Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Οι ομπρέλες μου αρέσουν μόνον όταν φέρνουν κοντά δυο ανθρώπους

Αυτές τις μέρες που δεν υπάρχουν διλήμματα για τον ερχομό του χειμώνα, τα υπαρξιακά προβλήματα, αναδύονται με περισσότερη ένταση.
Όταν αυτά που γράφω γίνουν προηγούμενα ελπίζω να μου είναι και πιο κατανοητά…
Με τη λατρεία των πραγμάτων, όλοι βρίσκουμε το μπελά μας. Η κατοχή δεν ταυτίζεται με τη χρηστικότητα, η σχέση με την αγορά, ο άσβεστος πόθος γι' αυτά που δεν κατέχουμε, τελικά αποδεικνύονται ισχυρότερα κίνητρα.
Αυτό απουσιάζει τελικά από τη ζωή μας; Αυτό αποτελεί την ύψιστη ανάγκη μας; Μας περίσσεψαν οι άνθρωποι και ψάχνουμε αντικείμενα για να καλύψουμε την απουσία;

«Απούσα η μορφή σου διαστέλλεται τόσο που γεμίζει το σύμπαν. Περνάς στη ρευστή κατάσταση των φαντασμάτων. Παρούσα, συμπυκνώνεται και αποκτάς το ειδικό βάρος των βαρύτερων μετάλλων, του ιριδίου και του υδράργυρου. Αυτό το βάρος με πεθαίνει καθώς πέφτει στην καρδιά μου», γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.
Κι όσον για κείνον που ποθεί, όπως παρατηρεί ο Μπαρτ, «το αντικείμενο της αγάπης είναι πάντοτε απον κι από την ταραχή που φέρνει η απουσία, γεννιέται ο στεναγμός».
Σ ΄αυτή την απουσία έχουμε ανάγκη παρουσίας, γιατί αυτή αποτελεί την χαμένη μας Εδέμ, τα χαμένα μας κομμάτια . Πως θα την αποκτήσουμε; Με κινητά τηλέφωνα που ψήνουν καφέ και αυτοκίνητα που στριμώχνονται στους δρόμους. Εγώ δεν καταλαβαίνω.
Αυτοί όμως έχουν καταλάβει...στο δρόμο το χάσαμε το σημαντικό και επιδιώκουν με το αζημίωτο να το αναπληρώσουν με ασημαντότητες. Με πληρωμένα προσχήματα προσπαθούν τάχατες να μας φέρουν κοντά.
Ακριβώς Κυρία μου «Όλα για ένα σύννεφο προκαταβολή. Στις 60 άτοκες θα έρθει η καταιγίδα. Δε μου αρέσουν οι ομπρέλες ή μη μόνον όταν φέρνουν κοντά δυο ανθρώπους με το πρόσχημα της βροχής. Θα μου πείτε, το «κοντά» χρειάζεται προσχήματα; Γιατί υπάρχει κάτι άλλο πια, που να μην τα χρειάζεται;» Εκεί ποντάρουν…

Οι καιρικές συνθήκες; Οι χειρότερες

Τα παρακάτω ψέματα διαφέρουν απ΄ αυτά των πολιτικών. Εκείνοι τα έχουν για να κρύψουν την αλήθεια, εμείς τα γράφουμε για να πούμε την αλήθεια.
Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, έχουν αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.
«Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους. Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω να μη χαθώ».

Οι καιρικές συνθήκες; Οι χειρότερες . Νοιώθω μια καθολική ψύξη να με διαπερνά, στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Ακαθόριστες ενοχές, χορεύουν ανεξέλεγκτα μέσα μου, με τον καλύτερο εαυτό μου εξαφανισμένο. Καλά καλά δεν θυμάμαι αν διαθέτω ένα καλό εαυτό, πράο και γενναιόδωρο, σίγουρο και αταλάντευτο, δυνατό και αστείρευτο, φωτεινό και ταπεινό. Τον ψάχνω, αλλά στη θέση του συναντάω ένα απύθμενο κενό, ένα τρομακτικό κενό, με όλους τους πανικούς της γης. Με τους θυμούς και τους φόβους, με τις αμφιβολίες και όλες τις ανασφάλειες του κόσμου .
Από τέτοιες μοναξιές τελικά φτιάχνουμε Θεούς και Έρωτες, μόνο που κάποια στιγμή μας ξεφεύγουν από τα χέρια, ελευθερώνονται, μας επιβάλλονται και μας δυναστεύουν.
Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.

"Λείπει το όνειρο εσύ και το δοξάρι"

Το παρατηρώ σε όλες τις εκφάνσεις τους πολιτικού βίου. Προηγείται η επαναστατική γυμναστική, ύστερα μπαίνουνε στο τραίνο χωρίς μηχανοδηγό και πάνε, πάνε, πάνε , στην πορεία που έχουν χαράξει οι προηγούμενοι και οι προηγούμενοι.
Οι οραματικές θέσεις της αριστεράς σε εθνικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο, παρατηρούμε σήμερα να έχουν βουλιάξει στην λάσπη της πεπατημένης. Παρασυρμένη από το ρεύμα της προηγούμενης κατάστασης στροβιλίζεται με το κεφάλι χαμηλά, χάνοντας κάθε σημείο προσανατολισμού.
Θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα; Θα μπορούσαν αν το όραμα που εκφράστηκε προεκλογικά, ήταν απαλλαγμένο από σκοπιμότητες. Εν προκειμένω, ο σκοπός ήταν η πάση θυσία εκλογική νίκη. Αν η συνέχεια, ακολουθούσε το δρόμο των προσδοκιών, θα επικροτούσαμε την τακτική, κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε και απέδειξε το προσχηματικό του οράματος. Έλλειπε, πέρα από την φαντασία, αυτό που λέμε “επαναστατικό”, αυτό που λέμε "ριζοσπαστικό" που θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά στις παρούσες δύσκολες συνθήκες.
Το εύλογο ερώτημα είναι, ποίοι είναι αυτοί που πραγματικά μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Αυτοί που κατά καιρούς το πέτυχαν, βρίσκονται στο πάνθεον της ιστορίας.
Στις σημερινές διεργασίες, που έχουν αναπτυχθεί σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, μπορώ να ξεχωρίσω κάποιους, που από την φύση τους και την ιδιοσυγκρασία τους, δεν μένουν στάσιμοι. Είναι αυτοί, που ο αυθορμητισμός τους, τους οδηγεί σε μια συγκεκριμένη στάση, αποτέλεσμα ιδεαλιστικών κινήτρων. Αυτοί οι πολίτες που δεν τα πάνε καλά με τα μαθηματικά, που στη ζωή τους δεν έμαθαν να υπολογίζουν και να αποβλέπουν, που δεν έμαθαν να συναλλάσσονται και να επιδιώκουν ανταλλάγματα, αυτοί οι "ασταθείς" πολίτες, που διαθέτουν φαντασία και όραμα μπορούν σε μια δεδομένη στιγμή να κάνουν την διαφορά.
Η κοινωνία μας έχει κατακλυσθεί από μέτριους λογιστάκους, κακούς διαχειριστές κοινοχρήστων, φτηνούς διεκδικητές συμφερόντων, ισορροπιστές και γεφυροποιούς, συντηρητικούς και αδέξιους υπαλλήλους της εξουσίας. Μέσα σ’ αυτό το χλωμό τοπίο οι αυτόφωτοι απρόβλεπτοι, ρομαντικοί κρατούν μια σπίθα αναμμένη, που μπορεί όταν δοθεί η ευκαιρία να πυροδοτήσει εξελίξεις που σήμερα φαντάζουν μακρινές.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι του προβληματισμού και της έρευνας, μου μετακινούνται διαρκώς, που είναι συνεχώς ανικανοποίητοι που αυτοσαρκάζονται, που συγκρούονται χωρίς να υπολογίζουν καρέκλες και αξιώματα. Αυτοί οι μόνιμοι ταξιδευτές στην διαρκή αναζήτηση της Ιθάκης, είναι αυτοί που πάντοτε έδιναν και θα δίνουν γεύση στη ζωή μας.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά


Μ’ αρέσει αυτό το κείμενο που ακολουθεί, Το έγραψα “παρέα” με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, με ένα ποτήρι κρασί και ένα φεγγάρι που κρέμονταν από πάνω μου, σαν το αποψινό.
Είναι στιγμές που χάνουμε τον κόσμο Εκεί που σκέφτεσαι το περασμένο , έρχεται το σημερινό και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες, πριν από λίγο. Κάνεις μια προσπάθεια, πάνω από την “υδρόγειο”, που βρίσκεται στο γραφείο σου, να χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά. Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και χαμογελάς.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δίχως κοινωνικές συμπεριφορές της ψευτιάς και κάπως απροσάρμοστα, πορευτήκαμε χρόνια και χρόνια: με αγαπημένους ποιητές, και συγγραφείς, που μας ταξίδεψαν, με έντυπα που εκδίδαμε κατά καιρούς για να βρούμε τους όμοιους. «Σαν τον παράξενο Τζον του Τζορτζ Στάμπλετον, που εξέπεμπε σήματα ειδικά μέχρι την Κίνα, να συναντήσει τ’ αδέλφια του.

Ναι και το χωριό μας κουβαλήσαμε στην πόλη, γιατί στο φινάλε θέλαμε να είμαστε απλώς εμείς. Χωρίς εικόνα γοητευτική και πρότυπο της εποχής, για να τους μοιάσουμε. Δίχως μόδες ετικετάκια και ταμπέλες, ρούχων και συμπεριφορών.
Θα με ρωτήσετε που ξέρεις, ότι αυτό που υπερασπίζεσαι είναι ο εαυτός σου! Δεν ξέρω τον αναζητώ. Και εμπιστεύομαι την εικόνα του και τον αέρα που αποπνέει. Έτσι, χωρίς βερνίκια και λούστρα. Ανασφαλή και κάθε άλλο παρά αυτάρκη. Με μια τεράστια ανάγκη να αγαπά και να αγαπιέται.


Με αυτά και με αυτά πορευτήκαμε με τις παρέες να έχουν τον πρώτο λόγο. Με τις παρέες που ονειρευόμαστε να τις μεγαλώσουμε, έτσι που να γίνουμε όλοι μια παρέα. Και σήμερα που δεν έχω τι να γράψω…
«Ήρθε ένας μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά, έκλεισε μες στη χούφτα σου θαλασσινά χαλίκια άνοιξες και πέταξαν πουλιά
Κι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο…»
Και ακόμα σήμερα που κρύφτηκαν οι λέξεις. Kαι ακόμα σήμερα που φαίνονται όλα χαμένα… ακόμα εκείνο το όνειρο μας ταξιδεύει.
Γι αυτό σου λέω να εμπιστεύεσαι την εικόνα σου και γίνε ο εαυτό σου. Και ας λένε οι άλλοι. Εσύ φόρεσε το κόκκινο καπέλο που σου πάει και τότε όλα γίνονται εύκολα. Γιατί τα βρίσκεις ξαφνικά τα βήματα, τις βρίσκεις τις λέξεις  και τους ανθρώπους… Βρίσκεις το ρυθμό σου και αυτόν τα τον χαμένο εαυτό σου.
Γιατί τα σήματα που εκπέμπεις είναι τ’ αληθινά και φτάνουν ως τον προορισμό τους… Γιατί οι κραδασμοί που προκαλείς είναι οι δικοί σου, τελικά...
« Ύστερα ο μάγος έσπασε δυο γυάλινα ποτήρια κι έφτιαξε από τα θρύψαλα νερό
θα κόβεσαι είπε αν μόνη σου το ακουμπάς στα χείλια θα ξεδιψάς αν πίνετε κι οι δυο».



Έρχεται βράδυ της Παρασκευής. “Τι θα κάνεις απόψε” τη ρώτησα. “Απλώς θα μείνω μέσα, δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω”, μου απάντησε.
Δεν το φανταζόμουν , μου το έλεγαν και δεν το πίστευα. Άνδρες μόνοι, γυναίκες μόνες. Μια χαρά γυναίκες και άνδρες. Γυναίκες όμορφες ώριμες, που τα κέρδισαν όλα,χειραφετημένες. Άνδρες πετυχημένοι, μόνοι, φοβισμένοι. Παράλληλες μοναξιές να βαδίζουν με ένα βαθύ παράπονο.
Γυναίκες και άνδρες απασχολημένοι σε καριέρες που φτάνουν κάποια στιγμή σε αδιέξοδα, δεν τους λείπει τίποτα, εκτός από την συντροφιά , το άγγιγμα την αγάπη. Δεν ξέρουν από που να το ζητήσουν, πως να το ζητήσουν, αυτό που ξέρουν είναι ότι χρειάζεται ν’ αγαπηθούν .
“H ώριμη, πετυχημένη γυναίκα” γράφει ο Νίκος Ξυδάκης “της χειραφέτησης τα κέρδισε όλα – σχεδόν. Tης λείπει το πιο μικρό, το πιο στοιχειώδες, το πιο πολύτιμο, αυτό που παράπεσε στην ανηφόρα της ύστερης νεωτερικότητας. Ένα ακερδές χάδι, ένα φευγαλέο άγγιγμα στους ώμους, χωρίς συμβόλαιο, χωρίς ανταγωνισμό. Ένα τίποτα ζητάει. Kαι κάθε φορά που μια γυναίκα της χειραφέτησης νιώθει επιτέλους το ζακετάκι στον ώμο της, ο κάθε φοβισμένος άνδρας ακούει τον βαθύ στεναγμό της και ξεθαρρεύει μια σταλιά.”

Άνθρωποι από μάρμαρο


Ακόμα τριγυρνάω στο Εδώ. Στο Εκεί... ελπίζω. Διαβάζω το αύριο και συνειδητοποιώ πως είμαι περαστικός. Σ’ αυτό ελπίζω και ζω καλύτερα τη ζωή, λίγο πιο ελεύθερα και λίγο περισσότερο αυθεντικά.

Για την πολιτική; Ούτε κουβέντα. Οι κακοί δεν αλλάζουν. Αλλά δεν αλλάζουν ούτε οι καλοί.
Είναι πολλά εκείνα που δεν χωράνε στα σχήματά μου. Το μικροκλίμα, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτήν την κατάσταση που βιώνουμε εδώ στη μικρή μας πόλη. Έξω έχει λιακάδα αλλά πώς να τη δεις με κλειστά παράθυρα; Γίνανε ένα με την υγρασία, ο ορίζοντας, το ταβάνι του γραφείου τους, άλλαξε χρώμα το δέρμα τους και τι χρώμα να το πεις, αυτό της μούχλας ίσως, ανακατεμένο με σκοτάδι.
Είναι εύκολο τελικά να πιστέψεις πως είσαι βασιλιάς κλεισμένος στο παλάτι σου, οι αυλοκόλακες άλλωστε που σε περιτριγυρίζουν την έχουν αυτήν την ικανότητα, να σε γεμίζουν αέρα κοπανιστό και να φουσκώνουν τα φτερά σου, το λάθος είναι να δοκιμάσεις να πετάξεις. Πτώση χίλια τα εκατό και κανένα πέλαγος δεν θα πάρει το όνομα σου.
Αν δεν ανοίξεις τα παράθυρο να σκάσει μύτη ο ήλιος στον απέναντι τοίχο, πώς να δεις τη σκόνη που σε σκεπάζει και τα νοσηρά παράσιτα που σε περιτριγυρίζουν; Πως να αναπνεύσεις αλήθειες από τον κόσμο τον πραγματικό, που μπορεί να βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κει, για σένα όμως φαντάζει στην άλλη άκρη. Με αυτήν την ακινησία κινδυνεύετε να γίνετε πέτρες και όχι απ’ αυτές που μνημονεύονται.

Της βροχής

Τι να γράψουμε σήμερα; Αυτό που βιώνουμε μόνο με νεαρές λέξεις, αθώες και απείραχτες από τη φθορά της χρήσης, μπορεί να ερμηνευθεί. Στην άμυνα και πάλι περιμένω. Πόσο όμως να περιμένεις; Η αναμονή δεν είναι ζωή.
Η απαισιοδοξία καταγράφει την καθημερινότητα, υπολείπεται του Ονείρου, που παραμένει ζωντανό. Και στα όνειρα οι άνθρωποι, είναι άνθρωποι. Άνθρωποι που ζουν μαζί με άλλους, που συνεργάζονται, που αλληλοϋποστηρίζονται.
Στην πραγματικότητα, έχει εξαπλωθεί μια οργανωμένη επιχείρηση, ώστε η ζωή να είναι χωρίς τους άλλους, ή καλλίτερα με τους άλλους απέναντι, με τους άλλους εχθρούς, με τους άλλους που πρέπει να εξοντώσουμε για να επιβιώσουμε.



Το μεγάλο ερωτηματικό για ποια αριστερά μιλάμε, θα πάψει να μας απασχολεί όταν επιτέλους σταματήσουμε να κτίζουμε στην άμμο παλάτια. Ποια αριστερά;
Μέρα με τη μέρα αποδεικνύεται ότι η διάβρωση του πολιτικού και κοινωνικού ιστού, έχει προκαλέσει ανήκεστη βλάβη. Η κηλίδα έχει καλύψει, όλη την πολιτική και κοινωνική διαστρωμάτωση, ξεπερνώντας και τους τελευταίους θύλακες αντίστασης, που εκ παραδόσεως κρατούσαν και έδιναν τις μάχες για την τιμή των όπλων.
Ήταν μεγάλο βάρος, να κουβαλήσουν τόσα χρόνια κάποιοι στην πλάτη τους τη σημαία του αγώνα. Μεγαλώσανε, βαρύνανε, δεν είδανε και προκοπή, καταθέσανε τα όπλα και έγιναν βασιλικότεροι του βασιλέως.
«Όταν η αναφορά μου στην αριστερά, θα πάψει να είναι ένα μεγάλο παρελθόν, τότε κάτι θα έχει αλλάξει.”
Τέλος με την αριστερά που ξέραμε. Όσοι δεν λάκισαν φορτώθηκαν τα παράσημα του παρελθόντος ωσάν άλλοι σοβιετικοί πολεμιστές, ατραξιόν σε μια κοινωνία, που ότι καν θυμάται.
Η αριστερά υπάρχει στο μυαλό και στη ψυχή των γενεών που έρχονται. Καμία σχέση με τη δική μας αριστερά. Δεν θα στηρίζεται σε ευαγγέλια, και σε απολιθώματα ιδεών, δεν θα έχει ανάγκη να απομονώνεται για να επιβιώσει, ούτε να διαπλέκεται εκμεταλλευόμενη τη θυσία και τους αγώνες του παρελθόντος.

Το επάγγελμα του θεατή

Κάποτε οι άνθρωποι συμμετείχαν στη ζωή. Έπαιρναν θέση, διαφωνούσαν, διεκδικούσαν, αναλάμβαναν ευθύνες. Σήμερα ανακαλύψαμε μια πολύ πιο ξεκού...