Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Μια υπενθύμιση



Καμιά φορά χρειάζεται να σταματήσεις για μια στιγμή, απλώς για να ακούσεις τι σου λέει η ίδια σου η ζωή. Όχι τα παράπονα. Όχι τους φόβους. Αυτά τα ξέρεις απ’ έξω. Αλλά εκείνον τον στίχο του τραγουδιού που γράφτηκε και για σένα. «Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως έχεις πια ξεχάσει, αυτό που απέναντι μπορεί να σε περάσει…» Τον άκουσες κάποτε, τον θυμάσαι, μα ποτέ δεν τον πήρες στα σοβαρά. Κι όμως, εκεί κρύβεται ό,τι αποφεύγεις.

Μην δραματοποιείς άλλο. Είναι εύκολο να δίνεις όγκο στα μικρά και σκιά στις μέρες σου. Πιο δύσκολο να παραδεχτείς ότι η μισή ταλαιπωρία είναι δικό σου κατασκεύασμα. Οι φόβοι που σε βασανίζουν δεν είναι εξωτικοί επισκέπτες. Είναι οι ίδιες σκέψεις που τρέφεις καθημερινά.

Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, έβαψες τη ζωή σου πιο σκοτεινή απ’ όσο είναι. Η μέρα δεν χειροτέρεψε. Εσύ την σκίασες. Ένα μόλις χιλιοστό να μετακινηθεί ο νους, κι αμέσως ανοίγει χαραμάδα φωτός. Όχι επειδή λύθηκαν όλα, αλλά επειδή άλλαξε η ματιά.

Θυμήσου πώς προχωρήσαμε μέσα στις μπόρες. Με δύο αλήθειες που δεν χρειάζονταν στολίδια. Ότι τίποτα δεν κρατά για πάντα. Και ότι πάντα, την τελευταία στιγμή, εμφανίζεται κάτι μικρό να σε σπρώξει απέναντι.



Βγες στο ανατολικό παράθυρο. Άφησε το βλέμμα να πέσει χωρίς φόβο. Από εκεί ψηλά τα πράγματα κινούνται σε μια αρμονία που δεν φαίνεται από το χώμα. Χορεύουν. Στο δικό σου ρυθμό, όσο κι αν το αρνήθηκες.

Και τότε, πες το καθαρά. Για σένα πρώτα.
«Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως έχεις πια ξεχάσει, αυτό που απέναντι μπορεί να σε περάσει…»

Ό,τι ξεθώριασε, άστο να φύγει.
Δώσε στη ζωή σου μια καλύτερη ζωή. Θα στην επιστρέψει. 
Δείτε λιγότερα


Η βροχή που δεν έρχεται


Ξεκινώ από την αρχή, όπως πάντα. Σαν να πρέπει κάθε μέρα να ξαναχτίζω τον κόσμο για να μπορέσω να σταθώ μέσα του. Το κοντέρ μηδενίζει, όχι από γενναιοδωρία, αλλά από εκείνη τη σιωπηλή ειρωνεία του χρόνου που θυμίζει πως όσα πέρασαν δεν ξοφλούν. Απλώς μετακινούνται λίγο πιο πέρα, περιμένοντας την επόμενη στιγμή αδυναμίας.

Οι λέξεις μένουν. Κι ας φεύγουν οι άνθρωποι με την ευκολία μιας πρόχειρης υπόσχεσης. Οι λέξεις είναι η μοναδική μας επιμονή. Μαρτυρίες όσων δεν τολμήσαμε να πούμε μεγαλόφωνα.



Κάποτε πίστευα ότι μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις. Τώρα βλέπω πως υπάρχουν λέξεις που ισούνται με χίλιες εικόνες. Όπως εκείνες οι δεκατρείς του Σπύρου Σίγμα, που δεν τις διαβάζεις, τις ακούς. Σαν μια μυστική εξομολόγηση σε σκοτεινό δωμάτιο:
Περιμένω τη βροχή
να ξεπλύνει
τις αμφιβολίες μου για σένα
όχι ψιχάλες
καταιγίδα
Κι όσο τις σκέφτομαι, τόσο καταλαβαίνω πως η δική μου βροχή αργεί. Οι αμφιβολίες δεν ξεπλένονται εύκολα. Συσσωρεύονται σαν σκόνη στα ράφια της σκέψης. Μια μουδιασμένη παραδοχή πως δεν γράφω αυτά που θέλω. Αφήνω μια ελάχιστη αλήθεια να περάσει προς τα έξω, για να λειτουργήσει ως άλλοθι όλων όσων θάβω επιμελώς. Μια τεχνητή εξομολόγηση, ακριβώς όση χρειάζεται για να μην ανοίξει το πραγματικό ρήγμα.

Ο εγωισμός μου στέκει απέναντι σαν φύλακας. Παλιός, κουρασμένος, μα πεισματάρης. Μη μιλήσεις πολύ. Μη δώσεις χώρο. Μην αφήσεις κανέναν να σε δει όπως είσαι. Γι’ αυτό γεννιέται ο αυτοσαρκασμός. Σαν πέτρινο χαμόγελο που προλαβαίνει την κρίση των άλλων. Αναλαμβάνω τη μεγάλη ευθύνη, μόνο και μόνο για να γλιτώσω τη μικρή.

Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που μια τυχαία λέξη ανοίγει το παράθυρο. Φέρνει λίγο αέρα, λίγο φως, μια υπόσχεση ελευθερίας. Στιγμές που θυμίζουν πως μέσα μας υπάρχει ακόμη κάτι άγριο κι αληθινό, που επιμένει να μην υπογράφει συμβιβασμούς.
Ίσως τελικά δεν περιμένω τη βροχή. Ίσως περιμένω να αντέξω την καταιγίδα.

Η φωτογραφία είναι του Αλέξανδρου Μελίδη 
Δείτε λιγότερα

Μέρες που μας προσπερνούν



Όλο και κάτι αφήνουμε για αύριο. Έχουμε γίνει ειδικοί στο να πείθουμε τον εαυτό μας πως υπάρχει πάντα χρόνος. Πως υπάρχει ακόμη μια γωνία, ακόμη μια ευκαιρία, ακόμη μια στιγμή που θα μας συμπονέσει. Αλλά η ζωή δεν λειτουργεί έτσι. Κάνει πως μας περιμένει και μετά φεύγει τρέχοντας. Μας αφήνει εκεί, με τη δικαιολογία στο στόμα και το κινητό στο χέρι. Χριστούγεννα χωρίς ίχνος χειμώνα. Μόνο μια υγρασία που σε τυλίγει σαν τύψη. Κι ένα παρελθόν που επιμένει να μας δανείζει κουράγιο με τους παλιούς του ήχους.

Ο έρωτας, από την άλλη, έχει τη δική του σκληρότητα. Δεν κάνει φασαρία. Δεν προειδοποιεί. Απλώς περνάει μπροστά σου και, αν αργήσεις μισό βήμα, μένει μόνο η σκιά του. Κάποτε νομίζαμε πως οι μεγάλοι έρωτες θέλουν μάχες. Τελικά θέλουν κάτι πιο δύσκολο. Θέλουν να είσαι εκεί στην ώρα σου. Να μην χάνεις την ευθεία που σε αφορά επειδή χαζεύεις το ασήμαντο. Αν περνούσες απόψε από τον δρόμο μου, θα σου έλεγα ότι θα μπορούσα να γίνω όσα ζήτησες. Αλλά δεν τα έκανα ούτε τότε ούτε τώρα. Η αλήθεια είναι απλή. Άργησα. Κι όταν αργείς μια φορά, αργείς για πάντα.

Η μεσαία ηλικία είναι το πιο παράξενο μέρος που θα κατοικήσουμε. Δεν είναι ούτε αρχή ούτε τέλος. Είναι η μέση που σε σφίγγει. Ξέρεις αρκετά για να φοβάσαι και γνωρίζεις λίγα για να μην ηρεμείς. Λες μισές κουβέντες επειδή φοβάσαι τις ολόκληρες. Τάχα κρατάς ισορροπίες, ενώ στην πραγματικότητα φοβάσαι να πέσεις. Κι εκεί, χάνεται ό,τι έχει αξία. Η τόλμη. Η στιγμή. Δεν είσαι νέος, δεν είσαι γέρος, είσαι «να το δούμε», «να το συζητήσουμε», «μην τα παίρνεις όλα τόσο σοβαρά». Σαν επιτροπή που συνεδριάζει μέσα σου για οτιδήποτε. Και φυσικά καταλήγει σε τίποτα.

Τελικά, μένει μόνο μια σκληρή διαπίστωση. Δεν χάσαμε τον χρόνο. Χάσαμε τις αποφάσεις. Ό,τι δεν προλάβαμε να ζήσουμε, δεν θα το ζήσουμε. Και η ζωή συνεχίζει. Χωρίς εμάς ή με εμάς. Δεν την αφορά.

Η φωτογραφία είναι της Σοφίας Μιχαλά 
Δείτε λιγότερα

Η πόλη που προσποιείται ότι ζει Η εποχή δεν μας ρωτά πια. Μπαίνει μέσα μας, ανοίγει τα συρτάρια, ανακατεύει τη σιωπή μας και φεύγει χωρίς να κλείσει την πόρτα. Υπάρχουν πρωινά που λες πως η πόλη ξύπνησε πρώτη. Όχι, απλώς δεν κοιμήθηκε ποτέ. Έμεινε εκεί, όρθια, ακίνητη, περιμένοντας να δει πόσο ακόμα μπορούμε να αποφύγουμε τον εαυτό μας. Οι δρόμοι γεμίζουν από ανθρώπους που βιάζονται χωρίς λόγο. Όλοι μοιάζουν να έχουν ραντεβού με μια ζωή που δεν διάλεξαν, αλλά πρέπει να παρευρεθούν για να μην τους πουν αδιάφορους. Η πόλη το ξέρει αυτό και χαμογελάει ειρωνικά Τα καφέ γεμίζουν νωρίς. Όχι από παρέες, αλλά από μοναξιές που πίνουν καφέ σε χάρτινο ποτήρι, μην τυχόν και δεσμευτούν ούτε με ένα φλιτζάνι πορσελάνης. Κάπως έτσι φτάσαμε να φοβόμαστε και τα σταθερά αντικείμενα. Μας τρομάζει η διάρκεια. Μας πνίγει η συνέχεια. Θέλουμε όλα να είναι αναλώσιμα, ακόμα και η διάθεση. Κάποτε πιστεύαμε πως η πόλη μάς προσέχει. Τώρα η πόλη απλώς μας παρακολουθεί. Σαν να θέλει να δει ποια θα είναι η επόμενη μικρή μας καταστροφή. Μπορεί να είναι μια διακοπή ρεύματος, μπορεί μια διακοπή συνοχής. Συχνά είναι το δεύτερο. Το πιο αστείο είναι ότι δεν θυμόμαστε καν πότε μάθαμε να ζούμε έτσι. Να παριστάνουμε ότι υπάρχουμε, ότι σχεδιάζουμε, ότι προχωράμε. Κι όσο το παριστάνουμε τόσο περισσότερο η πόλη μας κάνει καθρέφτη. Μας επιστρέφει το βλέμμα μας. Και δεν είναι καθόλου κολακευτικό. Κι όμως, υπάρχει πάντα μια στιγμή στο τέλος της μέρας, εκεί γύρω στο σούρουπο, όπου όλα μοιάζουν να τελειώνουν λίγο πιο ήσυχα. Η πόλη δεν μας συγχωρεί, αλλά μας ανέχεται. Και εμείς δεν την κατακτούμε, αλλά την υπομένουμε. Κάπου εκεί ανάμεσα γεννιέται ένα μικρό συμπέρασμα που δεν τολμάμε να πούμε φωναχτά: Δεν είναι ότι φοβόμαστε να ζήσουμε. Είναι ότι φοβόμαστε να το παραδεχτούμε. Η φωτογραφία είναι της Σοφίας Μιχαλά Δείτε λιγότερα



Η εποχή δεν μας ρωτά πια. Μπαίνει μέσα μας, ανοίγει τα συρτάρια, ανακατεύει τη σιωπή μας και φεύγει χωρίς να κλείσει την πόρτα.

Υπάρχουν πρωινά που λες πως η πόλη ξύπνησε πρώτη. Όχι, απλώς δεν κοιμήθηκε ποτέ. Έμεινε εκεί, όρθια, ακίνητη, περιμένοντας να δει πόσο ακόμα μπορούμε να αποφύγουμε τον εαυτό μας.

Οι δρόμοι γεμίζουν από ανθρώπους που βιάζονται χωρίς λόγο. Όλοι μοιάζουν να έχουν ραντεβού με μια ζωή που δεν διάλεξαν, αλλά πρέπει να παρευρεθούν για να μην τους πουν αδιάφορους. Η πόλη το ξέρει αυτό και χαμογελάει ειρωνικά



Τα καφέ γεμίζουν νωρίς. Όχι από παρέες, αλλά από μοναξιές που πίνουν καφέ σε χάρτινο ποτήρι, μην τυχόν και δεσμευτούν ούτε με ένα φλιτζάνι πορσελάνης. Κάπως έτσι φτάσαμε να φοβόμαστε και τα σταθερά αντικείμενα. Μας τρομάζει η διάρκεια. Μας πνίγει η συνέχεια. Θέλουμε όλα να είναι αναλώσιμα, ακόμα και η διάθεση.

Κάποτε πιστεύαμε πως η πόλη μάς προσέχει. Τώρα η πόλη απλώς μας παρακολουθεί. Σαν να θέλει να δει ποια θα είναι η επόμενη μικρή μας καταστροφή. Μπορεί να είναι μια διακοπή ρεύματος, μπορεί μια διακοπή συνοχής. Συχνά είναι το δεύτερο.

Το πιο αστείο είναι ότι δεν θυμόμαστε καν πότε μάθαμε να ζούμε έτσι. Να παριστάνουμε ότι υπάρχουμε, ότι σχεδιάζουμε, ότι προχωράμε. Κι όσο το παριστάνουμε τόσο περισσότερο η πόλη μας κάνει καθρέφτη. Μας επιστρέφει το βλέμμα μας. Και δεν είναι καθόλου κολακευτικό.

Κι όμως, υπάρχει πάντα μια στιγμή στο τέλος της μέρας, εκεί γύρω στο σούρουπο, όπου όλα μοιάζουν να τελειώνουν λίγο πιο ήσυχα. Η πόλη δεν μας συγχωρεί, αλλά μας ανέχεται. Και εμείς δεν την κατακτούμε, αλλά την υπομένουμε.

Κάπου εκεί ανάμεσα γεννιέται ένα μικρό συμπέρασμα που δεν τολμάμε να πούμε φωναχτά:
Δεν είναι ότι φοβόμαστε να ζήσουμε. Είναι ότι φοβόμαστε να το παραδεχτούμε.

Η φωτογραφία είναι της Σοφίας Μιχαλά 
Δείτε λιγότερα

Κόκκινο στο ροζ



«Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Δεν είναι μόνο τα υφάσματα που ξεβάφουν. Είναι οι ιδέες που κάποτε έκαιγαν, τώρα ξεθωριασμένες στον ήλιο του συμβιβασμού. Η αριστερή μελαγχολία χτυπά κόκκινο. Γύρω μου, το ροζ κυριαρχεί, το χρώμα της παραίτησης, της ήσσονος προσπάθειας, που καλύπτει επιμελώς το αίμα των πιστεύω μας. Ο χρόνος δεν κυνηγά απλώς, θερίζει βεβαιότητες, σιωπές, νεανικά όνειρα που δεν πρόλαβαν να γίνουν πράξη, χαμένα στη μετάβαση προς το άχρωμο «πρέπει».



Πάντα αγαπούσα τα Χριστούγεννα, όχι όμως και την Πρωτοχρονιά. Το «πριν από δέκα χρόνια» μού ήρθε σαν χαστούκι. Η μνήμη διψήφια, η ζωή να αλλάζει χωρίς εμένα, οι εποχές να τρέχουν με τη δική τους λογική.

Βγαίνω στην ταράτσα, Είναι γυμνή, χωρίς στολίδια, όπως ακριβώς πρέπει να είναι η αλήθεια. Απέναντι, τα μπαλκόνια της γειτονιάς είναι φωτισμένα , με χαζά κινεζικά φωτάκια που αναβοσβήνουν ρυθμικά. Τραγουδούν άηχα τους ρυθμούς της κατανάλωσης, της υποχρεωτικής ευθυμίας. Αναβοσβήνουν σαν να θέλουν να με πείσουν να συγχωρήσω το ροζ, να αποδεχτώ το ξεθώριασμα. Γελάω με πικρία. Μια φωνή μέσα μου ψιθυρίζει, «Θέλω να μείνω μόνος». Καθαρά. Από ανάγκη επιβίωσης, όχι από μίσος για τους άλλους. Από ανάγκη να διατηρήσω το περίγραμμα του εαυτού μου.

Στέκομαι στο κέντρο της ταράτσας. Δεν χτίζω τείχη, πατάω γερά στην άσφαλτο. Αναπνέω τον παγωμένο αέρα. Τι κόκκινο απέμεινε; Τι σώθηκε από όσα πίστεψα; Τι δεν ξεβάφτηκε από τη βροχή του χρόνου;
Και τότε η δεύτερη στροφή του Καζαντζίδη χτυπάει σαν σφυρί:
«Δεν ξέρεις τι ’ναι μοναξιά
καρδιά που κλαίει τη νύχτα
Όσα τραγούδια σου ’γραψα
στην κρύα νύχτα ρίχτα».
Κι εκεί το καταλαβαίνω.
Κάτι, έστω μικρό, παραμένει κόκκινο μέσα μου. Κι ας βλέπει ο κόσμος μόνο το ροζ.
Το κόκκινο καίει. Αντιστέκεται. Ζει. Και για όσο ζει, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά



Το πάθος που μας λείπει

 


Ψάχνω κάτι να με ταρακουνήσει. Όχι να γράψω, αυτό το κάνω από συνήθεια, αλλά να δω αν υπάρχει ακόμη μέσα μου εκείνη η παλιά σπίθα που δεν εξαγοράστηκε. Τα κείμενα που σας αφήνω κάθε μέρα, σαν μικρές δόσεις θυμού ή μελαγχολίας, δεν αρκούν. Θέλουν μια πράξη από δίπλα. Ένα γρέζι στην καθημερινότητα. Μια μικρή προδοσία της ησυχίας μας. Μια υπενθύμιση ότι δεν έγινα ακόμη διακοσμητικός στον ίδιο μου τον βίο.

Όλα αυτά είναι δεμένα μεταξύ τους. Χωρίς μια εσωτερική ανάφλεξη, η γραφή καταντάει ταπετσαρία. Γι’ αυτό ψάχνω ένα πάθος που θα λειτουργήσει σαν σπίρτο. Κι έπειτα, με τη σειρά μου, να προτείνω όχι την αλήθεια αλλά ένα ψέμα που θα αξίζει περισσότερο από την πραγματικότητα που ζούμε. Δεν θα σας πουλήσω παρηγοριά. Απλώς δεν θέλω πλέον να στάζει ήττα από τις λέξεις.

Η μελαγχολία δεν περιμένει τραγωδίες. Γεννιέται πιο πριν, εκεί που αρχίζουμε να φοβόμαστε αυτά που δεν συνέβησαν ακόμη αλλά πλησιάζουν. Ζούμε σε γιορτινές μέρες, μα μέσα μας ακουμπά μια δυσάρεστη σιωπή. Σε αυτή τη ρωγμή χωράει ο Πεσσόα να πει το δικό του. Όχι ως καταφύγιο, αλλά ως υπενθύμιση.

Μακάριος, λέει, δεν είναι ο πλήρης αλλά ο λιτός. Αυτός που δεν ζητάει από τη ζωή τίποτα παραπάνω. Αυτός που λειτουργεί σαν γάτα, που βρίσκει ήλιο όταν υπάρχει και ζέστη όταν δεν έχει μείνει τίποτα. Αυτός που παραιτείται από την προσωπικότητα για να σωθεί από το βάρος της. Αυτός που δεν έχει για να μη χάσει. Ο χωρικός. Ο αναγνώστης μυθιστορημάτων. Ο απόλυτος ασκητής. Οι τρεις που δεν έχουν πού να τους αγγίξει η εποχή.

Οι υπόλοιποι τρέχουμε σε διαδρομές που δεν οδηγούν πουθενά, ζητώντας μια ευτυχία που δεν σχεδιάστηκε για μας. Κι αφού δεν θα τη βρούμε, ας το δεχτούμε με λίγο θάρρος. Ας κρατήσουμε τις φράσεις του Πεσσόα όχι για παρηγοριά αλλά για άμυνα. Για να θυμόμαστε πως, παρά τον θόρυβο, το μόνο που μπορούμε να κατακτήσουμε είναι μια λεπτή λωρίδα φωτός. Ένας ήλιος όταν υπάρχει. Μια ζέστη όταν όλα τα άλλα τελειώνουν.
Κι ίσως εκεί, σε αυτή τη γυμνή στιγμή, να βρίσκεται το πάθος που μας λείπει. Το πάθος που δεν γράφεται. Μόνο ζει.

Η Ανάσα του Χρόνου: Στο Μεταίχμιο



Χριστούγεννα ξανά. Η οικεία ετήσια επανάληψη του κύκλου. Οι τελευταίες αμμοβολές ενός χρόνου που αποχωρεί, αφήνοντας πίσω του ένα αόρατο βάρος, μια σιωπηλή κληρονομιά στιγμών που κουβαλήσαμε, συνειδητά ή ασυνείδητα. Τα χρόνια δεν χάνονται, ούτε απομακρύνονται άσκοπα, γίνονται το αθέατο ίζημα της εμπειρίας μας.



Η πρόκληση του Δεκέμβρη δεν είναι ο απολογισμός, αλλά η θέαση της πραγματικότητας. Ανοίγουμε το συρτάρι του βίου μας γνωρίζοντας πως θα βρούμε απώλειες. Μαζί τους όμως, ανακαλύπτουμε και μικρά κέρδη, αντοχές που χτίσαμε εν αγνοία μας.

Κάθε αρχή μοιάζει με αφετηρία. Το ίδιο σημείο, μα εμείς έχουμε αλλάξει. Οι βαλίτσες μας μπορεί να περιέχουν τον αέρα των ονείρων, αλλά αυτός ο αέρας είναι πλέον οξυγόνο για το επόμενο βήμα. Δεν γιορτάζουμε τον άνθρακα της αποτυχίας, αλλά τη σπίθα που έμεινε ζωντανή. Ο νέος χρόνος δεν υπόσχεται αυτόματη λύτρωση, αλλά μας δίνει απλόχερα τον χρόνο να προσπαθήσουμε ξανά.

Κοιτάζω το μέσα και το έξω. Τα μπαλκόνια αναβοσβήνουν, υπενθυμίζοντας τη ζωή που επιμένει. Οι φίλοι αλλάζουν θέση στο τραπέζι της ύπαρξης. Η απουσία είναι κομμάτι του ταξιδιού. Οι άδειες καρέκλες θυμίζουν απώλεια, αλλά οι γεμάτες γιορτάζουν τη συνέχεια. Ο χρόνος αφαιρεί ανελέητα, μα εμείς, πεισματικά, προσθέτουμε νόημα.

Προσπάθησα χρόνια να τον κλέψω. Να κρατήσω κάτι δικό του. Μια μυρωδιά παιδική, μια αχτίδα που θάμπωσε μα άφησε το φως της, ένα ποτήρι παλιό κονιάκ, τη διαχρονική μελωδία του Χατζιδάκι. Και εκείνο το άγγιγμα που κρατώ ακόμη στο δεξί μου χέρι, σαν την ύστατη απόδειξη ότι υπήρξα, και ότι ακόμα υπάρχω.

Με ρεαλισμό, λοιπόν, ξεκινάμε πάλι. Ο χρόνος μπροστά μας, ένας καμβάς που περιμένει τα δικά μας χρώματα. Η ησυχία δεν πνίγει, αλλά προσφέρει χώρο για σκέψη. Ο κόσμος γύρω μπορεί να είναι κουρασμένος, η ψευδολογία διάφανη. Αλλά η δική μας αλήθεια είναι η αντίσταση στην παραίτηση.

Μαζεύω τα κατεστραμμένα σκηνικά του χθες, όχι για να τα στήσω σε καμένη γη, αλλά για να τα ανακυκλώσω σε κάτι νέο. Έχω ανάγκη από αυτή τη σπίθα της ανθρώπινης αντοχής για να αντέξω. Ένα ρεαλιστικό όραμα. Ίσως μια αναγκαία αυταπάτη. Αλλά είναι η μόνη που μας κρατά όρθιους, μέχρι τον επόμενο Δεκέμβρ

Η ζωή έχει άλλη γνώμη …

  Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια Δεν έχω καταλήξει αν έγινα περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο απαισιόδοξος μεγαλώνοντας. Μάλλον έμαθα ...