Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Η εποχή με ημερομηνία λήξης



Παραμονές Χριστουγέννων 2025.
Στο γραφείο μου υπάρχει ακόμη ένα κινητό του 2022. Ένα Galaxy S22. Τότε θεωρούνταν αιχμή. Σήμερα μοιάζει ήδη με αντικείμενο μεταβατικό. Δεν χάλασε. Δεν κουράστηκε. Απλώς δεν χωρά πια στην εποχή. Η φθορά δεν είναι τεχνική, είναι πολιτική.

Κάποτε είχα την πολυτέλεια της υπερβολής. Έγραφα τα αδιανόητα, σαν να μπορούσε η γλώσσα να λειτουργήσει προληπτικά. Να αποτρέψει τα προβλέψιμα. Δεν λειτούργησε. Δεν ήρθαν οι καταστροφές. Ήρθαν οι κανονικότητες. Και αποδείχθηκαν πιο σκληρές. Χείρου χειρότερα, χωρίς καν την παρηγοριά της έκπληξης.



Με τρομάζει η ταχύτητα με την οποία χάνεται η ύλη. Όχι επειδή φθείρεται, αλλά επειδή δεν αγαπιέται. Με τρομάζουν τα φτηνά πράγματα. Όχι για την τιμή τους, αλλά για τη μοίρα τους. Κινητά που γεννιούνται παλιά. Ρούχα που δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν σώμα. Αυτοκίνητα που γερνούν πριν δεθούν με τον άνθρωπο που τα αγόρασε. Με τρομάζουν οι εργατοώρες που θυσιάζονται για αντικείμενα μιας χρήσης. Οι συσκευασίες που κοστίζουν περισσότερο από το περιεχόμενο. Μια οικονομία χτισμένη πάνω στην προσωρινότητα και μετά μια κοινωνία που απορεί γιατί τίποτα δεν κρατά.

Έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος μας δεν θα αφήσει ίχνη. Ότι σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν σημεία αναφοράς για να τον θυμίζουν. Κάθε εποχή άφηνε αντικείμενα για να αφηγούνται την ιστορία της. Η δική μας δεν αφηγείται. Διαγράφει. Δεν φθείρει. Πετά.

Η σκαλιστή κασέλα του παππού υπάρχει ακόμη. Ο κομός της γιαγιάς αντέχει. Το σίδερο με τα κάρβουνα στέκει σαν μάρτυρας. Τα σημερινά αντικείμενα δεν θα σταθούν. Κουβαλούν πάνω τους ημερομηνία λήξης. Όχι επειδή χαλάνε, αλλά επειδή έτσι σχεδιάστηκαν.

Παραμονές Χριστουγέννων 2025.
Τα φώτα αναβοσβήνουν, οι ευχές επαναλαμβάνονται, οι βιτρίνες υπόσχονται «καινούργια αρχή». Κι εγώ σκέφτομαι ότι σε αυτή τη γιορτή της γέννησης, όλο και λιγότερα πράγματα προλαβαίνουν να ζήσουν.
Και είναι λίγες οι μέρες τους. 
Δείτε λιγότερα

Όταν το φονικό μικραίνει

 Στην Κέρκυρα τα σκαλιά δεν είναι απλώς πέτρα. Είναι παύσεις. Μικρά σταματήματα ανάμεσα σε όσα ξέρουμε και σε όσα κάνουμε πως δεν είδαμε ποτέ.

Το σκέφτηκα διαβάζοντας το «Φονικό στους Κορφούς» του Σωτήρη Τριβιζά. Όχι σαν αστυνομική ιστορία, αλλά σαν περιήγηση. Εξήντα εννέα σκαλιά, τόσα όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου. Όχι για να φτάσεις κάπου, αλλά για να σταθείς λίγο σε κάθε ένα.
Ένα πτώμα σε μια βρεγμένη σκαλινάδα αρκεί για να ξεκινήσει η ιστορία. Ψιλή βροχή, πέτρα που γλιστρά, μια πόλη που συνεχίζει χωρίς ιδιαίτερο θόρυβο. Το έγκλημα δεν προκαλεί πανικό. Προκαλεί μια ενοχλητική οικειότητα. Σαν κάτι που, κατά βάθος, όλοι περίμεναν.


Η Κέρκυρα της δεκαετίας του ’70 περνά μπροστά σου χωρίς φίλτρα. Όχι τουριστική, όχι νοσταλγική. Αυλές, αρχοντικά που βαραίνουν από μυστικά, γνώριμοι τύποι, άνθρωποι που θα μπορούσαν να ανήκουν σε οποιαδήποτε οικογενειακή αφήγηση. Ο καλοκάγαθος υπαστυνόμος, το αφεντικό του από την Αθήνα, οι ύποπτοι, η μοιραία γυναίκα. Όχι ως χαρακτήρες, αλλά ως όψεις μιας πόλης που μεγάλωσε απότομα και έμαθε να σωπαίνει κομψά.
Όσο προχωράς, το φονικό μικραίνει. Η πόλη μεγαλώνει. Με τη φιλαρέσκειά της, τις ενοχές της, τη σιωπηλή της συνενοχή. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως η λύση δεν είναι το ζητούμενο.
Γιατί σ’ αυτή την πόλη δεν σε τρομάζει ποιος σκότωσε ποιον.
Σε τρομάζει πόσο άνετα στεκόμαστε σε κάθε σκαλί, χωρίς να ρωτάμε τι υπάρχει πιο κάτω.
Ο Σωτήρης Τριβιζάς, στο «Φονικό στους Κορφούς», δεν γράφει απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Στήνει μια περιήγηση, σχεδόν τελετουργική, στα στενά της Κέρκυρας, εκεί όπου η πέτρα έχει μνήμη και οι σκιές ξέρουν περισσότερα απ’ όσα λένε.
Το έγκλημα λειτουργεί ως αφορμή, όχι ως αυτοσκοπός. Είναι το κλειδί που ανοίγει πόρτες, αυλές, παλιά σπίτια και κυρίως συνειδήσεις. Η αφήγηση κινείται με ρυθμό περιπατητή. Ο αναγνώστης δεν τρέχει να προλάβει την αποκάλυψη, αλλά αφήνεται στη διαδρομή. Στα καντούνια, στις απότομες στροφές, στις αυλές που μυρίζουν υγρασία και παρελθόν, η Κέρκυρα δεν είναι φόντο. Είναι πρωταγωνίστρια. Μια πόλη που παρατηρεί, κρίνει και τελικά συμμετέχει.
Το «Φονικό στους Κορφούς» διαβάζεται σαν χάρτης. Όχι για να βρεις τον ένοχο, αλλά για να χαθείς συνειδητά σε μια πόλη που ξέρει να κρύβει τα μυστικά της πίσω από κλειστά παντζούρια και χαμηλωμένα βλέμματα.

Το διάβασα απνευστί 
Δείτε λιγότερα

Μέχρι να ξυπνήσουν τα παραμύθια

Δεν αγάπησα τα Χριστούγεννα όπως τα φωτίζουν οι βιτρίνες. Τα γνώρισα μέσα από βιβλία, εκεί όπου το παραμύθι δεν είναι ψέμα αλλά άμυνα. Στις μικρές ηλικίες δεν σε κοροϊδεύει, σε κρατά όρθιο. Σου μαθαίνει πώς αντέχεται η συνέχεια.


Μεγαλώσαμε. Άλλοι με σχέδιο, άλλοι από αδράνεια. Και κινηθήκαμε προς μια ιδέα ελευθερίας όχι από ρομαντισμό, αλλά από εσωτερική πίεση. Ήταν μονόδρομος. Ο άνεμος φυσούσε από μέσα. Να βγεις από το παζάρι χωρίς να πουληθείς. Να μη γίνεις κρίκος στην αλυσίδα των ήρεμων, εκπολιτισμένων δίποδων που έμαθαν να υπακούν χωρίς θόρυβο.



Το άκουσα μια νύχτα στο ραδιόφωνο και μου έμεινε. Όταν ξυπνήσουν τα παραμύθια, ο κόσμος θα γίνει πιο σκληρός. Θα ζητήσουν πίσω τον χρόνο που τους αφαιρέσαμε. Όλα τα πρόσωπα που φυλακίσαμε σε μία μόνο ιστορία. Κι εμείς φυλακισμένοι, λιγότερο σε όσα μας επέβαλαν, περισσότερο σε όσα ανεχτήκαμε.

Οι οθόνες καθάρισαν, η ζωή θόλωσε. Υπερανάλυση στα πράγματα, ελάχιστη αντοχή στους ανθρώπους. Αυτές τις μέρες περισσεύουν οι ευχές. Κι όμως δεν ζητήσαμε θαύματα. Μια ανθρώπινη ζωή, ζητήσαμε, λίγη ειρήνη, λίγη ελευθερία. Τα δύσκολα τα έλυσαν όσοι έσκυψαν στη δουλειά τους. Τα απλά τα ανέλαβαν άλλοι, εργολαβικά, κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό τους. Το αποτέλεσμα γνωστό. Μια τρύπα στο νερό.

Στο τέλος του χρόνου δεν απομένει παρά να πιέσουμε την ελπίδα μέχρι τα όριά της. Όχι από αισιοδοξία, αλλά από ένστικτο επιβίωσης. Αν σταματήσεις να κυνηγάς τον ήλιο, χάθηκες. Κι εμείς, όσοι ακόμα σκαλίζουμε καράβια και χελιδόνια στον πηλό, θα συνεχίσουμε, όχι επειδή θα αλλάξει ο κόσμος, αλλά γιατί αν σταματήσουμε, θα έχει ήδη χαθεί. Όχι γιατί θα νικήσουμε. Αλλά γιατί δεν μάθαμε αλλιώς. 
Δείτε λιγότερα

Τα Ραγίσματα κάτω από το Βελούδο των Φιλαρμονικών

"Ήρθαν οι γιορτές. Η πόλη φωτίζει ό,τι προσπαθούμε να αφήσουμε στο σκοτάδι. Ήταν πάντα έτσι η Κέρκυρα. Ένα νησί που αγαπάει την επιφάνεια, το «αμπιγιέ», το καλογυαλισμένο βιτρό της ιστορίας του, αλλά μισεί τα ραγίσματα κάτω από τη βελούδινη κουρτίνα της Φιλαρμονικής.



Οι μνήμες, αυτές οι ατίθασες Κυρίες, δεν καμουφλάρονται. Δεν συμμορφώνονται με τα εορταστικά ωράρια. Μπαίνουν μπροστά μας, με τη χάρη της παλιάς καντάδας και την οξύτητα της σύγχρονης απραξίας και μας ζητούν λογαριασμό για όσα δεν αντέξαμε. Τις πολεμάμε με λέξεις, νομίζοντας πως μπορούμε να στεριώσουμε το άπιαστο, σαν να χτίζουμε σπίτι στην άμμο.

Ο χρόνος, για να αποκτήσει πρόσωπο, χρειάζεται έδαφος, χρειάζεται ρίζες. Και ο τόπος μας τού το δίνει απλόχερα, με μια αρχοντιά που πονάει. Το Λαζαρέτο, το Βίδο - φάροι μοναξιάς - τα Φρούρια, η Παλιά Πόλη που αντέχουν ακόμα, το βιομηχανικό κουφάρι του εργοστασίου Δεσύλλα που σαπίζει, τα σοκάκια, οι γειτονιές που αλλάζουν πρόσωπο σε κάθε Airbnb. Αυτά είναι τα οστά της συλλογικής μας μνήμης. Στέκονται ακόμα και όταν εμείς λυγίζουμε, όταν προτιμάμε την παρηγορητική, λαμπερή επιφάνεια του Λιστόν από την τραχιά, ξεχασμένη αλήθεια που κρύβεται από κάτω.

Η κοινωνία μας έχει ένα παράξενο χάρισμα. Μπορεί να λειαίνει τα πάντα. Να απαλύνει ό,τι την ενοχλεί, να το περνάει γενεές δεκατέσσερις από το φίλτρο της τοπικής αδράνειας. Όποιος μιλήσει τη στιγμή που η πόλη βράζει (είτε για τα σκουπίδια που μαζεύτηκαν, είτε για αυτά που μένουν άλυτα στις ψυχές μας), όποιος αρνηθεί να υποκριθεί το πανηγύρι της κανονικότητας, μπαίνει αυτομάτως στη λίστα των ανεπιθύμητων. Στην εκλεκτή μειοψηφία που δεν χωράει στα στενά, τοπικά σχήματα και ακριβώς γι’ αυτό βλέπει, ίσως, λίγο πιο καθαρά.

Σήμερα γιορτάζει ο Άγιος. Ο πολιούχος. Η στιγμή που η πόλη, ενστικτωδώς, αναζητά ένα κοινό σημείο αναφοράς, μια παρηγοριά. Ακόμα κι αν δεν πιστεύεις στα θαύματα, είναι δύσκολο να αρνηθείς τη δύναμη του συμβόλου, τη συλλογική ανάγκη για προστασία. Είναι η μέρα που όλοι, λίγο πολύ, γινόμαστε Κερκυραίοι με τον ίδιο τρόπο.

Ο καιρός αλλάζει. Αγριεύει. Το νιώθεις στον τρόπο που οι άνθρωποι αποσύρουν το βλέμμα τους από οτιδήποτε δεν μοιάζει με τον εαυτό τους. Όσοι σκέφτονται λίγο παραπάνω, όσοι δεν βολεύονται στην πεπατημένη της μικρής κοινωνίας, αποβάλλονται στο περιθώριο. Ο κόσμος θέλει ομοιότητα, όχι προσωπικότητα. Φωτοτυπίες ανθρώπων, όχι ανθρώπους με ψυχή.

Μα ίσως το «εκτός» να είναι το πραγματικό μέσα. Εκεί που δεν ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς, εκεί που η σκέψη δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να σταθεί όρθια. Εκεί να σταθούμε. Στην κόψη του ανέμου.

Και αν ο αέρας της Κέρκυρας, ο αέρας του Ιονίου, μας πάρει μαζί του, τουλάχιστον θα έχει σηκώσει ανθρώπους που δεν λύγισαν μπροστά στο φαίνεσθαι. Αυτή είναι η μόνη αξιοπρέπεια που μας μένει.

Το έργο του Δημήτρη Μηλιώτη 
Δείτε λιγότερα

Το δικαίωμα στα θέλω


«Θέλω». Μια λέξη που δεν υπάκουσε. Δεν έμεινε στο σκοτάδι, βγήκε στο φως χωρίς άδεια. Μέρες που είναι, της έκανα το χατίρι. Υπάρχουν θέλω που δεν αντέχουν άλλο τη σιωπή, ακόμη κι αν ξέρουν ότι δεν θα δικαιωθούν.

Ο Μπλοκ το είπε αλλιώς. Η επιθυμία να αθανατίσεις το υπαρκτό, να δώσεις πρόσωπο στο απρόσωπο, να δανείσεις σώμα στο ανύπαρκτο. Μια επιθυμία επικίνδυνη, γιατί ξέρει πως μπορεί να πνιγεί στο ίδιο της το όνειρο. Κι όμως επιμένει. Ίσως επειδή εκεί, μέσα στη θλίψη, κρύβεται ο μηχανισμός της λύτρωσης. Ίσως ό,τι βαραίνει να είναι τελικά μια άλλη μορφή φωτός.



Το καράβι ήταν χάρτινο. Χωρίς παρερμηνείες. Όχι από αφέλεια, αλλά από επιλογή. Μόνο τα χάρτινα καράβια ταξιδεύουν χωρίς εγγυήσεις. Τα υπόλοιπα μένουν δεμένα, βαριά από βεβαιότητες. Κι όταν ήρθε η ώρα, βούλιαξε. Όχι γιατί απέτυχε, αλλά γιατί δεν φτιάχτηκε για να αντέχει τη σοβαρότητα.

Έσπασα κύκλους. Κάθε κύκλος είναι ένα όριο που παριστάνει την ασφάλεια. Κάθε πλαίσιο, εμπόδιο στην πνοή. Το χθες δεν στήριξε τον χρόνο του. Έμεινε άχρονο, να προσποιείται τον ενεστώτα.
Χάθηκα στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών. Όχι για να μετρήσω, αλλά για να βεβαιωθώ πως υπάρχω. Συνήθως αποτυγχάνουν κι αυτοί.

Κι έτσι, ο θαλασσινός ,βρέθηκε στο στόμα του ηφαιστείου. Εκεί επέστρεψε το ερώτημα. Τι θέλω;
Τη θέλω ντυμένη με το άσπρο του πάγου και το κόκκινο της φωτιάς. Όχι ασφαλή, όχι ήσυχη. Τη θέλω ως ένταση και ως ρίσκο. Όχι καταφύγιο, αλλά έκθεση. Τη θέλω για μια ζωή όχι εύκολη, αλλά ελεύθερη. Έναν ύμνο στην Ελευθερία, γραμμένο με επιλογές. 
Δείτε λιγότερα

Στιγμές ήσυχης εξάντλησης

Υπάρχουν ημέρες που ηχούν ξένες, σαν να μην μας ανήκουν. Το «καλημέρα» βγαίνει μηχανικά, ο καθρέφτης αντανακλά έναν ξένο. Είναι η αίσθηση πως ζούμε μια ζωή ελαφρώς μετατοπισμένη, μισή στροφή μακριά από τη δική μας πορεία. Μέσα στον θόρυβο της ρουτίνας, φυτρώνει η υποψία: έχουμε χάσει τον εαυτό μας, χωρίς να το αντιληφθούμε.


Η εποχή μας είναι ειδική στο να στερεί τον χρόνο από το ουσιώδες συναίσθημα. Μας φορτώνει με δουλειές, σχέδια, υποχρεώσεις, μικρές σημασίες μεταμφιεσμένες σε επείγοντα ζητήματα. Κι εμείς, αν και δεν το ομολογούμε ευθέως, κουβαλάμε μια σιωπηλή κόπωση. Όχι από όσα πράξαμε, αλλά από όσα αναβάλαμε: τις κουβέντες που δεν τολμήσαμε να κάνουμε, τις αποφάσεις που μαλάκωσαν από τον φόβο, τα «ναι» που ειπώθηκαν για να μη βλάψουν τους άλλους, πληγώνοντας εν τέλει εμάς τους ίδιους.



Η μοναξιά δεν έρχεται με κραυγές και εντάσεις. Έρπει αργά, με τον τρόπο του νερού που βρίσκει χαραμάδα, χωράει παντού. Στα μηνύματα του «θα δω και σου λέω», στις σχέσεις που μοιάζουν με διαλείμματα, στις υποσχέσεις που κανείς δεν τολμά να ακυρώσει. Κι όμως, αυτή η μοναξιά δεν είναι πάντα εχθρός. Μερικές φορές, είναι ο μόνος τρόπος να ανακαλύψεις τι πραγματικά αντέχεις και τι απλώς συνήθισες να ανέχεσαι.

Η συντροφικότητα σήμερα απαιτεί θάρρος. Όχι πάθος, αυτό είναι εύκολο να βρεθεί. Χρειάζεται θάρρος να είσαι διάφανος και αυθεντικός. Να μπορείς να πεις: «Μπορώ αυτό, δεν μπορώ εκείνο». Να σταθείς στο ύψος της αλήθειας σου, χωρίς να προσποιείσαι κάτι πιο βολικό ή αποδεκτό. Διότι οι μεγαλύτερες προδοσίες δεν συμβαίνουν μεταξύ δύο ανθρώπων, αλλά μεταξύ ενός ανθρώπου και του ίδιου του εαυτού του.

Και κάπου εκεί, μέσα σε μια μέρα του Δεκέμβρη ή σε μια νύχτα, που τίποτα το συνταρακτικό δεν συμβαίνει, μπορεί να ακουστεί η πρώτη ειλικρινής φράση. Μικρή, σχεδόν ασήμαντη, αλλά αληθινή. Ίσως αυτό να αρκεί για μια καινούργια αρχή. Ή για ένα τέλος που έπρεπε να είχε ειπωθεί προ πολλού.

Όπως κι αν το ονομάσεις, είναι το σημείο όπου επιτέλους συναντάς τον εαυτό σου. Κι αυτό, όσο κι αν πονάει ή σε αναστατώνει, είναι βαθιά ανακουφιστικό. 
Δείτε λιγότερα

Στην κόψη του καιρού


Ήρθαν οι γιορτές. Η πόλη φωτίζει ό,τι προσπαθούμε να αφήσουμε στο σκοτάδι. Ήταν πάντα έτσι η Κέρκυρα. Ένα νησί που αγαπάει την επιφάνεια, το «αμπιγιέ», το καλογυαλισμένο βιτρό της ιστορίας του, αλλά μισεί τα ραγίσματα κάτω από τη βελούδινη κουρτίνα της Φιλαρμονικής.

Οι μνήμες, αυτές οι ατίθασες Κυρίες, δεν καμουφλάρονται. Δεν συμμορφώνονται με τα εορταστικά ωράρια. Μπαίνουν μπροστά μας, με τη χάρη της παλιάς καντάδας και την οξύτητα της σύγχρονης απραξίας και μας ζητούν λογαριασμό για όσα δεν αντέξαμε. Τις πολεμάμε με λέξεις, νομίζοντας πως μπορούμε να στεριώσουμε το άπιαστο, σαν να χτίζουμε σπίτι στην άμμο.



Ο χρόνος, για να αποκτήσει πρόσωπο, χρειάζεται έδαφος, χρειάζεται ρίζες. Και ο τόπος μας τού το δίνει απλόχερα, με μια αρχοντιά που πονάει. Το Λαζαρέτο, το Βίδο - φάροι μοναξιάς - τα Φρούρια, η Παλιά Πόλη που αντέχουν ακόμα, το βιομηχανικό κουφάρι του εργοστασίου Δεσύλλα που σαπίζει, τα σοκάκια, οι γειτονιές που αλλάζουν πρόσωπο σε κάθε Airbnb. Αυτά είναι τα οστά της συλλογικής μας μνήμης. Στέκονται ακόμα και όταν εμείς λυγίζουμε, όταν προτιμάμε την παρηγορητική, λαμπερή επιφάνεια του Λιστόν από την τραχιά, ξεχασμένη αλήθεια που κρύβεται από κάτω.

Η κοινωνία μας έχει ένα παράξενο χάρισμα. Μπορεί να λειαίνει τα πάντα. Να απαλύνει ό,τι την ενοχλεί, να το περνάει γενεές δεκατέσσερις από το φίλτρο της τοπικής αδράνειας. Όποιος μιλήσει τη στιγμή που η πόλη βράζει (είτε για τα σκουπίδια που μαζεύτηκαν, είτε για αυτά που μένουν άλυτα στις ψυχές μας), όποιος αρνηθεί να υποκριθεί το πανηγύρι της κανονικότητας, μπαίνει αυτομάτως στη λίστα των ανεπιθύμητων. Στην εκλεκτή μειοψηφία που δεν χωράει στα στενά, τοπικά σχήματα και ακριβώς γι’ αυτό βλέπει, ίσως, λίγο πιο καθαρά.

Αύριο γιορτάζει ο Άγιος. Ο πολιούχος. Η στιγμή που η πόλη, ενστικτωδώς, αναζητά ένα κοινό σημείο αναφοράς, μια παρηγοριά. Ακόμα κι αν δεν πιστεύεις στα θαύματα, είναι δύσκολο να αρνηθείς τη δύναμη του συμβόλου, τη συλλογική ανάγκη για προστασία. Είναι η μέρα που όλοι, λίγο πολύ, γινόμαστε Κερκυραίοι με τον ίδιο τρόπο.

Ο καιρός αλλάζει. Αγριεύει. Το νιώθεις στον τρόπο που οι άνθρωποι αποσύρουν το βλέμμα τους από οτιδήποτε δεν μοιάζει με τον εαυτό τους. Όσοι σκέφτονται λίγο παραπάνω, όσοι δεν βολεύονται στην πεπατημένη της μικρής κοινωνίας, αποβάλλονται στο περιθώριο. Ο κόσμος θέλει ομοιότητα, όχι προσωπικότητα. Φωτοτυπίες ανθρώπων, όχι ανθρώπους με ψυχή.

Μα ίσως το «εκτός» να είναι το πραγματικό μέσα. Εκεί που δεν ακούγεται ο θόρυβος της αγοράς, εκεί που η σκέψη δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για να σταθεί όρθια. Εκεί να σταθούμε. Στην κόψη του ανέμου.

Και αν ο αέρας της Κέρκυρας, ο αέρας του Ιονίου, μας πάρει μαζί του, τουλάχιστον θα έχει σηκώσει ανθρώπους που δεν λύγισαν μπροστά στο φαίνεσθαι. Αυτή είναι η μόνη αξιοπρέπεια που μας μένει.

Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Δουκάκη 

Η ζωή έχει άλλη γνώμη …

  Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια Δεν έχω καταλήξει αν έγινα περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο απαισιόδοξος μεγαλώνοντας. Μάλλον έμαθα ...