Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Οι κύκλοι ξέρουν περισσότερα από τις ευθείες

Δεν ξέρω αν αυτό που βλέπετε είναι ανθρώπινο σώμα, λόφος ή κάποιο νυχτερινό τοπίο που αναδύεται από το σκοτάδι. Ξέρω μόνο ότι δεν υπάρχει ούτε μία γωνία μέσα του. Κι όμως, περιέχει περισσότερη αλήθεια για τη ζωή απ' όση χιλιάδες ευθείες γραμμές που σχεδιάσαμε για να την εξηγήσουμε.



Είναι η τρίτη φορά που δημοσιεύω αυτή τη φωτογραφία του Στάθη Ζεΐνη. Υπάρχουν εικόνες που κάνουν κι αυτές τους κύκλους τους. Επιστρέφουν όταν έχουν κάτι ακόμη να μας πουν. Και καμιά φορά η επιμονή μιας εικόνας λέει περισσότερα από την αναζήτηση μιας καινούργιας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο φωτογράφος ονόμασε τη φωτογραφία του Apple. Από ένα μήλο ξεκίνησε, σύμφωνα με τον μύθο, η περιπέτεια του ανθρώπου. Από μια επιθυμία. Από μια ανυπακοή. Από την ανάγκη να εγκαταλείψει την ασφάλεια της βεβαιότητας και να βαδίσει προς το άγνωστο. Έκτοτε περιφερόμαστε στους κύκλους της ζωής, του έρωτα, του λάθους και της γνώσης, αναζητώντας όσα χάσαμε και όσα αγαπήσαμε.

Μας έμαθαν να προχωράμε μπροστά. Να αφήνουμε πίσω ό,τι πέρασε. Να βλέπουμε τον χρόνο σαν δρόμο. Μόνο που ο χρόνος δεν είναι δρόμος. Είναι θάλασσα. Και η θάλασσα πάντα επιστρέφει στην ακτή της.

Κοίτα γύρω σου. Οι εποχές επιστρέφουν. Ο άνεμος γυρίζει σε δίνες. Η γη, για να πάει μπροστά, περιστρέφεται αδιάκοπα γύρω από τον εαυτό της. Η φύση δημιουργεί σε κύκλους και κινείται σε κύκλους.

Επιμένουμε συχνά στις ευθείες, ακόμη κι όταν η ίδια η ζωή μάς καλεί να κινηθούμε κυκλικά. Κι όμως, οι πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μας έρχονται συνήθως από εκεί που επιστρέφουμε. Ένα τραγούδι. Ένας δρόμος. Μια πόλη. Ένα βλέμμα που νόμιζες πως χάθηκε για πάντα.

Γιατί και οι άνθρωποι κύκλους κάνουν.
Υπάρχουν έρωτες που δεν κατοικούν πια στη ζωή μας, αλλά συνεχίζουν να κινούνται μέσα μας σαν πλανήτες σε αόρατη τροχιά. Απομακρύνονται, χάνονται σχεδόν από τον ορίζοντα, κι ύστερα ένα άρωμα, μια σιωπή, μια τυχαία συνάντηση τους φέρνει ξανά κοντά. Όχι για να ξαναρχίσουν. Για να μας θυμίσουν ποιοι υπήρξαμε.

Γι' αυτό με συγκινούν οι καμπύλες. Ένα κύμα, η γραμμή ενός λόφου, μια γυμνή γυναικεία πλάτη που αναδύεται από το σκοτάδι, η απαλή καμπύλη του κορμιού, το τόξο ενός γοφού που το φως αγγίζει για μια στιγμή πριν τον παραδώσει ξανά στη σκιά.
Υπάρχουν στιγμές που ένα ανθρώπινο σώμα μοιάζει να περιέχει ολόκληρη τη γεωγραφία της επιθυμίας και της τρυφερότητας. Η φύση δεν αγαπά τις γωνίες. Ούτε ο έρωτας. Η ζωή επιμένει να στρογγυλεύει όσα εμείς προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε.

Οι ευθείες ενδιαφέρονται για την ταχύτητα. Οι κύκλοι ενδιαφέρονται για τη δικαιοσύνη. Και γι' αυτό ο χρόνος, αργά ή γρήγορα, επιστρέφει πάντα σε όσα άφησε ανοιχτά. Και ίσως τελικά οι κύκλοι να ξέρουν περισσότερα από τις ευθείες, γιατί γνωρίζουν ότι τίποτε αληθινό δεν χάνεται. Απλώς απομακρύνεται μέχρι να έρθει η στιγμή να επιστρέψει. 

Οι τελευταίοι αλήτες της πόλης



Τον βλέπω σχεδόν κάθε πρωί έξω από ένα καφενείο στο Μαντούκι. Τον χειμώνα κουλουριάζεται δίπλα στον τοίχο για να κόβει τον αέρα. Το καλοκαίρι μετακινείται λίγα μέτρα παρακάτω, εκεί όπου η σκιά κρατάει περισσότερο. Λες και γνωρίζει το πέρασμα του ήλιου καλύτερα από τους ανθρώπους.



Δεν γαβγίζει. Δεν ζητιανεύει. Δεν παρακαλεί. Παρατηρεί.

Οι άνθρωποι περνούν μπροστά του σαν κύματα.
Εκείνος μένει ακίνητος. Σαν παλιός θαλασσινός που έχει δει πολλά και δεν εντυπωσιάζεται εύκολα.
Κάποιους δεν τους προσέχει. Κάποιους τους ακολουθεί με το βλέμμα. Και σε ελάχιστους σηκώνεται αργά και τους πλησιάζει.

Πάντα αναρωτιόμουν πώς το ξέρει.
Πώς ξεχωρίζει μέσα σε τόσα πρόσωπα εκείνον που αξίζει να εμπιστευτεί.

Χρειάστηκε καιρός για να το καταλάβω.

Τα αδέσποτα μαθαίνουν νωρίς αυτό που οι άνθρωποι ξεχνάμε μεγαλώνοντας.

Να ξεχωρίζουν ποιο χέρι κρύβει χάδι και ποιο πέτρα.

Η Κέρκυρα είναι γεμάτη από τέτοιους σιωπηλούς κατοίκους. Δεν είναι γραμμένοι σε κανένα δημοτολόγιο, κι όμως γνωρίζουν την πόλη καλύτερα από όλους μας.

Τα δεσποζόμενα έχουν σπίτι. Τα αδέσποτα έχουν πόλη.
Τα δεσποζόμενα έχουν γενεαλογικό δέντρο. Τα αδέσποτα έχουν βιογραφία.
Κάθε ουλή κι ένα κεφάλαιο. Κάθε επιφυλακτικό βλέμμα και μια παλιά απογοήτευση.

Έχουν φάει την κλωτσιά σύννεφο.
Κι όμως εξακολουθούν να πιστεύουν στο χάδι.

Ίσως γι' αυτό να τα παρατηρώ τόση ώρα. Όχι επειδή αγαπώ τα σκυλιά περισσότερο από τους ανθρώπους. Αλλά επειδή καμιά φορά τα αδέσποτα μοιάζουν να γνωρίζουν πράγματα που οι άνθρωποι χρειάζονται μια ολόκληρη ζωή για να μάθουν.

Να αναγνωρίζουν την καλοσύνη χωρίς να γίνονται αφελή. Να θυμούνται τις πληγές τους χωρίς να γίνονται φόβος.

Οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι που γνώρισα είχαν πάντοτε κάτι από αδέσποτο. Κάτι από δρόμο. Κάτι από θάλασσα. Κάτι από ελευθερία.

Άνθρωποι που βρέθηκαν μπροστά σε πέτρες ενώ περίμεναν χάδια. Κι όμως συνέχισαν.

Ίσως γι' αυτό να αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Κουβαλούν την ίδια προσοχή. Την ίδια συστολή. Την ίδια γνώση του πόνου.

Κι όμως αφήνουν ακόμη μια χαραμάδα ανοιχτή.
Στην εμπιστοσύνη. Στη συντροφικότητα. Στον έρωτα.

Γιατί ο έρωτας δεν ανήκει στους αφελείς. Ανήκει σε εκείνους που γνώρισαν την πέτρα και παρ' όλα αυτά εξακολουθούν να αναζητούν το χάδι.

Κάθε φορά που περνώ από το καφενείο, ο παλιός αλήτης του δρόμου βρίσκεται σχεδόν πάντα εκεί.
Παρατηρεί.
Ζυγίζει τα βλέμματα.
Περιμένει.

Και όσο τον κοιτάζω, τόσο περισσότερο πιστεύω πως οι τελευταίοι αλήτες της πόλης δεν είναι τα αδέσποτα.
Είναι όσοι απογοητεύτηκαν και δεν έμαθαν να μισούν.
Όσοι έχασαν και εξακολουθούν να αγαπούν.
Όσοι γνώρισαν την πέτρα και δεν ξέχασαν το χάδι. 

Οι πόλεις που κουβαλάμε μέσα μας

Πέρασα πρόσφατα από έναν δρόμο που κάποτε ήξερα απ' έξω. Δεν αναγνώρισα σχεδόν τίποτα. Τα μαγαζιά είχαν αλλάξει, οι προσόψεις είχαν βαφτεί, τα πρόσωπα ήταν άλλα. Κι όμως, λίγα μέτρα παρακάτω συνάντησα κάποιον που γνώριζα πολύ καλά. Εγώ ήμουν τριάντα χρόνια νεότερος.



Οι πόλεις έχουν έναν παράξενο τρόπο να φυλάνε τους ανθρώπους τους. Νομίζουμε ότι οι τόποι είναι δρόμοι, πλατείες, λιμάνια κτίρια. Όχι οι πόλεις είναι χρόνος. Είναι οι εκδοχές του εαυτού μας που έζησαν εκεί και έμειναν πίσω να μας περιμένουν.

Γι’ αυτό και καμιά φορά επιστρέφουμε σε έναν τόπο ύστερα από χρόνια και νιώθουμε μια παράξενη ταραχή. Δεν αναζητούμε το παλιό καφενείο, το σπίτι ή το σοκάκι. Αναζητούμε εκείνον που υπήρξαμε όταν περπατούσαμε εκεί.

Κάθε πόλη φυλάει έναν διαφορετικό άνθρωπο. Στα καντούνια της Κέρκυρας περιπλανιέται ακόμη ένα παιδί που ανυπομονούσε να μεγαλώσει. Στην Αθήνα έμεινε ένας νεαρός που προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο, πιστεύοντας πως ο χρόνος είναι ανεξάντλητος. Στη Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να περπατά κάποιος που επιστρέφει ξανά και ξανά, σαν να επισκέπτεται μία παλιά φίλη, που δεν τον πρόδωσε ποτέ.

Να μην ξεχάσω την Βενετία που επισκέφτηκα πρόσφατα . Όχι για να προστεθεί στις άλλες πόλεις, αλλά για να μου τις θυμίσει. Περπατώντας στα στενά της, πολλές φορές είχα την αίσθηση πως κάτι γνώριμο με ακολουθούσε. Ίσως οι σκιές της να έμοιαζαν με τις σκιές της Κέρκυρας, ίσως η θάλασσα να κουβαλούσε τις ίδιες παλιές ιστορίες. Κι ας μη μιλώ ιταλικά, έπιανα τον εαυτό μου να πιστεύει πως καταλάβαινα τη γλώσσα της. Όχι μόνο τις λέξεις της, αλλά την ψυχή της.

Γι’ αυτό γκρινιάζουμε για τις πόλεις μας. Για την εγκατάλειψη, την κίνηση, τις χαμένες ευκαιρίες τους, για όλα όσα δεν λειτουργούν όπως θα θέλαμε. Τις κατηγορούμε όπως κατηγορούμε τους δικούς μας ανθρώπους. Με θυμό, αλλά και με μια αγάπη που δεν ομολογείται εύκολα. Γιατί όσο κι αν μας απογοητεύουν, μέσα τους έχουμε αφήσει κομμάτια του εαυτού μας.

Οι πόλεις δεν έχουν μνήμη. Εμείς τους τη χαρίζουμε. Κι εκείνες, σιωπηλές και υπομονετικές, τη φυλάνε για λογαριασμό μας.
Έτσι εξηγείται γιατί μερικές φορές αρκεί μια μυρωδιά από θάλασσα, μια καμπάνα που ακούγεται από μακριά ή το φως ενός απογεύματος πάνω σε μια παλιά πρόσοψη για να γκρεμιστούν δεκαετίες.

Τότε καταλαβαίνεις ότι δεν κατοίκησες ποτέ πραγματικά τις πόλεις σου.
Εκείνες κατοίκησαν εσένα. Και εξακολουθούν να το κάνουν

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Η άλλη θάλασσα



Προτιμώ τις ρωγμές από τους τοίχους. Όχι επειδή οι τοίχοι δεν έχουν χρησιμότητα. Κάποια στιγμή όλοι χτίσαμε έναν. Κι όσοι δεν χτίσαμε τοίχους, φορέσαμε πανοπλίες. Είναι οι άμυνες που αποκτάμε όταν η ζωή μάς διδάσκει ότι δεν είναι κάθε χέρι ασφαλές και δεν είναι κάθε βλέμμα φιλικό.



Το παράξενο είναι πως ύστερα από χρόνια ξεχνάμε γιατί τις φορέσαμε. Οι μάχες τελειώνουν, οι αντίπαλοι χάνονται, όμως εμείς εξακολουθούμε να κουβαλάμε το μέταλλο πάνω μας. Κι έτσι συχνά οι άμυνες που κάποτε μας προστάτευσαν γίνονται εκείνες που μας απομονώνουν.

Γι’ αυτό αγαπώ τις ρωγμές. Γιατί από εκεί περνά το απρόβλεπτο. Ένας άνθρωπος. Μια κουβέντα. Μια σιωπή που δεν βαραίνει. Ένα φως που δεν ζήτησε άδεια για να μπει.

Ίσως γιατί οι πιο σπουδαίες συναντήσεις δεν αρχίζουν όταν δύο άνθρωποι γνωρίζονται. Αρχίζουν όταν κάποιος τολμά να εμφανιστεί χωρίς τις άμυνές του. Όχι τέλειος, όχι δυνατός, όχι νικητής. Απλώς αληθινός. Με τις ατέλειες, τις ανασφάλειες και τα μικρά του ναυάγια. Εκείνη τη στιγμή δεν ζητά κατανόηση. Προσφέρει εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη είναι ίσως η πιο σπάνια μορφή τρυφερότητας.

Η ζωή δεν συμβαίνει μέσα στις βεβαιότητές μας αλλά στις μικρές χαραμάδες που αφήνουμε ανοιχτές.

Σκέφτομαι καμιά φορά πως ο χρόνος μοιάζει με τη θάλασσα. Δεν τον βλέπεις να εργάζεται κι όμως αλλάζει τα πάντα. Μετακινεί ακτές, σβήνει πατημασιές, λειαίνει πέτρες. Κάνει ξένες τις παλιές φωτογραφίες και μακρινούς τους ανθρώπους που κάποτε γνώριζαν ακόμη και τις σιωπές μας.

Ίσως γι’ αυτό να μην υπάρχει στ’ αλήθεια το «επιστρέφω». Δεν επιστρέφουμε. Απλώς συναντάμε ξανά τα ίχνη μας. Και αυτή η συνάντηση έχει πάντα κάτι από συγκίνηση και κάτι από πένθος.

Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι αφήνουν τα μικρά τους παράπονα στη θάλασσα. Λέξεις που άργησαν. Τρυφερότητες που αναβλήθηκαν. Συναντήσεις που δεν έγιναν. Συναισθήματα που έμειναν να περιμένουν μια καλύτερη στιγμή και βρήκαν απέναντί τους τον χρόνο.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι ο καθένας κουβαλά μια δεύτερη ζωή. Μια κρυφή επικράτεια πίσω από την καθημερινότητα. Μια άλλη θάλασσα.

Εκεί φυλάγονται οι φόβοι, οι επιθυμίες, οι μνήμες, οι άνθρωποι που έφυγαν και όσοι δεν ήρθαν ποτέ. Εκεί κατοικεί ό,τι δεν ξοδεύτηκε, ό,τι δεν ειπώθηκε, ό,τι περίμενε περισσότερο απ’ όσο άντεχε.

Ίσως η αληθινή οικειότητα να μην είναι να γνωρίζεις τα γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου. Είναι να σου εμπιστεύεται τη χώρα της σιωπής του. Τη μικρή εκείνη απογύμνωση που προηγείται κάθε αληθινής εγγύτητας.

Και ίσως η μεγαλύτερη μοναξιά να μην είναι η απουσία ανθρώπων. Ίσως η μεγαλύτερη μοναξιά να είναι να κουβαλάς μέσα σου μια ολόκληρη θάλασσα ζωής και να μη βρίσκεται κανείς να καθίσει για λίγο στην όχθη της.

Γι’ αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, προτιμώ όλο και περισσότερο τις ρωγμές από τους τοίχους.
Όχι γιατί οι ρωγμές είναι ασφαλείς. Αλλά γιατί μόνο από εκεί μπορεί να φανεί η θάλασσα.

Η θάλασσα που κρύβουμε πίσω από τις άμυνές μας.

Και καμιά φορά, μόνο από εκεί μπορεί να βρει τον δρόμο της προς μια άλλη θάλασσα.

Δεν είναι επανάληψη



Υπάρχουν πράγματα που επιστρέφουν στη ζωή μας και άλλοι τα λένε συνήθεια. Εγώ τα λέω καταφύγια.

Ένα τραγούδι που επιστρέφει ξανά και ξανά στη ζωή σου. Ένα βιβλίο που ανοίγεις ξανά σε σελίδες ήδη υπογραμμισμένες. Ένα ταγκό που χορεύεις ενώ τα βήματα έχουν χάσει τη νεανική τους σιγουριά. Δεν είναι επανάληψη. Είναι μια συνάντηση με κάποιον που υπήρξες.

Πριν κλείσω τα είκοσι διάβασα το «Έγκλημα και Τιμωρία». Σήμερα το ξαναδιαβάζω. Δεν βρήκα το ίδιο βιβλίο. Ούτε τον ίδιο αναγνώστη. Ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις μεσολάβησαν χρόνια, πρόσωπα, αποχωρισμοί, διαψεύσεις. Το βιβλίο έμεινε στη θέση του. Εγώ μετακινήθηκα.

Το ίδιο συμβαίνει με τα τραγούδια. Οι νότες μένουν ίδιες, αλλάζουν όμως οι άνθρωποι που τις ακούν. Κάποτε τραγουδούσαμε τον έρωτα. Ύστερα τη νοσταλγία. Αργότερα τις απώλειες. Το τραγούδι παρέμεινε το ίδιο. Εμείς αλλάζαμε νόημα στους στίχους του.

Ο χρόνος βγάζει εύκολα τους γύψους. Τα κατάγματα κάποτε δένουν. Εκείνα όμως που δεν φαίνονται στις ακτινογραφίες έχουν δικό τους ωράριο επούλωσης. Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τις καταιγίδες. Τις μπόρες που σκοτεινιάζουν τον ουρανό, τους ανέμους που λυγίζουν τα δέντρα, τη θάλασσα όταν σηκώνεται όρθια και διεκδικεί πίσω τη στεριά.

Κάποιος μου είπε κάποτε πως τα εξωτερικά καιρικά φαινόμενα κρατούν σε ισορροπία τον καιρό που κουβαλάμε μέσα μας. Μου άρεσε αυτή η σκέψη. Γιατί μεγαλώσαμε. Αλητέψαμε. Λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν. Γελάσαμε όταν ήμασταν λυπημένοι και κρύψαμε δάκρυα πίσω από αστεία.

Κι όμως, κάποια πράγματα εξακολουθούν να μας περιμένουν υπομονετικά. Ένα βιβλίο στο ράφι. Μια μελωδία στο ραδιόφωνο. Μια φωνή που νόμιζες πως είχε χαθεί και ξαφνικά επιστρέφει από τα βάθη του χρόνου.

Γι’ αυτό δεν είναι επανάληψη.
Είναι επιβεβαίωση.
Ότι κάτω από τις ηλικίες που αλλάζουν, κάτω από τα κοστούμια που μας φόρεσε ο καιρός, εξακολουθεί να υπάρχει ένας πυρήνας που αντιστέκεται.

Και ίσως η μνήμη να είναι ακριβώς αυτό.
Η επιμονή ορισμένων τραυμάτων, ορισμένων τραγουδιών και ορισμένων ανθρώπων να παραμένουν ζωντανοί, όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν ήδη περάσει.

Η φωτογραφία είναι του Χάρη Χατζισταματίου

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Βιογράφοι του εαυτού τους

Τους συναντώ χρόνια τώρα. Άλλοτε στα πράσινα, άλλοτε στα κόκκινα, άλλοτε στα μπλε. Αλλάζουν χρώματα όπως αλλάζουν κοστούμια. Ανάλογα με την εποχή, ανάλογα με τον άνεμο. Κι όταν τα κοστούμια παλιώνουν, αλλάζουν και τις αναμνήσεις τους. Εκείνο που μένει πάντα ίδιο είναι η αγωνία να διασώσουν τον μύθο τους.



Δεν ζουν πια μέσα στη ζωή τους. Ζουν μέσα στη βιογραφία τους.
Τους ακούς να μιλούν και νομίζεις πως υπήρξαν πάντα στην πρώτη γραμμή των γεγονότων. Πάντα γενναίοι, πάντα διορατικοί, πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Λες και η ζωή τους υπήρξε μια αδιάκοπη ακολουθία δικαιώσεων.

Ο χρόνος όμως έχει ένα κακό συνήθειο. Δεν ξεχνά. Μπορεί να θολώνει τις λεπτομέρειες, αλλά κρατάει τον πυρήνα. Και ο πυρήνας είναι συχνά πολύ πιο ταπεινός από τον μύθο που κατασκευάζεται αργότερα.

Κοιτάζω αυτούς τους ανθρώπους και αναρωτιέμαι αν πράγματι ξεπούλησαν τον εαυτό τους, όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Η λέξη προϋποθέτει πως κάποτε υπήρξε κάτι πολύτιμο προς πώληση.

Μα τι γίνεται όταν οι ιδέες ήταν εξαρχής αξεσουάρ; Όταν οι βεβαιότητες φοριούνταν όπως φοριούνται τα σακάκια, ανάλογα με την περίσταση; Τι ακριβώς πρόδωσε τότε κανείς;
Ίσως γι’ αυτό με δυσκολεύει η κατηγορία. Δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξεπούλησαν κάτι. Πολλές φορές μου δίνουν την εντύπωση πως απλώς συνέχισαν να είναι αυτό που ήταν ανέκαθεν.

Δεν πρόδωσαν τα πιστεύω τους. Δεν εγκατέλειψαν κάποιο μεγάλο όραμα. Απλώς ακολούθησαν τον δρόμο που είχαν χαράξει από την αρχή, έναν δρόμο στρωμένο με μικρούς συμβιβασμούς, προσεκτικές σιωπές και βολικές μετακινήσεις.

Ο χρόνος δεν τους άλλαξε. Τους αποκάλυψε.
Και το παρελθόν παραμένει εκεί. Όχι σαν δικαστής, αλλά σαν ουλή. Από εκείνες που δεν παύουν ποτέ να υπάρχουν, ακόμη κι όταν παύουν να φαίνονται. Κι έτσι τους βλέπεις να επιστρέφουν ξανά και ξανά στις ίδιες ιστορίες, να προσθέτουν νέα παράσημα σε παλιές αφηγήσεις, ελπίζοντας πως κάποτε ο μύθος θα νικήσει την αλήθεια.

Μόνο που η αλήθεια έχει μεγαλύτερη αντοχή από τον μύθο. Περιμένει υπομονετικά. Και στο τέλος μένει πάντα μόνη της στο δωμάτιο.

Με το "Σου"

 Τις αποστρέφομαι τις γενικεύσεις. Κυρίως όταν αφορούν τις γυναίκες. Κι όμως, υπάρχουν νύχτες που σε παρασύρουν να τις διαπράξεις.



Νύχτες ασέληνες, από εκείνες που οι σκιές μοιάζουν πιο αληθινές από τα πρόσωπα. Τότε είναι εύκολο να πιστέψεις πως οι γυναίκες έρχονται για να σου πάρουν κάτι. Λίγη ελευθερία, λίγο χρόνο, λίγη από τη ζωή σου. Σε τυλίγουν αθόρυβα, μέχρι να ξεχάσεις πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζει η δική τους παρουσία.

Το πρωί όμως έρχεται πάντα η διάψευση.
Έρχεται ένας στίχος του Ρίτσου, μια ανάμνηση που αρνείται να υπηρετήσει τον θυμό, και τότε καταλαβαίνεις πως οι γενικεύσεις είναι η γλώσσα της πληγής. Όχι της αλήθειας.

Η αλήθεια μιλάει στον ενικό.
Σου θυμίζει πρόσωπα. Όχι γυναίκες. Έναν έρωτα. Όχι τους έρωτες. Μια συγκεκριμένη στιγμή που ακόμη επιμένει να επιστρέφει, ενώ όλα τα υπόλοιπα έχουν φύγει.

Και κάπου εκεί εμφανίζεται το «σου». Η πιο τρυφερή και ταυτόχρονα η πιο απαιτητική λέξη της γλώσσας.
Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος γίνεται «σου», γεννιέται κι ένας φόβος. Όχι ο φόβος της απώλειας. Ο φόβος πως τίποτα όμορφο δεν κρατά για πάντα. Κι έτσι αρχίζεις να μετράς. Μέρες, καλοκαίρια, αποστάσεις, σιωπές.

Χρόνια ολόκληρα νόμιζα πως αυτό που πονά είναι η φυγή. Δεν είναι. Αυτό που πονά είναι η επιθυμία να σταματήσει ο χρόνος τη δουλειά του. Κι όμως, όσα αξίζουν δεν χάνονται.
Παραμένουν μέσα μας με άλλον τρόπο. Σαν αλάτι στο δέρμα μετά τη θάλασσα. Σαν μια μελωδία που επιστρέφει από το πουθενά. Σαν εκείνο το τελευταίο φως που επιμένει στον ορίζοντα ενώ ο ήλιος έχει ήδη χαθεί.

Γι' αυτό δεν με τρομάζουν πια όσα έφυγαν.
Με τρομάζει μόνο να περάσουν από τη ζωή μου χωρίς να αφήσουν ίχνος.
Η ελευθερία αρχίζει τη στιγμή που το «σου» παύει να σημαίνει κατοχή και γίνεται ευγνωμοσύνη.
Για όσους πέρασαν. Για όσους έμειναν. Για όσους εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας χωρίς να μας ανήκουν.

Όπως οι μεγάλες θάλασσες. Οι μεγάλοι έρωτες.
Και οι μεγάλες αλήθειες.

Η φωτογραφία είναι από την ταινία του Πολάνσκι " Τα μαύρα φεγγάρια του Έρωτα"

ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...