Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Εδώ έχει γίνει παρεξήγηση

Πολλές ανέξοδες ατσαλάκωτες και άκαπνες μπλε σημαίες απλώθηκαν στο διαδίκτυο αυτές τις μέρες της πλειοδοσίας του “πατριωτισμού” και της πατριδοκαπηλίας.
Εδώ έχει γίνει παρεξήγηση. Εμείς που δε βάζουμε σημαίες στο μπαλκόνι, που δεν πάμε στην παρέλαση, που δεν νοιώθουμε κάποιο ρίγος στο άκουσμα του εθνικού ύμνου, εκτός από εκείνο για τον αθλητή που κέρδισε το χρυσό και κείνο που μας πηγαίνει πίσω στα χρόνια του Δημοτικού. Εμείς που δεν σταυροκοπιόμαστε, που δεν ζητάμε πιστοποιητικά πατριωτισμού και ελληνικότητας, δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάμε την πατρίδα . Δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε Έλληνες.
Εμείς ακούμε Χατζιδάκι , διαβάζουμε Ελύτη, Ρίτσο, Σεφέρη και όλους τους μεγάλους ποιητές μας. Εμείς Λατρεύουμε αυτή τη χώρα, τη πατρίδα μας, μέσα από τα γράμματα και τον πολιτισμό της.
Το λάθος μας είναι ότι η αποστροφή μας στα “πατριωτικά” τσιτάτα, άφησε χώρο σε όλους αυτούς τους “ υπερπατριώτες” να ντύνονται στα μπλε πάνω από τα μαύρα. Η αγάπη μας όμως είναι στέρεα, γιατί πηγάζει μέσα από ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Δεν ξέρω αν μπορούσε να γίνει αλλιώς, αν έπρεπε να γίνουμε κάποιοι άλλοι για να μην προλάβουν οι “άλλοι”.
Η ιστορία μας έχει διδάξει, όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “ πως όταν φουντώνει η “περηφάνεια” και χρειάζεσαι λεζάντα, ακολουθεί το αίμα. Και προηγείται η φτώχεια.

Να δω τον κόσμο από ψηλά


Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, όλα αυτά τα κείμενα, τα θυμωμένα, τα μελαγχολικά, τα αισιόδοξα, που κάθε μέρα σας προσφέρω σκέτα, και σας σκοτίζω το κεφάλι, πρέπει να τα συνοδεύσω και από μια πράξη ηρωική. Κάποιες τουφεκιές στον αέρα για την τιμή των όπλων, μια αυτοσχέδια βόμβα, μια απεργία πείνας. Όχι αυτοκτονία, παρότι θαυμάζω τον Μαγιακόφσκι, για ζωή σας μιλάω, μαζί με τις λέξεις μια ισόποση δόση ζωής, γιατί τα πολλά λόγια και η λίγη ζωή έχουν γείρει την πλάστιγγα επικίνδυνα.

Μέσα στην δίνη του μυαλού μου πολλές φορές το νοιώθω, δεν το έχω πάθει, το έχουν πάθει όμως πολλοί, ζουν στο κόσμου τους τον χάρτινο και το χειρότερο πιστεύουν ότι αυτή είναι η ζωή, ΟΧΙ. Όταν θα βγουν στο φως του ήλιου θα τυφλωθούν, στο δρόμο της θα σκοντάφτουν.
Η ζωή είναι αλλού και κάθε που τελειώνω ένα κείμενο τρέχω να την συναντήσω. Δεν θα εξαντλήσω τη μάχη για ζωή σε ένα πληκτρολόγιο . Δεν θα χωθώ στην καμπίνα προσομοίωσης του αεροπλάνου μου, θα πάω να πετάξω πραγματικά. Να δω τον κόσμο από ψηλά.

Καμία αμφιβολία

Είναι γοητευτική αυτή η στιγμή της αμφιβολίας; Καμία αμφιβολία! Μόνο που αυτή η γοητεία, ελκύει - και αυτό είναι η δυστυχία - λίγους παράταιρους, εξοβελισμένους, από την κυκλική πορεία, ελεύθερους από τα δεσμά της ασφάλειας, γι’ αυτό και ασφαλείς.
Στο κυνήγι της ασφάλειας για μια ζωή, που νομίζουμε ότι δεν θα τελειώσει ποτέ, ζούμε το χρόνο που μας αναλογεί, παλεύοντας καθημερινά με τα κύματα της ανασφάλειας. Και είναι ο χρόνος μια ευθεία. Και εμείς επιταχύνουμε διαρκώς, για να χαθούμε απ’ τον αληθινό μας εαυτό , τις βαθύτερες σκέψεις μας, τις βασικές αλήθειες και αρχές της πραγματικής ζωής. Στις ώρες της περισυλλογής, μετράμε όλοι μας, μια λευκή γραμμή «μισό λεπτό να θυμηθώ τι έκανα». Και τίποτα δεν έκανα. Διότι και τίποτα δεν είναι για να μείνει. Ολόκληρη ζωή για γέλια και για κλάματα με άγχος όμως και αυτό είναι το τραγικό. Και ύστερα... ο χρόνος όταν βρει ευθεία, χωρίς εκπλήξεις και αδιέξοδα, τρέχει, τρέχει χωρίς σταματημό. Σε νανουρίζει στην ψευδαίσθηση της ασφάλειας και όταν ξυπνήσεις από τον ύπνο του δικαίου, ψάχνεις τοίχο για να τσακίσεις το κεφάλι σου.
Είναι γοητευτική η στιγμή της αμφιβολίας. Το αντιλαμβάνονται όσοι αρνήθηκαν τον ύπνο της ασφαλούς ζωής. Μόνο, που είναι λίγοι για να αντέξουν στις πλάτες τους, τον όγκο της ανασφάλειας των ασφαλισμένων.

Ο Γέρο Δήμος πέθανε...ο Γέρο Δήμος πάει

Η κοινωνία δεν θα ήταν οι άλλοι. Η κοινωνία θα είμαστε εμείς, αν υπήρχε παιδεία. Η παιδεία είναι το μεγάλο πρόβλημα. Άλλη θα ήταν η θέση μας μέσα στην κοινωνία, άλλη θα ήταν η στάση μας. Αλλιώς θα είχαν εξελιχτεί τα πράγματα αυτή τη μακρά ειρηνική περίοδο της μεταπολίτευσης. Δεν φτάνει μόνο η ανάγκη για να γεννηθούν πρωτοπορίες, χρειάζεται και γνώση.
Η αλήθεια είναι, ότι με τέτοια παιδεία, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε τίποτα καλύτερο. Ούτε πολιτισμό, ούτε υγεία, ούτε οικονομία, ούτε δημόσιο τομέα, ούτε τηλεόραση.

Το 1915 ο Δ. Γληνός γράφει: «όλοι το εγνωρίσαμε το σχολείον φυλακήν και το σχολείο υπνωτήριο, το σχολείον των λόγων, των γραμματικών τύπων και των κενών φράσεων, το σχολείον του ευρώτος και του ψυχικού αποπνιγμού, το σχολείον οδοστρωτήρα και Προκρούστην των ψυχών, το σχολείον το αφρονημάτιστο, το σχολείο που δίδει χαρτιά και τίποτα άλλο, το σχολείον το περιφρονημένο από μαθητάς, από γονείς, από κοινωνία και πολιτεία. Όλοι εγνωρίσαμε το περιφρονητικό μειδίαμα και την προσωνυμία «δάσκαλος», σημαίνουσαν το φορέαν πάσης πνευματικής, κοινωνικής ταπεινώσεως, πενιχρότητας και ευτελείας»
Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια, και ας μνημονεύουν κάποιοι τα σχολαρχεία, από την αρχή στραβά τα κτίσαμε τα σχολεία, πάνω στα κόμπλεξ μας, στα ελαττώματα μας, στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, στα βιβλία της ιστορίας που ποτέ δεν έλεγαν την αλήθεια, στα βιβλία των θρησκευτικών που προσηλύτιζαν, στις παρελάσεις, "στη Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα", "στων εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά", στην αντικομουνιστική προπαγάνδα και στις εθνικές επετείους.
Ακόμα θυμάμαι ένα σκετς της έκτης Δημοτικού «Ο γέρο Δήμος πέθανε ο γέρο Δήμος πάει». Όταν το αποστήθιζα δεν γνώριζα ότι εννοούσε την παιδεία, ο Γέρο Δήμος πέθανε, πριν καν γεννηθεί. Και ποτέ δεν αναστήθηκε.
Όταν στο τραπέζι του προβληματισμού προσπαθούμε να εντοπίσουμε τις αιτίες, για τα δεινά αυτού του τόπου, στο βάθος σχεδόν πάντα ανακαλύπτουμε το νεκρό σώμα της παιδείας.
Αν θέλουμε κάποτε να διορθώσουμε κάτι σ’ αυτόν τον τόπο, από την παιδεία πρέπει ν' αρχίσουμε.

Αν είμαστε ελεύθεροι...

Αν όλη αυτήν την ενέργεια που ξοδεύεται στο φαίνεσθαι την ξοδεύαμε στις πραγματικές ανάγκες που αντιμετωπίζουμε γενικά και προσωπικά θα ήταν καλύτερα τα πράγματα. Δυστυχώς τεραστία κοινωνικά προβλήματα, μένουν απλές αναφορές, χωρίς καμία κριτική προσέγγιση. Χωρίς επεξεργασία τέτοια, που να οδηγεί έστω και σταδιακά στην αντιμετώπιση τους. Απεναντίας σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος σε πράγματα ασήμαντα, που η διάρκεια ζωή τους περιορίζεται τις περισσότερες φορές μέχρι να πάρει την θέση τους το επόμενο ασήμαντο, που για ορισμένο τηλεοπτικό χρόνο θεωρείται σημαντικό. Αλλά και πολλά σημαντικά, η σύγχρονη κοινωνία έχει μια τρομερή ικανότητα να τα πνίγει είτε αποσιωπώντας τα, είτε μετατρέποντας τα σε ένα ακόμη φαινόμενο ανάμεσα στα αλλά, ένα φαινόμενο εμπορευματοποιημένο όπως τα άλλα.
«Πως θα ήταν οι κοινωνίες αν βασίζονταν περισσότερο στις αρχές της διανόησης; Αμφισβητώντας και όχι συμπλέοντας. Κριτικάροντας και όχι συμφωνώντας”, γράφει Κορνήλιος Καστοριάδης “Πως θα ήταν τα Μέσα Ενημέρωσης αν δεν εγκλωβίζονταν στον ξύλινο πολιτικό λόγο, στα δρώμενα του και στο «ψέμα - αίμα - σπέρμα»; Πως θα ήταν τα σχολεία αν δίδασκαν σκέψη και όχι παπαγαλία; Αν δεν αξιολογούσαν το «κατά γράμμα» αλλά το «κατά κρίση»; Πως θα είμαστε όλοι αν είμαστε ελεύθεροι»;
Εσείς τι λέτε, θα ήταν στον αφρό τα λαμόγια; Θα γινόταν οι ναύτες στρατηγοί; Θα βασίλευε η ασημαντότητα; Θα αποδεχόμαστε το παιγνίδι και θα προσαρμοζόμαστε σε ότι μας δίνουν; Θα ακολουθούσαμε αυτό το ρεύμα το οποίο τα κάνει όλα ασήμαντα;
Η ευκολία και το βόλεμα οδηγεί σ’ αυτήν την εικόνα. Όλα τείνουν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση μιας κοινωνίας στην οποία κάθε κριτική χάνει την αποτελεσματικότητα της.
Αυτά που παρατηρεί ο καθένας στην ακτίνα δράσης του, αυτά που βλέπουν τα μάτια μας και πολλές φορές αδυνατούμε να τα πιστέψουμε είναι αποτέλεσμα της απόρριψης της κριτικής σκέψης, και της αποδοχής σε ότι δεν μας κουράζει το μυαλό.
Σίγουρα οι κοινωνίες θα ήταν διαφορετικές αν ξέραμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

Πως ν’ αντιδράσει;

Σε συνέχεια του χθεσινού. Δυστυχώς παρότι θα περίμενε κανείς περισσότερη αντίδραση από την κοινωνία, Αυτό δεν έγινε. Θα μπορούσε… αν δεν είχαν προηγηθεί τα χρόνια της εκπαίδευσης, του μυαλού και της ψυχής.
Μετά το μεγάλο παραμύθι των προηγούμενων δεκαετιών, ήρθε η ανώμαλη προσγείωση, φορτωμένη όμως από ενοχές. Πέραν όλων των άλλων, η ατομική ενοχή, αποτελεί ισχυρή τροχοπέδη στην έκφραση της αναμενόμενης αντίδρασης.

Αισθάνεται ένοχος που ακολούθησε το ρέμα… γιατί διαφορετικά… Αν δεν είχε αφομοιωθεί, δεν είχε εξομοιωθεί, δεν είχε γίνει φωτοτυπία, το σύστημα θα τον ανέκοπτε θα τον ξερνούσε, θα τον απομάκρυνε. Όποιος έκανε μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιούσε το βηματισμό του, ήταν σίγουρο που θα βρίσκονταν εκτός…και αυτός ήθελα να είναι εντός, μέσα στα μέσα, με τους πολλούς.
Έχει ενοχές γιατί δεν ήθελε ισότητα στην ένδεια, αλλά ισότητα ή πιο σωστά ανισότητα στην κατοχή, όπως όλοι δηλαδή.
«Και αυτή η κοινωνία δεν αντιδράει…» Και πως να αντιδράσει; Αφού η κοινωνία είναι οι άλλοι, όλος ο κόσμος εκτός από εμάς. Εντελώς ασυνείδητα, κάνουμε ένα βήμα πίσω, εξαιρώντας τον εαυτό μας από το σύνολο. Το αποτέλεσμα, ένα σύνολο χωρίς μονάδες, μια κοινωνία χωρίς ανθρώπους. Ένα μηδέν. Πως ν’ αντιδράσει;
Συμφωνώ. Παρατάω το κείμενο . Δεν έχει νόημα. Και συνεχίζω, με Χατζιδάκι. Σαν σήμερα γεννήθηκε.
«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι». Αργά και βασανιστικά, ξεκινάει «ο μεγάλος ερωτικός». Στο περιθώριο ενός κατάλευκου εγγράφου, που έχω απέναντι μου και θέλει ν’ ανταμώσει με φράσεις, που να δίνουν λίγο μπόι σ’ αυτόν το ξεχασμένο εγωισμό, «Τι ρόλο παίζω;» και «Γαμώ τις ηλίθιες ευαισθησίες μου, που επιμένουν να με δείχνουν δυνατό», αυτός εκεί στην κόντρα «αν μ’ αγαπάς και είναι όνειρο ποτέ να μη ξυπνήσω, γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω…» Αδιαχείριστες καταστάσεις ψυχής οι αποψινές.
“Η Ελλάδα γύρισε σελίδα» δήλωσε ο πρωθυπουργός. Καμία εντύπωση. 'Όλο σελίδες γυρίζουμε άλλα όλες είναι λευκές ή καλύτερα μαύρες. “ Έστειλαν την αστυνομία σε κινηματογράφο που έπαιζε το «Τζόκερ». Άλλη μια σελίδα που γύρισε προς τα πίσω.
Είναι από τις μέρες που δεν γράφεις για κανέναν και όμως υπάρχει η βεβαιότητα ότι μέσα απ’ αυτές τις μπερδεμένες λέξεις, κάποιοι θα νοιώσουν το δικό τους αίμα να τις διαπερνά, είναι αυτοί που εύκολα θα τις ξεμπερδέψουν. «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι».

Είναι άνθρωποι μισοί


Αφορμή μια συγκλονιστική ερμηνείας του Βασίλη Λέκκα, στο τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου “Μάνα μου Ελλάς”. Δεν είναι η μουσική, δεν είναι ο στίχος, δεν είναι η τεχνική, δεν είναι η φωνή. Είναι η Ψυχή.
Κάθε προσπάθεια, που δεν διέπεται από ένα ισχυρό πάθος, παίρνει εύκολα τους τρόπους των άλλων, όπως τα ψάρια που παίρνουν το χρώμα του περιβάλλοντός τους για να διασωθούν.
Και ο άνθρωπος που δεν καθοδηγείται από μέσα του, βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κόσμους, μετέωρος, ικανός για τα πιο αντίθετα πράγματα, μανιακός για κάτι όσο και αδιάφορος, μα πάνω απ’ όλα ανασφαλής. Πιστεύει ότι η αποδοχή, του προσφέρει εκείνο που δεν έχει.

Δεν ανήκει σε αυτό ακριβώς ή σε εκείνο, δεν είναι αυτό ή εκείνο, αλλά κάτι ανάμεσα. Όλα είναι ζήτημα στυλ. Αυτοί δεν το γνωρίζουν. Η εικόνα τους είναι ένα συνονθύλευμα ξένων τρόπων. Είναι άνθρωποι μισοί, αφού στην προσπάθεια τους να τρυγήσουν αυτό που τους ικανοποιεί, όπως γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης, “δεν ξέρουν να συνδέσουν τον ήλιο με την βροχή, τη χαρά της ηδονή με την συνακόλουθη λύπη, ούτε βέβαια τις περιπαθείς φιλίες με την ανεξήγητη έχθρα που ακολουθεί. Γι’ αυτό άλλωστε μπροστά στο χρόνο παραμένουν άποροι και αμήχανοι”
Θα τους βρίσκουμε πάντα μπροστά μας. “Δεν μπορούν να αποσυρθούν γιατί, κατά την κρίση τους, απουσία σημαίνει θάνατος. Κι όμως μόνο ό,τι αποσύρεται στη φύση του μπορεί να επανέλθει με φιλοδοξίες. Οι “ανάμεσα” περιμένουν πάντα το νεύμα που θα τους δείξει τη νέα κίνηση, περίπου σαν τα παιδιά που κοιτάζουν τους μεγάλους για να δουν πότε πρέπει να γελάσουν ή να κλάψουν. Αν δεν είχαν ακούσει από άλλους τη λέξη έρωτας, δε θα ερωτεύονταν ποτέ...”
Ακούστε τον Λέκκα για να καταλάβετε τη διαφορά αυτών που δεν ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Είναι το πάθος που υπαγορεύεται από τα βάθη της ψυχής . Είναι το φως που βγαίνει από τον ίδιο ακόμα και όταν έχει συννεφιά.

Το επάγγελμα του θεατή

Κάποτε οι άνθρωποι συμμετείχαν στη ζωή. Έπαιρναν θέση, διαφωνούσαν, διεκδικούσαν, αναλάμβαναν ευθύνες. Σήμερα ανακαλύψαμε μια πολύ πιο ξεκού...