ανάπηρου ακόμα και αν το πόδι λείπει»

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Διαλέξτε!


Διαλέξτε!

-Τα είχε με την κυβέρνηση. Αυτή την κυβέρνηση, που είχε σήμερα μπροστά του. Οι προηγούμενες, παρότι είχαν την κύρια ευθύνη, έχουν περάσει στη λήθη. Του μείωσαν τη σύνταξη και δεν φτάνουν τα χρήματα για να περάσει το μήνα. Αν προσθέσει κανείς και δύο δάνεια στεγαστικά, για σπίτια στις θυγατέρες, που φορτώθηκε στα χρόνια της ευδαιμονίας, λέει αλήθεια. Όχι για ένα μήνα, ούτε για λίγες μέρες δεν αρκούν τα χρήματα από τη μειωμένη σύνταξη.
Μια συνηθισμένη ιστορία στις μέρες μας, όχι μια ιστορία του ενός, μια ιστορία με μερικές διαφοροποιήσεις, των πολλών. Επειδή όμως στο πλήθος χάνεται η ένταση και τη θέση του προσώπου, παίρνουν παγωμένοι αριθμοί, θα εστιάσουμε στο δράμα του ενός, που ο κόσμος του έχει χαθεί. Τον “έναν” από τους πολλούς θλιμμένους ήρωες, που πρωταγωνιστούν στις χιλιάδες μικρές, ιστορίες - τραγωδίες, όπως αριστοτεχνικά τον περιγράφει σε μια απ΄ αυτές, ο Οδυσσέας Ιωάννου και καλεί τους αναγνώστες να πάρουν την ευθύνη διαλέγοντας το φινάλε στην μικρή του ιστορία.

“Ο κόσμος του είχε αρχίσει να ξηλώνεται. Τα προσωπικά του αντίβαρα παιδικά μπαλόνια στον ουρανό, η φιλοσοφική του αρματωσιά τσίγκος πολυκαιρισμένος, τρυπούσε σε όλα τα χτυπήματα. Στην ουσία, απλά πεινούσε. Ακαβάντζωτος σε εκείνο που ήρθε, ανέτοιμος για μία ζωή φτώχειας και απόγνωσης (πώς προετοιμάζεσαι άραγε;) ανυπεράσπιστο πειραματόζωο του πιο πρόστυχου κυνισμού που γνώρισε η Ευρώπη από τον πόλεμο και μετά. Μετρούσε τα βιβλία του και ήταν πολλά, μετρούσε τα λεφτά του και ήταν λίγα, μετρούσε τα χρόνια του και διαχώριζε τα ανθρώπινα από τα συντάξιμα! Κρυμμένος στα ρούχα, το σπίτι και το αυτοκίνητο, που του είχαν ξεμείνει από τα χρόνια της “δόξας”, με πατημένα τα πενήντα πια κι ένα παχύ αδιαπέραστο σκοτάδι στα δύο μέτρα, στις δύο μέρες, δεν μπορούσε ούτε την ανάσα του να στείλει μακρυά και να μην την πάρει πίσω αμέσως. Τοίχος.”
Α) Θα ζήσει με ό,τι του αναλογεί από ό,τι του έτυχε. Κανείς δεν του υπέγραψε συμβόλαιο πως η ζωή δεν έρχεται τούμπα. Η ανθρώπινη Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες ανατροπές, και από ανθρώπους που διέπρεψαν στον στίβο της γενναιότητας τρώγοντας ποντίκια. Ζήσε! Βρες τους καινούργιους τρόπους, νοηματοδότησε αλλιώς τη ζωή σου, μην πετάς στα σκουπίδια το πιο μεγάλο δώρο, από δειλία και φόβο. Εύκολο; Το πιο δύσκολο από όλα. Για αυτό μίλησα για γενναιότητα.
Β) Θα παλέψει να τα πάρει όλα πίσω! Δεν θα του αλλάξει κανένας τις προτεραιότητες. Δούλεψε σαν σκυλί τριάντα χρόνια και τα θέλει όλα! Το αμάξι, το σπίτι, την κατανάλωση, την σύνταξη, λεφτά για τα παιδιά του. Δεν θα τον πείσει κανένας εξασφαλισμένος πολιτικός ή τραπεζίτης πως είναι αναγκαίο, για κάποιο “εθνικό συμφέρον”, να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του σαν αρουραίος.
Γ) Θα το δεχτεί ως αναγκαίο κακό για μια καλύτερη ζωή στο μέλλον. Ζούσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας, ο τρόπος ζωής μας είχε κακοφορμίσει, σ΄ έναν ανταγωνιστικό κόσμο χρειάζονται “λιγότερα συνθήματα και πιο πολύ δουλειά”
Δ) Από απόγνωση ή από ηρωισμό και πολιτική θέση, μία σφαίρα κι ένα σημείωμα στην πλατεία Συντάγματος.
Η ίδια ιστορία με διαφορετικό τέλος. Διαλέξτε!



Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Τα έχουνε γράψει άλλοι


Εδώ ο κόσμος καίγεται και συ μας γράφεις παραμύθια. Υποθέτω - και όχι άδικα - κάπως έτσι θα αναρωτιούνται οι αναγνώστες.
Δεν διαθέτω το ταλέντο του Ανδρέα Λασκαράτου, για να μπορέσω να προσεγγίσω αυτή την κωμικοτραγική κατάσταση που βιώνουμε. Αυτός ο σπουδαίος σατυρικός αν ζούσε σήμερα θα μπορούσε να σας ικανοποιήσει.


«Εψές είδα ένα όνειρο πολύ παράξενο. Ήμουνα στους Κορφούς, κι’ ήμουνα στα Μουράγια. Εκεί απάντησα μια περίεργη συνοδεία. Απάντησα τους δυο έντιμους βουλευτάς, τον Παδοβά και τον Λομπάρδο, όπου επερβατούσανε και οι δύο αλαμπρατσάντε. Ήτανε και οι δύο πολύ παράξενα φορεμένοι, τόσο που στην αρχή τους επήρα για μασκαράδες. Τα κεφάλια τους ήτανε στολισμένα με φτερά από γάλλους, απο παπιά, από χήνες. Είχανε μουστάκια πολύ μακρυά, όπου τους εκρεμόντανε καταγής. Είχανε ταμπάρους πολύ μακρυούς, όπου τους εσερνόντανε απ’ πίσω. Οι ταμπάροι ήτανε καμωμένοι όλο από φύλλα της « Νεας εποχής» και της «Φωνής του Ιονίου». Οι Ζακύνθιοι βουλευταί εβαστούσανε απ’ πίσω με τα δυο τους χέρια τον ταμπάρο του Λομπάρδου, οι Κερκυραίοι εβαστούσανε εκείνονε του Παδοβά. Οι έντιμοι βουλευταί Παδοβάς και Λομπάρδος κάπου - κάπου με συμπάθειο εκλάνανε. Ομπραστά επερβατούσε ο Ανεμογιάννης, επερβατούσε με την συνήθη του αξιοπρέπεια, με τ’ άσπρο του καπέλο βαλημένο στραβά, και με το τσιγάρο στο στόμα., στη μέση του είχε δεμένο ένα ταμπούρλο κι έκραζε τον κόσμο. Όλα του τα κινήματα εδείχνανε όπως συναισθάνεται τη σοβαρότητα της θέσεως του. Αποπίσω από την συνοδεία, ακολουθούσανε μια καταδίκη λαός και λιανόπαιδα όπου εσέρνανε μπουρίκια, εχειροκροτούσανε κι εκάνανε χίλιαις μαραβέγιαις. Η συνοδεία εκκίνησε κατά το παλάτι. Φτάνοντας εκεί οι δυο έντιμοι βουλευταί εκάμανε μίαν έντονον διαμαρτύρισιν κατά της Προστασίας. Ο λαός αμέσως εχειροκρότησε. Ο Ανεμογιάννης εδαιμόνισε το ταμπούρλο του και ο Παδοβάς έσκυψε κι είπε στο αυτί του Λομπάρδου « Ε Λομπάρδε, πως σου φαίνεται;…» κι ο Λομπάρδος έκανε χι, χι, χι. Η συνοδεία πέρασε από την Σπιενάδα, από τη Σπιενάδα εμπήκε στο calle delle acgue. Απ όσαις εκλησίαις κι αν εδιαβαίνανε, οι βουλευταί εσταματούσανε με ευλάβεια κι έκαναν το σταυρό τους . Ο λαός από πίσω τους εχειροκροτούσε, το ταμπούρλο του Ανεμογιάννη πάντα εδούλευε. Ο Παδοβάς ερωτάει « Ε Λομπάρδε, πως σου φαίνεται;» και Ο Λομπάρδος έκανε χι, χι, χι – Όλο με μιας ανεξήγητο φαινόμενο, επιάσανε φωτιά οι ταμπάροι. Τα φτερά οπούχανε στα κεφάλια τους εγινήκανε κέρατα. Τα αυτιά των εντίμων βουλευτών αρχινίσανε να μεγαλόνουνε. Ο Ανεμογιάννης εχάθηκε. Ο λαός άρχισε να παραξενεύεται και να φωνάζει «Προδοσία!»



Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Να ξαναγράψω για τα σκουπίδια; Είναι σπαταλημένο νερό



“Ακούγεται φυγομαχία, μπορεί και να είναι, όμως το ξόδεμά σου σε διαλόγους, που γίνονται σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις, είναι σπαταλημένο νερό. Και το νερό δεν είναι ανεξάντλητο...” Να ξαναγράψω για τα σκουπίδια; Είναι σπαταλημένο νερό.
Δεν είναι η ήττα, που με ρίχνει στο πάτωμα, είναι η επανάληψη και η απογοήτευση, που μου τσιμεντάρει τα όνειρα και μου αφαιρεί κάθε διάθεση. Ευτυχώς η ιστορία είναι κατηγορηματική. Και αυτό θα περάσει. Λίγος χρόνος χρειάζεται και μια σπίθα που νομοτελειακά, ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, θα ανάψει... Και θα ανάψει σύντομα, ήδη μικρές εστίες ελπίδες απ' άκρη σε άκρη στο νησί, αρχίζουν να γίνονται ορατές. Αν δεν βάλουμε όλοι το χέρι μας, θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση, θα ζήσουμε με τα σκουπίδια .
Η εμπιστοσύνη που σήμερα δεν υπάρχει εξαιτίας όσων έχουν προηγηθεί, δεν οικοδομείται με λόγια αλλά με συγκεκριμένες πράξεις. Είμαστε όλοι υπεύθυνοι. Η μικροπολιτική και η αντιπαράθεση, που εκδηλώνεται, κάθε που οξύνεται το πρόβλημα, μόνο δεινά επιφέρουν. Θα πρέπει να το παραδεχτούμε, δεν πρόκειται να μας σώσει το εργοστάσιο ολοκληρωμένης διαχείρισης, αν δεν κάνουμε εμείς μια σωστή διαχείριση, από την αρχή, από τα σπίτια μας, από τα μαγαζιά μας, από την πηγή όπως λένε.
Τα σκουπίδια που παράγουμε πρέπει να μάθουμε να τα διαχειριζόμαστε, αλλιώς θα μας πνίξουν και δυστυχώς δεν είναι θεομηνία είναι ανθρωπομηνία.
Άλλωστε η καταστροφή που προκαλεί η φύση όταν θυμώσει, έχει μια αρμονία, μια σοφία, υπολογίζει σωστά τους χρόνους και δίνει ιδιαίτερο βάρος στην άφιξη της επόμενης μέρας. Σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αντίθετα το ανθρώπινο χέρι καταστρέφει ασύστολα, χωρίς σκέψη, χωρίς προοπτική. Χωρίς να υπολογίζει αυτούς που έρχονται.
Να γράψω για τα σκουπίδια; Προτιμώ να σας χαρίσω όμορφα ψέμματα. Και να σας κάνα να το πιστέψετε , Πόσες ήττες άλλωστε να σας φορτώσω... Μπορεί να μεγαλώσαμε , αλλά τα θέλουμε τα παραμύθια. Τα θέλουμε γιατί τα παραμύθια είναι ο κόσμος της ελευθερίας, μέσα σε μια ζωή αναγκαιότητας. Είναι η νίκη του αδύνατου, που για λίγο ανατρέπει το χρόνο, τη φθορά και την προγραμματισμένη μας, τελική ήττα.




Ο























Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξ...