Δεν ξέρω αν ενηλικιώνεται ποτέ πραγματικά ένας άνθρωπος που, παιδί ακόμη, συνήθιζε να υπογραμμίζει στίχους τραγουδιών.
Η δεκαετία του ’70 δεν μας μεγάλωσε. Μας σημάδεψε. Άφησε πάνω μας τη μυρωδιά από το Πολυτεχνείο που ήταν ακόμη πληγή, τη Μεταπολίτευση που έμοιαζε περισσότερο με υπόσχεση παρά με κατάκτηση, τα πρώτα συνθήματα που βγήκαν από τους τοίχους και έγιναν φωνές στις πλατείες. Κι ανάμεσά τους τραγούδια. Όχι απλώς για να τα ακούμε, αλλά για να τα αντιγράφουμε σε τετράδια, σαν να κρατούσαμε σημειώσεις ζωής.
Εκείνοι οι στίχοι δεν ήταν μουσική. Ήταν το πρώτο λεξικό των συναισθημάτων μας. Με αυτούς μάθαμε να κατονομάζουμε τη μοναξιά πριν τη ζήσουμε, την απουσία πριν τη γνωρίσουμε, τον έρωτα πριν μας επισκεφθεί.
Η δική μας γενιά μεγάλωσε παράξενα. Από τη μια η οικογένεια, η γειτονιά, η μικρή κοινωνία που απαιτούσε υπακοή. Από την άλλη μια χώρα που έβγαινε τραυματισμένη από τη σιωπή και προσπαθούσε να θυμηθεί τη φωνή της. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο στεκόταν ένα παιδί με ένα τετράδιο στο χέρι, αντιγράφοντας στίχους λες και αντέγραφε οδηγίες επιβίωσης.
Δεν αποστηθίζαμε τραγούδια. Αποδελτιώναμε τη ζωή. Κάθε λέξη έβρισκε μια κρυψώνα μέσα μας και περίμενε υπομονετικά τη στιγμή που θα επιβεβαιωνόταν. Κι επιβεβαιώθηκε. Με τις πρώτες διαψεύσεις, τους έρωτες που έληξαν χωρίς εξηγήσεις, τις φιλίες που ξεθύμαναν, τα όνειρα που χρειάστηκε να φορέσουν γραβάτα για να επιβιώσουν.
Ταραγμένο καλοκαίρι του 1974. Μεταπολίτευση. Ήμασταν παιδιά, αλλά έπρεπε να μάθουμε γρήγορα τον κόσμο. Στο πρώτο εκθεσιακό σαλόνι κομμάτων χαζεύαμε τα καινούργια μοντέλα. Δεν ήξερα τι να διαλέξω. Με τράβηξε το Κόκκινο. Πάνω του έμαθα να οδηγώ την εποχή.
Ύστερα τα χρώματα άρχισαν να ξεθωριάζουν. Το Κόκκινο κυνηγούσε φαντάσματα, το Πράσινο μπλέχτηκε με το Μπλε, το Μπλε σκοτείνιασε. Στο τέλος όλα έγιναν γκρι. Κι εγώ έμεινα να κυνηγώ τα τρένα που φύγαν και αγάπες που πήρανε...
Ύστερα ήρθε η ζωή. Αθόρυβα, σχεδόν ευγενικά. Ζήτησε συμβιβασμούς, λογαριασμούς και αντοχές. Μας έμαθε να κρύβουμε τις ήττες πίσω από ρόλους και υποχρεώσεις. Δεν κατάφερε όμως να αγγίξει εκείνο το παιδί που πίστεψε πως η Ιστορία γράφεται στους δρόμους και σώζεται στα τραγούδια.
Σήμερα, όταν μια παλιά μελωδία περνά από ένα ανοιχτό παράθυρο, δεν θυμάμαι μόνο το παρελθόν. Θυμάμαι τον άνθρωπο που νόμιζα ότι θα γίνω.
Και κάθε φορά αναρωτιέμαι ποιος από τους δυο θυμάται τον άλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου