Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Η Πόλη καρκινοβατεί…

 Η Πόλη καρκινοβατεί


Στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου, θα εφαρμοστεί και πάλι το μέτρο απαγόρευσης των οχημάτων στο ιστορικό κέντρο από τις 8.00 το βράδυ. Ασπιρίνες... και ο καρκίνος δεν γιατρεύεται με ασπιρίνες. Η πόλη καρκινοβατεί.

Πάντα αυτός ο τόπος λειτουργούσε χωρίς κανόνες, μόνο που παλαιοτέρα μας χωρούσε. Λιγότερα αυτοκίνητα, λιγότεροι επισκέπτες, λιγότερα μαγαζιά, έδιναν την ευχέρεια να απορροφηθούν οι κακές συνήθειες, εκπαιδευτήκαμε όμως προς το χειρότερο και τώρα που το πρόβλημα έχει γίνει εκρηκτικό, εμείς συμπεριφερόμαστε λες και είναι Κυριακή πρωί.
Τις προάλλες υπήρξα μάρτυρας, για να μην πω μαρτύρησα, από ένα μποτιλιάρισα λεωφορείων στην περιοχή του Μον Ρεπό. Βγάλτε επιτέλους αυτά τα γαμημένα λεωφορεία, ανοιχτά ή κλειστά από την πόλη. Πόσα χρόνια θα το λέτε και πόσα χρόνια ακόμα θα τα ανεχόμαστε.
Ο δημόσιος χαρακτήρας ολόκληρης της Κέρκυρας πλήττεται βάναυσα τα τελευταία χρόνια. Με μια βόλτα στην πόλη αντιλαμβάνεται κανείς, ότι λειτουργούμε στον αυτόματο. Και όχι στον αυτόματο πιλότο. Η εικόνα εξαρτάται από τις καλές ή τις κακές προθέσεις του κάθε επιχειρηματία και είναι φυσικό. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ένα σχέδιο διαχείρισης, στην ουσία λειτουργούμε χωρίς κανόνες, με αποτέλεσμα, προβλήματα που θυμάμαι να γράφω από την δεκαετία του ‘ 80 να τα βρίσκω σήμερα και πάλι μπροστά μου. Πολύ πιο οξυμένα φυσικά.
Πόσο πιο απλά να το πούμε: Πόλη, χωρίς κανονισμό λειτουργίας δεν μπορεί να λειτουργήσει. Δυστυχώς καμία δημόσια αρχή μέχρι σήμερα, δεν άγγιξε αυτό που λέμε με δύο λέξεις “ Δημόσιος Χώρος” Καμία δεν μπήκε στον κόπο, να εφαρμόσει ένα σχέδιο κανόνων προς όφελος των δημοτών, των επισκεπτών και των επιχειρηματιών. Γιατί εν τέλει από την εύρυθμη λειτουργία μιας πόλης βγαίνουν όλοι κερδισμένοι.
Έχω δει πολλά σχέδια μέχρι σήμερα επί χάρτου, έχω δει την πόλη ζωγραφισμένη με δρόμους που επιτρέπεται η χρήση του εξωτερικού χώρου και άλλους που απαγορεύεται. Με δρόμους που μπορείς να κοιμηθείς και με δρόμους που μπορείς να διασκεδάσεις. Όλα αυτά επί χάρτου βεβαίως. Κάποια στιγμή εδώ και χρόνια μπήκαν και σε διαβούλευση και ποτέ δεν βγήκαν.
Δυστυχώς αυτοί που μετρούν το πολιτικό κόστος, δεν ξέρουν αριθμητική, αν ήξεραν θα μπορούσαν να υπολογίσουν το δικό τους όφελος, που είναι πολλαπλάσιο του κόστους.
Αγορά. Έργο Άγγελου Γιαλλινά

Τώρα έχουμε Ιούλιο. Ωριμάσαμε.




Με ρωτάς αν είναι όπως παλιά, κοίταξε τη φωτογραφία. Ένα ώριμο «γιατί» ήρθε να σφραγίσει το παράπονο. Ο χρόνος έριξε τα γκάζια του στις μεγάλες ανηφόρες.
Η σιωπή δεν έφυγε, επιμένει να επιδεικνύει την ηλικία μου.
Τα υπόλοιπα τα κλείνω μέσα. Μόνο εγώ μπορώ να τ’ ακούσω.
Οι ρυτίδες στο λαιμό γεμάτες άρνηση. Σε κάποιες πιο ψηλά, όλες οι μνήμες
συγκεντρωμένες, που δεν κατάφεραν να γίνουν λήθη. Εκτίθεμαι.
“Τα μάτια δεν πιστεύω ότι ασχημίζουν” με διαβεβαιώνει η φίλη μου, αργά το βράδυ από την αγαπημένη ραδιοφωνική συχνότητα. Άντε να υποχωρήσει λίγο το φως τους. Αλλά το πρόσωπο… Α, το πρόσωπο! Δύσκολα τα πράγματα . Το πιθανότερο να διατρέχεται από τους δρόμους που πήρε αυτά τα τριάντα χρόνια, στροφές ανηφόρες ξέφωτα και νύχτες, νύχτες χωρίς. Νύχτες άδειες. Αυλάκια θα έχουν γίνει, διακριτικά ενδεχομένως , αλλά ταυτόχρονα και αποκαλυπτικά. Χάρτης της ζωής το πρόσωπο. Γραμμένα όλα ανάγλυφα. Ευτυχίες και πληγές, ματαιώσεις και αφίξεις αγκαλιές και φονικά.”
Εκεί που ψάχνεις κάτι να πεις με όλη την αγωνία να βρεις κάτι στέρεο να πατήσεις, έρχεται ένας στίχος που στα κάνει όλα εύκολα. Βλέπεις μέσα του το “είναι σου”, διαβάζεις την ιστορία σου. Αυτό που ήθελα να πω και δεν ήξερα σαν σχήμα, σαν μορφή, σαν απόδειξη, τώρα ξέρω, που έχει φωνή, έχει ψυχή, έχει την αποφασιστικότητα εκείνη, που δίνει κουράγιο να ξεκινήσει την εξερεύνηση.
Ευχαριστώ την Κική Δημουλά για το φως και για το χρόνο που μου χάρισε.
Από την «εφηβεία της λήθης»
“Περιμένω λίγο
να σκουρήνουν οι διαφορές και τ' αδιάφορα
κι ανοίγω τα παράθυρα. Δεν επείγει
αλλά το κάνω έτσι για να μην σκεβρώσει η κίνηση...
Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια
με μηχανάκι θα μας έφερναν στα σπίτια
σαν πίτσες την υφήλιο που ορέχτηκε η φυγή μας.
Θα ήτανε σαν βδέλλες κολλημένα
πάνω στα νιάτα τα γεράματα
και θα με φώναζαν γιαγιά απ' τα χαράματά μου
εγγόνια μου και έρως αδιακρίτως.
Και τι θα ήταν τ' άστρα
δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση.
Επίγεια ασημικά, τίποτα κηροπήγια τασάκια
να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος
να επενδύει ο θαυμασμός την υπερτίμησή του."
Με το «α» το στερητικό όπλο ανά χείρας, γιατί πως αλλιώς να προχωρήσουμε. Ας είναι, σε μια διαρκή αφαίρεση ζωής, για να μείνει στο τέλος, το πιο πολύτιμο κομμάτι της ψυχής μας. Λίγη ψυχή, γιατί η υπόλοιπη κάλυψε μέρος των υποχρεώσεων. 

Τι θα πει ίσως; Ναι ή όχι λέει ο κόσμος




Αλήθεια τι θα πει κεντροαριστερά και τι κεντροδεξιά; Για πολιτική μιλάμε και όχι για γεωμετρία. Ορθά αναφέρει μεταξύ άλλων σε άρθρο του ο Λευτέρης ο Χαραλαμπόπουλος:
«Κάποια στιγμή πρέπει να συμφωνήσουμε ότι το «Κέντρο» είναι μια ιδεολογική κατασκευή και όχι κάτι που αντιστοιχεί στην πραγματικότητα - μια κατασκευή με θεμέλιο λίθο την πελατειακή προσέγγιση.
Τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια να πειστούμε ότι η μόνη πολιτική τοποθέτηση που είναι «νόμιμη» και συνετή είναι αυτή του «κεντρώου», στο «κέντρο» σε ασφαλή και ίση απόσταση από τα «καταδικαστέα» άκρα.
Μόνο που αυτό σημαίνει να αναφερθούμε σε έναν πολιτικό χώρο που δεν υπάρχει, είναι μια μαγική εικόνα για την πολιτική, η οποία έχει στον πυρήνα της την σύγκρουση απόψεων, ιδεολογιών, οραμάτων.
Σήμερα το «Κέντρο» είναι ο πολιτικός χώρος που βασικά λέει ότι «ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο», εννοώντας ότι τίποτα δεν πρέπει ή δεν είναι εφικτό να αλλάξει, και ότι οι βασικές πολιτικές επιλογές είναι αυτές που ορίζουν οι «αυτόματοι πιλότοι» των αγορών και της παγκοσμιοποίησης, δημιουργώντας φοβισμένες κοινωνίες χαμηλών προσδοκιών.
Ο χώρος που αντιμετωπίζει με δυσπιστία, ενίοτε και εχθρότητα – συχνά αυταρχική – κάθε κοινωνικό κίνημα, που διεκδικεί αλλαγή πόσο μάλλον αν επιδιώκει ανατροπή κατεστημένων οικονομικών και κοινωνικών δομών. Ο χώρος που ναι μεν επιμένει και υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά άμα χρειαστεί και τον βολεύει κάνει και τα στραβά μάτια στα pushbacks. Γιατί η βασική αρχή των «ισαποστάκηδων», είναι ότι όλα είναι σχετικά, θέμα ανάγνωσης κατά το δοκούν και το επιβληθέν από τη συγκυρία και το συμφέρον, δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές, ούτε σαφείς τοποθετήσεις.
Είναι ουσιαστικά η πολιτική ταυτότητα των πολιτικών που δεν θέλουν να κάνουν πραγματικά πολιτική – αλλά εμφανώς επιδιώκουν να διαχειριστούν εξουσία – και των πολιτών που ολοένα και περισσότερο δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε πολιτική και κατανάλωση και κατά βάση θέλουν να τους αντιμετωπίζουν ως πελάτες. Όποιος κάνει την καλύτερη προσφορά κερδίζει την εύνοιά τους, η πολιτική ως συναλλαγή, ο ορισμός της πελατειακής σχέσης….»
Από μικρός είχα πρόβλημα με τις συλλογές, αν μου έλειπε μια φωτογραφία από το άλμπουμ των φωτογραφιών που βρίσκαμε στις γκοφρέτες, το πετούσα, αυτό συνεχίστηκε για να επιβεβαιώσει τις ακραίες μεταβαλλόμενες θέσεις μου, ποτέ στη μέση, η χρυσή τομή, είναι λοβοτομή.
“Τι επιθετική λέξη αυτό το “ίσως”, μου υπενθυμίζει μια βραχνή φωνή, από ραδιοφώνου. Τι Ίσως! Δηλαδή ζήσε στην αμφιβολία, μείνε ακίνητος στο σταυροδρόμι, διότι ο σωστός δρόμος ίσως να είναι αυτός, ίσως και να είναι ο άλλος, δώσε δέκα χρόνια απ’ την ζωή σου γιατί ίσως έρθει αυτός που έφυγε. Άσε με κάτω. Εγώ θέλω τους καθρέπτες να έχουν μνήμη, να βρω τις παιδικές μου δαχτυλιές και τις εφηβικές γκριμάτσες…” 

Ακόμα έχω την γεύση και το άρωμα από τα μπισκότα «Σπίγγος»


Αυτό είναι καλό! Να περνάει ένας χρόνος και συ να μένεις εκεί που ήσουν, αμετακίνητος. Στα παιδικά πλάνα, που δεν έρχονται να σε βρουν, που πας εσύ εκεί, όχι για να γίνεις παιδί αλλά για να ξαναβαπτιστείς αθώος...

“Στο μυαλό μου τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, τους είχα συνδυάσει με τα άγουρα και τα ώριμα φρούτα, το “γιώτα” δεν στάθηκε ποτέ ικανό να τους δέσει. Το “νι” από εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες, που οι ηδονές ήταν σε αναστολή, ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά”.
Την 1η Ιουλίου την έχω συνδέσει με το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων, ακόμα έχω την γεύση και το άρωμα από τα μπισκότα “ Σπίγγος” που αγοράζαμε από τους πανηγυριώτικους πάγκους.
“Η νοσταλγία τυλίγει, διαπερνά τα κόκαλα, σαν το αγιάζι, θολώνει τα γυαλιά• αγλαϊζει και διηθεί, ξεγελά. Ο,τι θέλει κρατάει.” γράφει ο Νίκος Ξυδάκης.
Κρατάς γεύσεις, μυρωδιές, ήχους, βουβές εικόνες, με χρώματα Kodachrome, σβησμένα, από μηχανή ινσταμάτικ. Τα χρόνια προβάλλονται ανάκατα μες στο παρόν, μεταποιούνται.
Όσο περνάει ο καιρός, έχω την αίσθηση ότι περισσεύω σε ένα παρελθόν που προσπάθησα να γίνει μέλλον, γιατί αυτό που ήθελα, ήταν μόνο το μέλλον του.
Με απασχολεί έντονα τα τελευταία χρόνια. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω. Κάτι μου ανακόπτει τον ενθουσιασμό, όταν το σήμερα μου φέρνει στο νου τα παιδικά καλοκαίρια. Και όμως ίδια είναι τα αρώματα ίδιες και οι μουσικές. Ίδια και η γεύση της φράουλας. Και η θάλασσα ολόιδια όπως τότε , που για πρώτη φορά κατάφερα να κολυμπήσω μέχρι το δεύτερο βράχο της "Αστραπής" στους «Έρμονες».
Μπορεί εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια να μεταγγίζουν δυνάμεις, δημιουργούν όμως και ένα πρόσθετο βάρος που ανακόπτει τη χαρά και φυλακίζει τα όνειρα.
Αλλιώς σε ταξιδεύει η θάλασσα στα παιδικά σου . Αλλιώς σήμερα. “Θάλασσα πλατιά μόλις προλαβαίνεις μια ματιά...”
Είναι ο χρόνος τελικά, αυτός μας προσθέτει το βάρος και ανακόπτει τον ενθουσιασμό, όχι γι' αυτά που ζούμε, αλλά απ’ αυτά που περιμένουμε. 

Είναι και η ζέστη




“Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου;” ένα παράπονο βαθύ από τις συχνότητες του ραδιοφώνου, που αυτήν την ώρα εξομολογούνται...
“Τι θέλω απ’ τα νιάτα σου; Τα νιάτα σου:” χωρίς περιστροφές η απάντηση από την Κυρία που σχολιάζει το τραγούδι και συντονίζεται με την σκέψη μου. “Ήθελα να ήμουν εκεί όταν γελούσες, όταν ερωτευόσουν, όταν πόναγες. Ήθελα να σε βλέπω να χορεύεις, να πίνεις, να τραγουδάς. Ήθελα να σε παρατηρώ να ωριμάζεις χωρίς σκιές στα μάτια, με κλεισμένα τα βιβλία σου στην εφορία των πεπερασμένων ερώτων. Ήθελα να ήμουν εκεί. Παρατηρητής και δικαιούχος του μέλλοντος σου.”
Ήθελα να ήμουν εκεί για να μπορώ σήμερα να καταλάβω τα “θέλω σου”.
Για να μπορώ να λύσω το σταυρόλεξό σου.
Η φωνή της δυνάμωνε, είχε μια απόγνωση προορισμού. Σαν να ήταν η τελευταία μέρα της ζωής της. Δεν θυμάμαι πόσες τελευταίες μέρες, πόσες τελευταίες ώρες έχω ζήσει. Πόσες τελείες έχω βάλει. Η παύλα δεν ακολούθησε ποτέ.
“Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης, έλα να μάθεις τι ζωή περνώ”, Το επόμενο τραγούδι. Και ο εγωισμός ενισχυμένος από ισχυρή δόση παράπονου, άρχισε να παίρνει πάνω του.
Όσο και αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να αντικαταστήσω τις λέξεις, ούτε και τη διάθεση. Πολλά μαζεμένα αυτές τις τελευταίες μέρες, με αναμονές και προσμονές, που επιμηκύνουν το διάστημα, σχεδόν το ακινητοποιούν. Δεν περνάει με τίποτα.
Είναι και η ζέστη … και ένα βάρος, σε απροσδιόριστο σημείο, από πολλά μαζεμένα μιας ζωής, που την κυνηγούν οι μήνες

Ανάβουμε φωτιές στις γειτονιές και όχι του Αι Γιαννιού του Λαμπατάρη



“Ανοίξατε τον Κλήδονα να βγει χαριτωμένος να βγει ένας αγγούραρος, θεριός θεριακωμένος
Είκοσι τρεις Ιουνίου λοιπόν, παραμονή του Άη-Γιαννιού και τότε. Ανάψαμε κι εμείς στο δρόμο μας τρεις φωτιές που οι φλόγες τους πήγαν ν' αγκαλιάσουν τη γειτονιά, ανάμεσα σε γέλια, ξεφωνητά και καβγάδες, φυσικά και τις πηδήξαμε πολλές και πολλές φορές, ίσια και σταυρωτά, και λαχανιάσαμε και ιδρώσαμε, καπνιστήκαμε και τσουρουφλιστήκαμε στο άτσαλο τρεχαλητό μας” Μάνος Ελευθερίου
Kαι οι φωτιές συνεχίζουν να μας καίνε. Όσο και να πολεμάς με τον εαυτό σου, έρχεται η τραγωδία μιας κοινωνίας να σου υπενθυμίσει ότι είσαι και εσύ μέλος της. Εκεί που νομίζω πως έχω κερδίσει την προσωπική μου μάχη, βλέπω ανθρώπους με σπασμένες φτερούγες, ναυάγια της ζωής, που αλλιώς την ονειρεύτηκαν. Το κοινωνικό δίνει τη θέση του στο προσωπικό και το παράπονο γίνεται ακόμα πιο πικρό. Μπορεί η τηλεόραση να απέκτησαν υψηλές αναλύσεις χρωμάτων, η ζωή μας όμως έγινε ασπρόμαυρη. Δεν μαθαίνουμε, οι συμπεριφορές παρά τα δύσκολα που μας έχουν βρει, έχουν περάσει το πετσί μας, κυλούν στο αίμα μας.
Μια κοινωνία χωρίς όραμα, χωρίς συνοχή και συμμετοχή, χωρίς δράση, που αρέσκεται να σχολιάζει και κατά βάθος να χαίρεται με τη φωτιά που απειλή να μας κάψει. Ατομισμός.
Ο χορός, στήνεται γύρω από τα συντρίμμια ή από την επικείμενη κατάρρευση, δε στήνεται για να την προλάβει, αλλά για να τη γιορτάσει. Έχασες εσύ για να κερδίσω εγώ. Όχι χάσαμε. Ο πρώτος πληθυντικός, μάλλον άγνωστη γραμματική φόρμα, για τους περισσότερους. Οι συμπεριφορές του παρελθόντος δυστυχώς ακόμα αντέχουν. Και αντέχουν εν μέσω κρίσης, πολέμου στην Ευρώπη, πανδημίας, ακρίβειας, φτώχειας , δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση.
Τη νύχτα εκείνη του Άη Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
(Γιώργος Σεφέρης, Οι φωτιές του Άη Γιάννη)

Δίπλα σου!

 Δίπλα σου!

Σε μια περίοδο κρίσης της πολιτικής, η παρουσία της Αλίκης Κατσαρού, στο ευρωψηφοδέλτιο της «Νέας Αριστεράς», ενός νέου σχηματισμού, που προσπαθεί με σοβαρό πολιτικό λόγο, για την επιστροφή της πολιτικής, είναι ένα φαναράκι ελπίδας.
Δίπλα σου Αλίκη, γιατί η συμμετοχή σου, δεν έχει προσωπικές επιδιώξεις και σκοπιμότητες.
Δίπλα σου, γιατί η πολιτική μπορεί να είναι σκληρή και κυνική, εσύ όμως διαθέτεις όλες εκείνες τις ευαισθησίες, που χρειάζονται για να ομορφύνει ο κόσμος μας.
Δίπλα σου, γιατί μπορεί να προέρχεσαι από μια γενιά απολιτίκ, έχεις όμως τα απαραίτητα προσόντα, για να κτιστεί κάτι σύγχρονο και βαθιά πολιτικό, κόντρα σε μια συνθήκη που οι κυρίαρχες δυνάμεις, προωθούν με κάθε τρόπο, την αντιπολιτική και την μεταπολιτική.
Δίπλα σου, γιατί γνωρίζω πόσο ανησυχείς, για τον πόλεμο, τη φτώχεια, τους πρόσφυγες, την ακρίβεια, το περιβάλλον, τη διαφάνεια, τη δημοκρατία και την ελευθερία.
Δίπλα σου γιατί αγαπάς την Ευρώπη, αγωνίζεσαι για την ταυτότητα της, όπως την ξέραμε και την θέλεις των Λαών και όχι των αριθμών.
Δίπλα σου, για την αγωνία σου και τον αγώνα σου, να διατηρήσει ο τόπος μας, την πολιτιστική του κληρονομιά .
Δίπλα σου, γιατί έχεις αυτό το σπάνιο προτέρημα, να συνδυάζεις την αθωότητα με την ευφυΐα.
«Σου πάει το καλοκαίρι», σου είχα γράψει εδώ και χρόνια. «Σου πάει και η πολική», σου γράφω σήμερα.
Μαζί σου σ’ αυτήν την όμορφη, τη δύσκολη και συνάμα ελκυστική προσπάθεια, για όλα αυτά που προανέφερα και για όλα τα άλλα, που ξέρουμε οι δύο μας.

Πόση Κέρκυρα απομένει;

Επί δεκαετίες, όσοι υπηρετήσαμε τον τοπικό Τύπο γράψαμε αμέτρητες φορές δύο λέξεις. «Τουριστική κρίση». Ποτέ δεν φανταστήκαμε ότι θα μιλούσα...