Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Όσα δεν έγραψα ποτέ




Πατέρα, σ’ αγαπάω.
Μάνα, σ’ αγαπάω.
Νίκο και Δημήτρη, σας αγαπάω.

Φθινόπωρο. Κυριακή και βρέχει. Είναι κάποια πρωινά που η σιωπή μεγαλώνει και μαζί της επιστρέφουν όσα αφήνουμε συνήθως για αργότερα.

Δεν ξέρω γιατί είναι τόσο δύσκολο να πούμε αυτές τις λέξεις στους πιο δικούς μας ανθρώπους. Εκεί όπου η αγάπη έχει ρίζες, συχνά δυσκολεύεται να βρει φωνή. Σαν να θεωρούμε πως οι δικοί μας άνθρωποι γνωρίζουν, πως δεν χρειάζεται να τους το πούμε, πως υπάρχει πάντα καιρός.
Κι όμως, ο καιρός δεν μας χρωστάει τίποτα. Εμείς του χρωστάμε όσα αναβάλλουμε.

Γράφω από το 1993. Πέρασαν χρόνια, άνθρωποι, γεγονότα, άλλαξαν οι εποχές και μαζί τους άλλαξα κι εγώ, άλλοτε συνειδητά, άλλοτε χωρίς να το καταλάβω. Κάποιες φορές οι λέξεις βρήκαν τον δρόμο τους, άλλες έμειναν στο χαρτί. Δεν ξέρω πάντα τι φτάνει στον άλλον και τι χάνεται στη διαδρομή. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθώ να γράφω, επειδή ακόμη με απασχολούν όσα δεν κατάφερα να πω.

Δεν μετριέται η ζωή σε σελίδες, ούτε η γραφή σε κείμενα. Το ζητούμενο είναι αν οι λέξεις κατάφεραν να περάσουν από το χαρτί στον άνθρωπο. Να αφήσουν κάτι που δεν θα σβήσει με την επόμενη είδηση, την επόμενη εικόνα, την επόμενη μέρα.

Αναζητώ ακόμη το κείμενο των κειμένων. Όχι εκείνο που θα συγκεντρώνει τις ωραιότερες λέξεις μου, ούτε εκείνο που θα με κάνει να αισθανθώ πως επιτέλους τα κατάφερα. Αναζητώ το κείμενο που θα με ξεπεράσει. Που θα βγει από τα χέρια μου και θα πάψει να μου ανήκει, γιατί θα έχει συναντήσει κάτι μέσα στον άλλον. Που δεν θα του χαϊδεύει τις βεβαιότητες, δεν θα του προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά θα τον αναγκάζει να σταθεί για λίγο απέναντι σε όσα θεωρούσε αυτονόητα.

Δεν γράφω για να συμφωνούν μαζί μου όσοι ήδη συμφωνούν. Γράφω με την ελπίδα πως κάπου, σε κάποιον, μια λέξη θα ανοίξει ένα παράθυρο εκεί όπου όλα μοιάζουν κλειστά. Ιδίως στους νέους, που καλούνται να χτίσουν τη ζωή τους μέσα σε έναν κόσμο για τον οποίο δεν ευθύνονται, αλλά τις συνέπειές του θα τις πληρώσουν οι ίδιοι.

Δεν με φοβίζει ένας νέος που θυμώνει. Με φοβίζει ένας νέος που έμαθε να μη θυμώνει για τίποτα. Που βλέπει το μέλλον του να στενεύει και ακούει πως πρέπει να συμβιβαστεί με τις δυνατότητες που του προσφέρονται. Που συναντά την αδικία και μαθαίνει να την αντιμετωπίζει σαν φυσικό νόμο. Που διεκδικεί και αμέσως καλείται να σκεφτεί τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει η σύγκρουση, σπάνια όμως τη ζημιά που προκαλεί η υποχώρηση.

Οι νέοι δεν μας χρωστούν την ησυχία τους. Δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν τον κόσμο όπως τον βρήκαν, ούτε να θεωρήσουν τις δικές μας αποτυχίες όρια της δικής τους ζωής. Έχουν δικαίωμα να τον αμφισβητήσουν, να τον αναστατώσουν, να απαιτήσουν έναν άλλο. Το ερώτημα δεν είναι αν η οργή τους μάς βολεύει. Είναι αν έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε κατάματα όσα την προκαλούν.

Δεν χρειάζονται την άδειά μας για να διεκδικήσουν το μέλλον τους. Χρειάζεται εμείς να αναρωτηθούμε πότε μάθαμε να ονομάζουμε ωριμότητα την υπακοή και να αντιμετωπίζουμε την εξέγερση σαν απειλή.

Εδώ αρχίζει και η δική μου ευθύνη. Δεν θέλω οι λέξεις μου να γίνουν το άλλοθί μου. Να γράφω για την ελευθερία και να βολεύομαι, για την αδικία και να προσπερνώ, για την εξέγερση και να μένω θεατής. Είναι εύκολο να καταγγέλλεις τον κόσμο από την ασφαλή πλευρά της σελίδας. Δυσκολότερο να αναγνωρίζεις πότε η αδράνεια που καταγγέλλεις στους άλλους βρίσκει καταφύγιο και μέσα σου.

Δεν εμπιστεύομαι τα κείμενα που δεν δοκιμάζουν ούτε τον δημιουργό τους. Αν γράφω μόνο για να επιβεβαιώνω όσα ήδη πιστεύω, τότε οι λέξεις μου δεν ανοίγουν δρόμο, περιφράζουν τον δικό μου. Κι εγώ δεν θέλω να περιφράξω τίποτα. Θέλω να εξακολουθώ να αμφιβάλλω, να αναθεωρώ, να αναμετριέμαι με όσα κάποτε θεωρούσα λυμένα.

Ίσως τελικά το κείμενο που αναζητώ να μην είναι εκείνο που θα τα πει όλα. Να είναι εκείνο που θα ξεφύγει από τα χέρια μου και θα αρχίσει τη δική του ζωή. Που δεν θα πει στον άλλον τι να πιστέψει, αλλά θα τον κάνει να κοιτάξει αλλιώς όσα είχε μάθει να δέχεται χωρίς ερώτηση. Γιατί γράφουμε για να φτάσουμε στον άλλον, να συναντήσουμε κάτι δικό του, να του πούμε όσα μας δυσκολεύει να πούμε από κοντά.
Και η αγάπη, επίσης.

Δεν ξέρω αν θα γράψω ποτέ το κείμενο των κειμένων. Ξέρω μόνο πως δεν θέλω να πιστέψω ότι όσα είχα να πω έχουν ήδη ειπωθεί. Όσο υπάρχει κάτι που με αναστατώνει, κάτι που αρνούμαι να δεχτώ ως αναπόφευκτο, κάτι που αξίζει να ειπωθεί αλλιώς, η λευκή σελίδα παραμένει πρόκληση.

Αύριο θα καθίσω πάλι να γράψω. Όχι επειδή πιστεύω πως έχω βρει τις απαντήσεις, αλλά επειδή υπάρχουν ακόμη πράγματα που δεν θέλω να αφήσω στη σιωπή.
Πατέρα, σ’ αγαπάω.
Μάνα, σ’ αγαπάω.
Νίκο και Δημήτρη, σας αγαπάω.

Κάποιες λέξεις αργούν μια ζωή. Αλλά δεν είναι αργά να ειπωθούν. 

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Η επιθυμία έχει τα νεύρα της

Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με την ελευθερία. Όταν την αποκτάς, δεν ξέρεις πάντα τι να την κάνεις. Εξακολουθείς να θέλεις εκείνα από τα οποία έχεις αποφασίσει να φύγεις. Κι αυτό είναι κάπως εξευτελιστικό για την αξιοπρέπειά σου.



Λες όχι, κλείνεις την πόρτα, πετάς το κλειδί. Μετά περνάς απ’ έξω και κοιτάζεις αν άναψε το φως.

Δεν είναι έρωτας αυτό, θα πεις. Είναι εγωισμός, συνήθεια, μια κακή επένδυση συναισθήματος. Βρίσκεις τις σωστές λέξεις, τις τοποθετείς στη σειρά και αισθάνεσαι καλύτερα. Μόνο που η καρδιά δεν διαβάζει ανακοινώσεις.

Κάποτε χτυπούσαμε πόρτες. Τώρα κοιτάζουμε την οθόνη, γράφουμε ένα μήνυμα, το σβήνουμε, γράφουμε άλλο. Στο τέλος δεν στέλνουμε τίποτα και αισθανόμαστε περήφανοι για την αυτοσυγκράτησή μας. Η τεχνολογία προχώρησε, η αναβλητικότητα απέκτησε οθόνη αφής.

Ούτε η μουσική υπήρξε ποτέ τόσο υπάκουη. Ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης δεν μπήκαν στη ζωή μας για να διακοσμήσουν τις αναμνήσεις μας. Κάποια τραγούδια εξακολουθούν να μας χαλάνε τη διάθεση, κι αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη υπηρεσία που μας προσφέρουν. Μας θυμίζουν ότι δεν έχουμε τακτοποιηθεί εντελώς.

Ευτυχώς.

Γιατί ο κόσμος έχει γεμίσει ανθρώπους που ξέρουν τι θέλουν, πού πηγαίνουν, τι πιστεύουν και ποιος φταίει. Έχουν άποψη πριν από το γεγονός, συμπέρασμα πριν από τη σκέψη και έτοιμη συγγνώμη για κάθε ενδεχόμενο. Μια κοινωνία από βέβαιους ανθρώπους, με ελάχιστες εκπλήξεις και ακόμη λιγότερες παραδοχές.

Κι εμείς, μέσα σ’ αυτή την καλοκουρδισμένη παράσταση, επιμένουμε να θέλουμε τα λάθος πράγματα, τους λάθος ανθρώπους, τις λάθος επιστροφές.

Ίσως επειδή δεν είμαστε μηχανές. Η επιθυμία δεν αναγνωρίζει αποφάσεις δημοτικού συμβουλίου, ούτε υπακούει στην πλειοψηφία. Ούτε στην ηλικία, ούτε στην καλή μας φήμη.

Μπορούμε να αρνηθούμε αυτό που θέλουμε. Μπορούμε ακόμη και να πείσουμε τους άλλους πως το ξεπεράσαμε. Μέχρι να ακουστούν οι πρώτες νότες και να μας προδώσει ο εαυτός μας.

Η επιθυμία δεν υπακούει, δεν υπογράφει δηλώσεις μετανοίας, δεν παίρνει άδεια από τη λογική. Κι ευτυχώς. Αν υπάκουε σε όλα, θα είχαμε έναν κόσμο γεμάτο φρόνιμους ανθρώπους και δεν θα είχε γραφτεί ποτέ ούτε ένα τραγούδι που να αξίζει τον κόπο. 

Το γυμνό στο εδώλιο, το κρέας ελεύθερο

Ακόμη είμαι θυμωμένος με το Facebook, που κατέβασε δυο φορές μια καλλιτεχνική φωτογραφία γυμνού, χαρακτηρίζοντάς την πιθανή ενθάρρυνση σεξουαλικών δραστηριοτήτων και συνδέοντάς την με την προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών. Φαίνεται πως οι αλγόριθμοι δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν την τέχνη από αυτό που νομίζουν ότι βλέπουν.



Εδώ και χρόνια έχω δημοσιεύσει εκατοντάδες καλλιτεχνικές φωτογραφίες γυμνού, ακόμη και πρόσφατα, χωρίς να θεωρώ ότι χρειάζομαι απολογία για τη σχέση της τέχνης με το ανθρώπινο σώμα. Δεν ξέρω αν άλλαξαν οι κανόνες ή αν άλλαξε ο τρόπος που εφαρμόζονται. Ξέρω, όμως, ότι κάτι αξίζει να μας προβληματίσει. Μήπως, όσο προχωρά η τεχνολογία, τόσο πιο συντηρητικά γίνονται τα φίλτρα μέσα από τα οποία βλέπουμε τον άνθρωπο;

Το γυμνό είναι μια από τις αρχαιότερες αναζητήσεις της τέχνης. Από τα αρχαία αγάλματα μέχρι τη σύγχρονη φωτογραφία, το ανθρώπινο σώμα εμπνέει δημιουργούς που αναζητούν μέσα από το φως, τη σκιά και τη σύνθεση την ομορφιά, την ευθραυστότητα, τον χρόνο. Οι σπουδαίοι φωτογράφοι, Έλληνες και ξένοι, αναζητούν στη μορφή του σώματος το συναίσθημα και την εσωτερικότητα του ανθρώπου.

Μια καμπύλη μπορεί να θυμίζει γλυπτό, μια σκιά να αποκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα κρύβει. Το σώμα γίνεται γλώσσα. Κι εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και στην εικόνα που κατασκευάζεται για να καταναλωθεί.

Κάτω από το χθεσινό μου κείμενο, η διαδικτυακή μου φίλη Σίσσυ Ακοντίδου έγραψε σε ένα σχόλιό της:

«Έχετε την εντύπωση ότι ξέρουν να ξεχωρίσουν το καλλιτεχνικό από το πρόστυχο; Το γυμνό από το κρέας; Και βέβαια την πληρώνει το καλλιτεχνικό γυμνό. Κάτι κιτς κρέατα από τη Βαρβάκειο κυκλοφορούν άνετα και με το κεφάλι ψηλά».

Το «γυμνό από το κρέας» της Σίσσυς έχει τη λαϊκή οξύτητα μιας φράσης που δεν χρειάζεται επεξήγηση. Το πρόβλημα δεν είναι το σώμα που αποκαλύπτεται, αλλά το βλέμμα που αδυνατεί να διακρίνει.

Δεν είναι κάθε γυμνό τέχνη, όπως δεν είναι κάθε ντυμένη εικόνα αξιοπρεπής. Η διαφορά βρίσκεται στην πρόθεση, στη δημιουργία, στον σεβασμό προς τον άνθρωπο που φωτογραφίζεται. Η προστασία από την κακοποίηση και την εκμετάλλευση είναι αυτονόητη. Άλλο, όμως, η προστασία του ανθρώπου κι άλλο η καχυποψία απέναντι στην τέχνη.

Δεν ζητώ ένα διαδίκτυο χωρίς κανόνες. Ζητώ κανόνες που να μπορούν να διακρίνουν. Όταν μια καλλιτεχνική φωτογραφία αντιμετωπίζεται σαν να προωθεί σεξουαλικές υπηρεσίες, δεν περιορίζεται μόνο μια δημοσίευση. Αποκαλύπτονται και τα όρια της κρίσης εκείνου που την αξιολογεί.

Το σώμα μας είναι η πρώτη μας κατοικία. Με αυτό γεννιόμαστε, αγαπάμε, γερνάμε, πονάμε. Η τέχνη το κοιτάζει χωρίς να του αφαιρεί την αξιοπρέπεια και το μυστήριό του. Το γυμνό, όταν γίνεται τέχνη, δεν είναι κάτι για το οποίο ο άνθρωπος οφείλει να απολογηθεί.

Ίσως το πρόβλημα να μην είναι ότι το γυμνό εξακολουθεί να ενοχλεί. Είναι ότι χάνουμε την ικανότητα να το βλέπουμε πέρα από τις προκαταλήψεις μας.

Γιατί άλλο το γυμνό κι άλλο το κρέας. Κι ανάμεσά τους βρίσκεται η απόσταση που χωρίζει την τέχνη από την κατανάλωση, την ομορφιά από την εκμετάλλευση, τον άνθρωπο από το εμπόρευμα.

Η φωτογραφία είναι πλάνο από την ταινία Damage (1992), σε σκηνοθεσία του Λουί Μαλ, με τη Ζιλιέτ Μπινός και τον Τζέρεμι Άιρονς. 

Το αμάρτημα του αυτοσαρκασμού

Το παρακάτω, μου το αφαίρεσε ο αλγόριθμος 2 φορές, επιμένω να το δημοσιεύω με πιο "σεμνή" φωτογραφία


Το αμάρτημα του αυτοσαρκασμού

Τις προάλλες, σε μια συζήτηση, κάποιος επέμενε να αποδείξει ότι είχε δίκιο, ακόμη κι όταν τα γεγονότα είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Όσο περισσότερο στριμωχνόταν, τόσο περισσότερο επέμενε. Στο τέλος, αναρωτήθηκα τι είναι εκείνο που κάνει έναν άνθρωπο να προτιμά το ολοφάνερο λάθος από μια απλή παραδοχή.



Δεν είναι η πρώτη φορά που το συναντώ. Άνθρωποι που μπορούν να συζητήσουν τα πάντα, εκτός από το ενδεχόμενο να έχουν κάνει λάθος. Που αντιμετωπίζουν μια διαφορετική γνώμη σαν προσωπική προσβολή και μια παραδοχή σαν ήττα. Κι ενώ γελούν εύκολα με τους άλλους, δυσκολεύονται να γελάσουν με τον εαυτό τους.

Ίσως επειδή έχουμε μάθει να προστατεύουμε την εικόνα μας περισσότερο από την αλήθεια. Να μη φανεί πως δεν ξέρουμε, πως ξεχάσαμε, πως υπερβάλαμε. Κι έτσι, μια ασήμαντη διαφωνία μετατρέπεται σε αγώνα κύρους. Κανείς δεν θυμάται πια από πού ξεκίνησε η κουβέντα, όλοι όμως θέλουν να έχουν την τελευταία λέξη.

Ο αυτοσαρκασμός είναι μια μικρή πράξη ελευθερίας. Να μπορείς να αναγνωρίζεις το λάθος σου χωρίς να ψάχνεις αμέσως άλλοθι. Να γελάς με μια γκάφα σου χωρίς να αισθάνεσαι ότι μειώνεται η αξία σου. Να μη χρειάζεται να βγαίνεις νικητής από κάθε συζήτηση για να διατηρείς την αξιοπρέπειά σου.

Δεν μιλάω για εκείνους που αυτοϋποτιμώνται για να κερδίσουν τη συμπάθεια των άλλων. Μιλάω για την απλή, ανθρώπινη ικανότητα να βλέπεις τον εαυτό σου στις πραγματικές του διαστάσεις. Χωρίς βάθρο, χωρίς φωτοστέφανο, χωρίς την απαίτηση να σε δικαιώνουν όλοι.

Προσωπικά, πάντα πίστευα πως αν δεν μπορείς να γελάσεις με τον εαυτό σου, κινδυνεύεις να περάσεις μια ζωή εξηγώντας στους άλλους γιατί δεν πρέπει να γελούν μαζί σου.
Κι αυτό είναι εξαντλητικό.

Άλλωστε, τα χρόνια μάς δίνουν αρκετές ευκαιρίες να καταλάβουμε πως δεν είμαστε αλάνθαστοι. Ξεχνάμε ονόματα, μπερδεύουμε ημερομηνίες, υπερασπιζόμαστε με πείσμα απόψεις που τα ίδια τα γεγονότα έχουν διαψεύσει.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάνουμε λάθη. Είναι ότι μερικές φορές επιστρατεύουμε όλη μας την ευφυΐα για να μην τα παραδεχτούμε.

Ίσως, τελικά, το αμάρτημα του αυτοσαρκασμού να είναι πως μας στερεί μια βολική ψευδαίσθηση, ότι είμαστε πάντα λίγο πιο έξυπνοι, λίγο πιο σωστοί, λίγο πιο σημαντικοί από τους υπόλοιπους.

Κι αν είναι να διαλέξω, προτιμώ να κάνω λάθος και να το παραδεχτώ, παρά να έχω άδικο και να χρειαστεί να γράψω ολόκληρη απολογία για να σώσω τα προσχήματα.
Γιατί το γέλιο με τον εαυτό μας δεν μας μικραίνει.
Μικραίνει μόνο την ανάγκη μας να φαινόμαστε μεγάλοι.

Υστερόγραφο, είχα καιρό να φιλοξενήσω ένα καλλιτεχνικό γυμνό στην τελευταία σελίδα. Γιατί το ανθρώπινο σώμα, όταν το βλέμμα είναι ελεύθερο από προκαταλήψεις, δεν είναι πρόκληση, είναι τέχνη. 

Εγχειρίδιο χρήσης του παραλόγου.

 




Ζούμε σε μια εποχή που όλα έχουν εξήγηση. Ακόμη κι εκείνα που δεν εξηγούνται.

Ο ανόητος έχει άποψη για τα πάντα, ο ημιμαθής τη βεβαιότητα του ειδικού και ο απατεώνας, με λίγη επικοινωνιακή άνεση, μπορεί να εμφανιστεί ως σύμβουλος ηθικής. Δεν είναι παράδοξο. Είναι η εποχή που ανταμείβει την εικόνα πριν εξετάσει το περιεχόμενο.

Δεν χάσαμε απλώς το μέτρο. Χάσαμε και την υποψία ότι μπορεί να το έχουμε χάσει.

Η λογική έχει γίνει ενοχλητική. Καθυστερεί τις αποφάσεις, γεννά αμφιβολίες, απαιτεί αποδείξεις. Κυρίως, μας υποχρεώνει να δεχτούμε το ενδεχόμενο να έχουμε άδικο. Κι αυτό είναι ασυγχώρητο σε μια εποχή όπου όλοι δικαιούνται να έχουν γνώμη, αλλά κανείς δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να την τεκμηριώσει.

Παλιά, για να διαδώσεις μια ανοησία, χρειαζόσουν ακροατήριο. Σήμερα χρειάζεσαι σύνδεση στο διαδίκτυο. Με αρκετά «μου αρέσει», η ανοησία αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Με λίγη επιμονή, διεκδικεί και θέση στη δημόσια συζήτηση.

Η αλήθεια, αντίθετα, θέλει έρευνα, διασταύρωση, υπομονή. Και έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα, δεν προσαρμόζεται πάντοτε στις επιθυμίες μας. Έτσι, ο καθένας κατασκευάζει τη δική του πραγματικότητα, την υπερασπίζεται με πάθος και αντιμετωπίζει ως ύποπτο όποιον επιμένει στα στοιχεία.

Η συζήτηση παύει να είναι αναζήτηση και γίνεται αγώνας επικράτησης. Δεν ακούμε για να καταλάβουμε, αλλά για να εντοπίσουμε πού θα χτυπήσουμε. Δεν απαντάμε στο επιχείρημα, αλλάζουμε θέμα. Κι αν δεν υπάρχει αντίπαλος, τον κατασκευάζουμε. Η ευθύνη χρειάζεται πάντα κάποιον άλλον για να κατοικήσει.

Ίσως, τελικά, ήρθε η ώρα να ιδρύσουμε ένα Υπουργείο Παραλόγου. Όχι πως μας λείπει, απλώς λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς επίσημη αναγνώριση. Θα εκδίδει πιστοποιητικά παντογνωσίας, άδειες ακατάσχετης φλυαρίας και διπλώματα ημιμάθειας. Για τις θέσεις ευθύνης δεν θα απαιτούνται προσόντα, μόνο ακλόνητη πεποίθηση ότι όλοι οι άλλοι έχουν άδικο. Οι αιτήσεις αναμένονται πολλές. Το προσωπικό βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας.

Ως τότε, ας κρατήσουμε μερικούς κανόνες στοιχειώδους επιβίωσης.

Μην εμπιστεύεσαι την ένταση περισσότερο από το επιχείρημα. Η φωνή μπορεί να γεμίσει ένα δωμάτιο, όχι όμως και το κενό μιας σκέψης.

Μην επιχειρείς να πείσεις εκείνον που δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση όσων ήδη πιστεύει. Δεν πρόκειται για διάλογο, αλλά για μονόλογο με περιστασιακές διακοπές.

Και κράτησε το δικαίωμα στον αυτοσαρκασμό. Είναι άμυνα απέναντι στην έπαρση, αρκεί να στρέφεται πρώτα προς τα μέσα. Γιατί η βεβαιότητα ότι το παράλογο κατοικεί αποκλειστικά στους άλλους είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να του παραχωρήσουμε χώρο και μέσα μας.

Δεν χρειάζεται να διορθώσουμε ολόκληρο τον κόσμο. Χρειάζεται, τουλάχιστον, να αναγνωρίζουμε τη δική μας συμμετοχή στο παράλογο, τις φορές που η ευκολία υποκαθιστά τη σκέψη και η ανάγκη να έχουμε δίκιο υπερισχύει της ανάγκης να καταλάβουμε.

Το παράλογο, τελικά, δεν έχει ανάγκη από υπερασπιστές. Έχει αρκετούς εθελοντές.

Και, όπως συμβαίνει σε κάθε επιτυχημένο θεσμό, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν ότι το υπηρετούν. 


Ζούμε σε μια εποχή που όλα έχουν εξήγηση. Ακόμη κι εκείνα που δεν εξηγούνται.

Ο ανόητος έχει άποψη για τα πάντα, ο ημιμαθής τη βεβαιότητα του ειδικού και ο απατεώνας, με λίγη επικοινωνιακή άνεση, μπορεί να εμφανιστεί ως σύμβουλος ηθικής. Δεν είναι παράδοξο. Είναι η εποχή που ανταμείβει την εικόνα πριν εξετάσει το περιεχόμενο.

Δεν χάσαμε απλώς το μέτρο. Χάσαμε και την υποψία ότι μπορεί να το έχουμε χάσει.

Η λογική έχει γίνει ενοχλητική. Καθυστερεί τις αποφάσεις, γεννά αμφιβολίες, απαιτεί αποδείξεις. Κυρίως, μας υποχρεώνει να δεχτούμε το ενδεχόμενο να έχουμε άδικο. Κι αυτό είναι ασυγχώρητο σε μια εποχή όπου όλοι δικαιούνται να έχουν γνώμη, αλλά κανείς δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να την τεκμηριώσει.

Παλιά, για να διαδώσεις μια ανοησία, χρειαζόσουν ακροατήριο. Σήμερα χρειάζεσαι σύνδεση στο διαδίκτυο. Με αρκετά «μου αρέσει», η ανοησία αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Με λίγη επιμονή, διεκδικεί και θέση στη δημόσια συζήτηση.

Η αλήθεια, αντίθετα, θέλει έρευνα, διασταύρωση, υπομονή. Και έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα, δεν προσαρμόζεται πάντοτε στις επιθυμίες μας. Έτσι, ο καθένας κατασκευάζει τη δική του πραγματικότητα, την υπερασπίζεται με πάθος και αντιμετωπίζει ως ύποπτο όποιον επιμένει στα στοιχεία.

Η συζήτηση παύει να είναι αναζήτηση και γίνεται αγώνας επικράτησης. Δεν ακούμε για να καταλάβουμε, αλλά για να εντοπίσουμε πού θα χτυπήσουμε. Δεν απαντάμε στο επιχείρημα, αλλάζουμε θέμα. Κι αν δεν υπάρχει αντίπαλος, τον κατασκευάζουμε. Η ευθύνη χρειάζεται πάντα κάποιον άλλον για να κατοικήσει.

Ίσως, τελικά, ήρθε η ώρα να ιδρύσουμε ένα Υπουργείο Παραλόγου. Όχι πως μας λείπει, απλώς λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς επίσημη αναγνώριση. Θα εκδίδει πιστοποιητικά παντογνωσίας, άδειες ακατάσχετης φλυαρίας και διπλώματα ημιμάθειας. Για τις θέσεις ευθύνης δεν θα απαιτούνται προσόντα, μόνο ακλόνητη πεποίθηση ότι όλοι οι άλλοι έχουν άδικο. Οι αιτήσεις αναμένονται πολλές. Το προσωπικό βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας.

Ως τότε, ας κρατήσουμε μερικούς κανόνες στοιχειώδους επιβίωσης.

Μην εμπιστεύεσαι την ένταση περισσότερο από το επιχείρημα. Η φωνή μπορεί να γεμίσει ένα δωμάτιο, όχι όμως και το κενό μιας σκέψης.

Μην επιχειρείς να πείσεις εκείνον που δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση όσων ήδη πιστεύει. Δεν πρόκειται για διάλογο, αλλά για μονόλογο με περιστασιακές διακοπές.

Και κράτησε το δικαίωμα στον αυτοσαρκασμό. Είναι άμυνα απέναντι στην έπαρση, αρκεί να στρέφεται πρώτα προς τα μέσα. Γιατί η βεβαιότητα ότι το παράλογο κατοικεί αποκλειστικά στους άλλους είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να του παραχωρήσουμε χώρο και μέσα μας.

Δεν χρειάζεται να διορθώσουμε ολόκληρο τον κόσμο. Χρειάζεται, τουλάχιστον, να αναγνωρίζουμε τη δική μας συμμετοχή στο παράλογο, τις φορές που η ευκολία υποκαθιστά τη σκέψη και η ανάγκη να έχουμε δίκιο υπερισχύει της ανάγκης να καταλάβουμε.

Το παράλογο, τελικά, δεν έχει ανάγκη από υπερασπιστές. Έχει αρκετούς εθελοντές.

Και, όπως συμβαίνει σε κάθε επιτυχημένο θεσμό, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν ότι το υπηρετούν. 

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Η αξιοπρέπεια του να μην αρέσεις...


Χθες βράδυ βρέθηκα ανάμεσα σε φίλους που δεν ήταν δήθεν. Ανθρώπους αληθινούς, με τις συμφωνίες τις διαφωνίες τους, το γέλιο τους, την άνεση να μιλούν χωρίς να ζυγίζουν κάθε λέξη. Ακόμη και το μαγαζί όπου καθίσαμε είχε κάτι από εμάς, τίμιο, κανονικό, εξωστρεφές, χωρίς ίχνος προσποίησης. Μια παρέα που μπορούσε να χαρεί, να συζητήσει, να διαφωνήσει και να παραμείνει παρέα.


Φεύγοντας, το είδα στα χαμόγελά τους. Η χαρά ήταν αμοιβαία. Σκέφτομαι πόσες φορές, στην προσπάθειά μας να αρέσουμε, απομακρυνόμαστε από αυτό που πραγματικά είμαστε.

Κάπου ανάμεσα σε μια λέξη που δεν είπα και σε μια αλήθεια που κατάπια, άρχισα να γίνομαι λιγότερο εγώ. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς συνέβη. Οι μεγάλες απώλειες δεν κάνουν πάντα θόρυβο. Μερικές μεταμφιέζονται σε ευγένεια, καλή ανατροφή, διάθεση συνεννόησης.

Υπάρχει μια ολόκληρη τέχνη στο να γίνεσαι αρεστός. Να μαλακώνεις τις λέξεις, να κρύβεις τη διαφωνία, να προσαρμόζεσαι τόσο επιδέξια, ώστε στο τέλος όλοι να είναι ευχαριστημένοι μαζί σου. Όλοι, εκτός από εκείνον που έχει απομείνει μέσα σου.

Με τον καιρό άρχισα να υποψιάζομαι πως αυτή η ανάγκη έχει ένα ακριβό τίμημα. Για να αρέσεις σε όλους, πρέπει να γίνεις λίγο διαφορετικός για τον καθένα. Να προσαρμόζεις τη φωνή σου, να κρύβεις τις γωνίες σου, να παραχωρείς μικρά κομμάτια από εκείνα που σε ορίζουν. Κι ύστερα, κάποια στιγμή, να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και να μην αναγνωρίζεις πια το πρόσωπό σου.

Κάπως έτσι μαθαίνουμε να αυτολογοκρινόμαστε, χωρίς να χρειάζεται κανείς να μας το ζητήσει. Ονομάζουμε ωριμότητα την υποχώρηση, σύνεση τη σιωπή και αρμονία την απουσία διαφωνίας. Ο πιο αποτελεσματικός περιορισμός είναι εκείνος που τελικά επιβάλλουμε μόνοι μας.

Η εποχή μας αγαπά τη διαφορετικότητα, αρκεί να μην της χαλάει την ομοιομορφία.

Άλλο η αξιοπρέπεια κι άλλο η αγένεια, άλλο η ελευθερία κι άλλο η επιβολή. Άλλο να αλλάζεις γνώμη επειδή πείστηκες κι άλλο να υποχωρείς επειδή φοβήθηκες πως δεν θα αρέσεις. Το πρώτο είναι επιλογή. Το δεύτερο, φόβος μεταμφιεσμένος σε ευγένεια.

Δεν έχω ανάγκη να με χειροκροτούν όλοι. Προτιμώ να περισσεύω κάπου παρά να μικραίνω για να χωρέσω. Θέλω να μπορώ να πλησιάζω τους ανθρώπους χωρίς να εγκαταλείπω κάθε φορά κάτι από τον εαυτό μου.

Ίσως μεγαλώνεις όταν αποδέχεσαι πως δεν θα σε καταλάβουν όλοι. Όταν μπορείς να χάσεις μια θέση σε κάποιο τραπέζι, χωρίς να χάσεις τη θέση σου απέναντι στον καθρέφτη. Η ελευθερία αρχίζει όταν παύεις να παραχωρείς στους άλλους το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα είσαι.

Σε όποιον αρέσουμε, λοιπόν. Για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε.

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περάσουμε σε διαρκή οντισιόν, περιμένοντας από τους άλλους να εγκρίνουν τον ρόλο μας.

Στο τέλος, το τίμημα της αποδοχής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από την απώλειά της. Γιατί το πιο οδυνηρό δεν είναι να μη σε θέλουν οι άλλοι, αλλά να έχεις γίνει κάποιος άλλος για να σε θέλουν.

Η ζωή θα αρχίσει αύριο




Υπάρχουν βράδια που όλα έχουν τελειώσει. Οι δουλειές, τα τηλεφωνήματα, οι μικρές φωτιές της ημέρας. Το σπίτι ησυχάζει κι εσύ κάθεσαι για λίγο, χωρίς να ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου. Σαν να σου έδωσαν ελεύθερο χρόνο κι εσύ να ψάχνεις σε ποια υπηρεσία να τον καταθέσεις.

Δεν συνέβη τίποτε κακό. Η μέρα κύλησε κανονικά. Έτρεξες, πρόλαβες, απάντησες, τακτοποίησες. Υπήρξες απαραίτητος σε όλους. Μόνο που, κάπου ανάμεσα στις υποχρεώσεις, εσύ ο ίδιος έμεινες λίγο πίσω.

Δεν πειράζει, σκέφτεσαι. Αύριο.

Αύριο είναι μια βολική λέξη. Χωράει τον φίλο που δεν πήρες τηλέφωνο, τη βόλτα που ανέβαλες, το βιβλίο που έμεινε ανοιχτό στην ίδια σελίδα. Όλα όσα θέλησες να κάνεις και δεν πρόλαβες, επειδή προέκυψε κάτι πιο επείγον. Το αύριο τα δέχεται όλα. Δεν διαμαρτύρεται ποτέ.

Έτσι μαθαίνεις να φροντίζεις τις εκκρεμότητες των άλλων και να αφήνεις τις δικές σου να περιμένουν. Από αγάπη, από ευθύνη, από εκείνη τη συνήθεια να είσαι πάντα ο άνθρωπος που θα βρεθεί όταν χρειαστεί. Μόνο που κανείς δεν σου λέει πότε τελειώνει αυτή η βάρδια.

Κι ύστερα ανακαλύπτεις πως έχεις γίνει εξαιρετικός στη διεκπεραίωση της ζωής σου. Ξέρεις τι πρέπει να γίνει, πότε και για ποιον. Μπορείς να οργανώσεις ακόμη και την ξεκούρασή σου, αρκεί να μη χαλάσει το πρόγραμμα.

Μόνο που η ζωή δεν είναι δημόσια υπηρεσία. Δεν έχει αριθμό προτεραιότητας ούτε γκισέ απ’ όπου θα παραλάβεις, όταν έρθει η σειρά σου, το δικαίωμα να χαρείς.

Κι όμως, περιμένεις. Να λιγοστέψουν οι δουλειές, να ησυχάσουν τα πράγματα, να περάσει η δύσκολη περίοδος. Στο μεταξύ, οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι μεγαλώνουν, τα πρόσωπα που αγαπάς αποκτούν ρυτίδες που κάποτε δεν υπήρχαν.

Κι εσύ ακόμη τακτοποιείς.

Ο άδειος χρόνος, όμως, δεν είναι χαμένος χρόνος. Είναι ένας περίπατος χωρίς προορισμό, ένας καφές που τραβάει σε μάκρος, μια κουβέντα που δεν κοιτάζει το ρολόι. Είναι ακόμη κι εκείνη η γλυκιά αμηχανία του να μην κάνεις τίποτε. Να αφήνεις τις σκέψεις να περιπλανηθούν, χωρίς να απαιτείς απ’ αυτές κάποιο συμπέρασμα.

Ίσως εκεί, μέσα σ’ αυτές τις ώρες που δεν αποδίδουν τίποτε, να ξανακούς τη δική σου φωνή. Γιατί έχουμε μάθει να δικαιολογούμε τον κόπο μας, όχι την ύπαρξή μας. Να νιώθουμε χρήσιμοι, όχι απλώς ζωντανοί. Σαν να χρειάζεται ακόμη κι η χαρά μας να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για να εγκριθεί.

Δεν χρειάζεται να αλλάξεις τη ζωή σου από την αρχή. Άφησε μονάχα ένα κομμάτι της ημέρας αδέσμευτο. Μια ώρα χωρίς πρόγραμμα, ένα απόγευμα χωρίς υποχρεώσεις. Κι ας μη βγει τίποτε από αυτό. Δεν είναι όλα υποχρεωμένα να αποδώσουν καρπούς.

Άλλωστε, δεν είμαστε εδώ για πάντα.

Το ξέρουμε, αλλά συνεχίζουμε να αναβάλλουμε τις μικρές χαρές για το επόμενο Σαββατοκύριακο, τις συναντήσεις για όταν θα έχουμε περισσότερο χρόνο, τη ζωή για όταν θα έχουν τακτοποιηθεί όλα. Σαν να περιμένουμε να τελειώσει η πρόβα για να αρχίσει η παράσταση.

Μόνο που η παράσταση έχει ήδη αρχίσει.

Το επάγγελμα του θεατή

Κάποτε οι άνθρωποι συμμετείχαν στη ζωή. Έπαιρναν θέση, διαφωνούσαν, διεκδικούσαν, αναλάμβαναν ευθύνες. Σήμερα ανακαλύψαμε μια πολύ πιο ξεκού...