Τον βλέπω σχεδόν κάθε πρωί έξω από ένα καφενείο στο Μαντούκι. Τον χειμώνα κουλουριάζεται δίπλα στον τοίχο για να κόβει τον αέρα. Το καλοκαίρι μετακινείται λίγα μέτρα παρακάτω, εκεί όπου η σκιά κρατάει περισσότερο. Λες και γνωρίζει το πέρασμα του ήλιου καλύτερα από τους ανθρώπους.
Δεν γαβγίζει. Δεν ζητιανεύει. Δεν παρακαλεί. Παρατηρεί.
Οι άνθρωποι περνούν μπροστά του σαν κύματα.
Εκείνος μένει ακίνητος. Σαν παλιός θαλασσινός που έχει δει πολλά και δεν εντυπωσιάζεται εύκολα.
Κάποιους δεν τους προσέχει. Κάποιους τους ακολουθεί με το βλέμμα. Και σε ελάχιστους σηκώνεται αργά και τους πλησιάζει.
Πάντα αναρωτιόμουν πώς το ξέρει.
Πώς ξεχωρίζει μέσα σε τόσα πρόσωπα εκείνον που αξίζει να εμπιστευτεί.
Χρειάστηκε καιρός για να το καταλάβω.
Τα αδέσποτα μαθαίνουν νωρίς αυτό που οι άνθρωποι ξεχνάμε μεγαλώνοντας.
Να ξεχωρίζουν ποιο χέρι κρύβει χάδι και ποιο πέτρα.
Η Κέρκυρα είναι γεμάτη από τέτοιους σιωπηλούς κατοίκους. Δεν είναι γραμμένοι σε κανένα δημοτολόγιο, κι όμως γνωρίζουν την πόλη καλύτερα από όλους μας.
Τα δεσποζόμενα έχουν σπίτι. Τα αδέσποτα έχουν πόλη.
Τα δεσποζόμενα έχουν γενεαλογικό δέντρο. Τα αδέσποτα έχουν βιογραφία.
Κάθε ουλή κι ένα κεφάλαιο. Κάθε επιφυλακτικό βλέμμα και μια παλιά απογοήτευση.
Έχουν φάει την κλωτσιά σύννεφο.
Κι όμως εξακολουθούν να πιστεύουν στο χάδι.
Ίσως γι' αυτό να τα παρατηρώ τόση ώρα. Όχι επειδή αγαπώ τα σκυλιά περισσότερο από τους ανθρώπους. Αλλά επειδή καμιά φορά τα αδέσποτα μοιάζουν να γνωρίζουν πράγματα που οι άνθρωποι χρειάζονται μια ολόκληρη ζωή για να μάθουν.
Να αναγνωρίζουν την καλοσύνη χωρίς να γίνονται αφελή. Να θυμούνται τις πληγές τους χωρίς να γίνονται φόβος.
Οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι που γνώρισα είχαν πάντοτε κάτι από αδέσποτο. Κάτι από δρόμο. Κάτι από θάλασσα. Κάτι από ελευθερία.
Άνθρωποι που βρέθηκαν μπροστά σε πέτρες ενώ περίμεναν χάδια. Κι όμως συνέχισαν.
Ίσως γι' αυτό να αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Κουβαλούν την ίδια προσοχή. Την ίδια συστολή. Την ίδια γνώση του πόνου.
Κι όμως αφήνουν ακόμη μια χαραμάδα ανοιχτή.
Στην εμπιστοσύνη. Στη συντροφικότητα. Στον έρωτα.
Γιατί ο έρωτας δεν ανήκει στους αφελείς. Ανήκει σε εκείνους που γνώρισαν την πέτρα και παρ' όλα αυτά εξακολουθούν να αναζητούν το χάδι.
Κάθε φορά που περνώ από το καφενείο, ο παλιός αλήτης του δρόμου βρίσκεται σχεδόν πάντα εκεί.
Παρατηρεί.
Ζυγίζει τα βλέμματα.
Περιμένει.
Και όσο τον κοιτάζω, τόσο περισσότερο πιστεύω πως οι τελευταίοι αλήτες της πόλης δεν είναι τα αδέσποτα.
Είναι όσοι απογοητεύτηκαν και δεν έμαθαν να μισούν.
Όσοι έχασαν και εξακολουθούν να αγαπούν.
Όσοι γνώρισαν την πέτρα και δεν ξέχασαν το χάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου